Οι απώλειες στο ελληνικό δίκτυο φτάνουν περίπου το 11%, σχεδόν το διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με το σχετικό κόστος να εκτιμάται σε 350 εκατ. ευρώ ετησίως. Την ίδια ώρα, οι οφειλές του Ειδικού Λογαριασμού Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) προς τους προμηθευτές εξακολουθούν να ξεπερνούν τα 300 εκατ. ευρώ. Τις δύο αυτές διαρθρωτικές επιβαρύνσεις, αλλά και τις πιέσεις που δημιουργεί η νέα κρίση τιμών, ανέδειξε ο αναπληρωτής διευθυντής του Ελληνικού Συνδέσμου Προμηθευτών Ενέργειας (ΕΣΠΕΝ), Κώστας Παπαμιχαήλ, μιλώντας στο 30ό συνέδριο του ΙΕΝΕ.

Ως μεγαλύτερη βραχυπρόθεσμη πρόκληση περιέγραψε τη νέα περίοδο ανατιμήσεων, την οποία συνέδεσε με τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τους πολέμους στην Ουκρανία και το Ιράν. Από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, στα τέλη Φεβρουαρίου, οι τιμές του φυσικού αερίου υπερτριπλασιάστηκαν, ξεπερνώντας τα 100 ευρώ/MWh. Το χονδρεμπορικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας υπερδιπλασιάστηκε, με τις τιμές στην αγορά επόμενης ημέρας να προσεγγίζουν το τελευταίο διάστημα τα 240 ευρώ/MWh και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να υπερβαίνουν τα 300 ευρώ/MWh.

Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη στην ελληνική αγορά, όπου, όπως σημείωσε ο κ. Παπαμιχαήλ, το χονδρεμπορικό κόστος για σχεδόν το σύνολο της ηλεκτρικής ενέργειας που φτάνει στον τελικό καταναλωτή εξακολουθεί να διαμορφώνεται με βάση τις τιμές της spot αγοράς. Παρά την αυξανόμενη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα, εκτίμησε ότι από την κρίση του 2022 μέχρι σήμερα δεν έχει προχωρήσει επαρκώς η θωράκιση της αγοράς απέναντι στις έντονες διακυμάνσεις των τιμών των ορυκτών καυσίμων.

Τα περιθώρια άμεσης αντιμετώπισης μιας τέτοιας κρίσης είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, περιορισμένα. Το 2022 η Πολιτεία ενεργοποίησε το Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης, διοχετεύοντας στους καταναλωτές πόρους που συγκεντρώνονταν στον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ, με τη μορφή επιδοτήσεων στους λογαριασμούς ρεύματος. Σήμερα, όπως περιέγραψε, η προσέγγιση είναι διαφορετική και στηρίζεται στην προώθηση της μετάβασης σε σταθερά, μπλε τιμολόγια, με σημαντικές εκπτώσεις και τιμές που αποκλίνουν αισθητά από τα τρέχοντα επίπεδα της spot και της προθεσμιακής αγοράς.

Ο ΕΣΠΕΝ θέτει ερωτήματα για το κατά πόσο η αγορά μπορεί να στηρίξει τη μετακίνηση της πλειονότητας των καταναλωτών σε αυτά τα τιμολόγια, για πόσο διάστημα μπορούν να διατηρηθούν οι συγκεκριμένες προσφορές και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις τους στη λειτουργία της αγοράς και στον ανταγωνισμό.

Οι επιβαρύνσεις από τις απώλειες και τις ΥΚΩ

Στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ο κ. Παπαμιχαήλ έθεσε ως προτεραιότητα την ενίσχυση των οφελών που απολαμβάνουν οι καταναλωτές από τον ανταγωνισμό, μέσα από την αντιμετώπιση διαρθρωτικών προβλημάτων που προσθέτουν κόστος στην αγορά.

Για τις απώλειες του δικτύου, ο ΕΣΠΕΝ υποστηρίζει ότι οι προμηθευτές επιβαρύνονται με κόστος, παρότι η διαχείριση και ο περιορισμός τους αποτελούν ευθύνη του Διαχειριστή. Ζητά, επομένως, την προσαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου στην ευρωπαϊκή πρακτική, ώστε ο Διαχειριστής να αναλαμβάνει το σχετικό κόστος και να έχει ουσιαστικά οικονομικά κίνητρα για τη μείωσή του.

Πρόσθετη πίεση προκαλεί το έλλειμμα στον Ειδικό Λογαριασμό μέσω του οποίου χρηματοδοτούνται οι ΥΚΩ. Από τον Απρίλιο του 2023 ο λογαριασμός είναι ελλειμματικός, με τις οφειλές προς τους προμηθευτές να έχουν φτάσει έως και τα 600 εκατ. ευρώ και να παραμένουν σήμερα πάνω από τα 300 εκατ. ευρώ. Για περισσότερα από τρία χρόνια, όπως ανέφερε ο κ. Παπαμιχαήλ, οι προμηθευτές χρηματοδοτούν ουσιαστικά την παροχή των ΥΚΩ με ίδια κεφάλαια. Το χρηματοοικονομικό κόστος που επωμίζονται επιβαρύνει τελικά την αγορά και τους καταναλωτές.

Ψηφιακό δίκτυο και πιο ενεργοί καταναλωτές

Παράλληλα με την αντιμετώπιση αυτών των στρεβλώσεων, ο ΕΣΠΕΝ θεωρεί αναγκαία τη δημιουργία νέων πεδίων ανταγωνισμού. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό αναμένεται να παίξουν η ολοκλήρωση της ψηφιοποίησης του δικτύου και η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών. Ο κ. Παπαμιχαήλ υπογράμμισε ότι οι μετρητές πρέπει να λειτουργούν αξιόπιστα και να εξασφαλίζουν την έγκαιρη παροχή αξιόπιστων δεδομένων σε όλους τους εμπλεκομένους.

Η αξιοποίηση αυτών των δεδομένων και των ψηφιακών εργαλείων θα επιτρέψει στους προμηθευτές να αναπτύσσουν πιο εξατομικευμένα προϊόντα και υπηρεσίες και να διαχειρίζονται αποτελεσματικότερα το φορτίο που εκπροσωπούν, αξιοποιώντας τις δυνατότητες ευελιξίας της ζήτησης. Οι καταναλωτές, από την πλευρά τους, θα έχουν περισσότερες επιλογές και κίνητρα για να διαχειρίζονται καλύτερα την κατανάλωσή τους και να περιορίζουν το ενεργειακό τους κόστος. Έτσι, ο ανταγωνισμός μπορεί να επεκταθεί πέρα από την τιμή της κιλοβατώρας και να αφορά τη συνολική διαχείριση του κόστους και των αναγκών κάθε καταναλωτή.

Για να αξιοποιηθούν οι νέες δυνατότητες, χρειάζεται και πιο ενεργή συμμετοχή των καταναλωτών, μέσα από καλύτερη ενημέρωση, σαφή παρουσίαση των προϊόντων και ευκολότερη σύγκριση των διαθέσιμων επιλογών. Όπως επισήμανε ο κ. Παπαμιχαήλ, μεγάλο μέρος των καταναλωτών παραμένει αδρανές και δεν αναζητά τον πάροχο ή το τιμολόγιο που μπορεί να ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες του, παρότι υπάρχουν διαθέσιμες εναλλακτικές.

Περισσότερες επιλογές προμήθειας και διαχείριση κινδύνου

Η ανταγωνιστικότητα των προμηθευτών δεν εξαρτάται μόνο από την εμπορική πολιτική και τα τιμολόγια που προσφέρουν. Συνδέεται και με τη δυνατότητά τους να εξασφαλίζουν ενέργεια με ανταγωνιστικό κόστος, να διαχειρίζονται τους κινδύνους της αγοράς και να αξιοποιούν αποτελεσματικά το φορτίο που εκπροσωπούν.

Σε αυτή την κατεύθυνση, ο ΕΣΠΕΝ θεωρεί σημαντική τη διεύρυνση των επιλογών προμήθειας πέρα από τη spot αγορά, με την ανάπτυξη της προθεσμιακής αγοράς και την πρόσβαση σε μακροχρόνιες συμβάσεις, όπως τα PPAs. Η καλύτερη διαχείριση του φορτίου, με αξιοποίηση και των εργαλείων που προσφέρει η ψηφιοποίηση, αποτελεί επίσης βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση του ανταγωνισμού.

Διαβάστε ακόμη