Συνολικά, έως το 2035, στο σενάριο της εντονότερης μετάβασης, αναμένουμε μείωση του ενεργειακού κόστους κατά 400 δισεκατομμύρια, ενώ η ηλεκτροκίνηση θα είναι ανταγωνιστική ως προς το κόστος για το 50% των οδικών μεταφορών. Αυτά ήταν μερικά από τα βασικά σημεία της έρευνας που παρουσίασε χθες ο κ. Απόστολος Πετρόπουλος, Energy Modeller του International Energy Agency (IEA), μιλώντας στο 30ό Εθνικό Συνέδριο του ΙΕΝΕ.

Όπως ανέφερε, η κατάσταση αυτή δεν είναι στατική, καθώς εξαρτάται άμεσα από διάφορους παράγοντες. Αν υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι το κόστος των μπαταριών θα μειωθεί περαιτέρω, τότε το συγκεκριμένο ποσοστό του 50% αναμένεται να αυξηθεί στο 80%. Παράλληλα, ρόλο θα διαδραματίσουν και άλλοι παράγοντες. Για παράδειγμα, αν ο πληθωρισμός παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, ενδέχεται να επιβραδυνθεί η συγκεκριμένη τάση.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του IEA, κατά την τελευταία δεκαετία, η παγκόσμια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε κατά περίπου 350 TWh. Με βάση ένα σενάριο που ενσωματώνει τις τρέχουσες κρατικές πολιτικές, ο IEA αναμένει ότι ο ρυθμός αυτός θα επιταχυνθεί περαιτέρω, φτάνοντας σχεδόν τις 1.000 TWh ετησίως. Αξίζει να σημειωθεί, ενδεικτικά, το σημερινό επίπεδο ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στην Κίνα και την Ευρώπη.

«Ως Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA), έχουμε εστιάσει όλο και περισσότερο στο πώς θα διασφαλίσουμε την ενεργειακή ασφάλεια, ώστε να διαδραματίσουμε ρόλο και σε αυτό το τμήμα της εφοδιαστικής αλυσίδας. Όταν μιλάμε για κρίσιμες πρώτες ύλες –κοβάλτιο, λίθιο, νικέλιο κ.λπ.–, δεν αναφερόμαστε μόνο στην εξόρυξη, η οποία εξαρτάται από τη γεωγραφική θέση των κοιτασμάτων, αλλά και στις δυνατότητες και τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας.

Και αυτό γιατί, ενώ η εξόρυξη αποτελεί μία πτυχή της διαδικασίας, η μετατροπή των υλικών σε αξιοποιήσιμη μορφή απαιτεί επεξεργασία. Είναι απαραίτητο να εφαρμοστούν συγκεκριμένες πολιτικές, ώστε να επιτευχθεί μια πολύ πιο διαφοροποιημένη εφοδιαστική αλυσίδα για τις κρίσιμες πρώτες ύλες».

Διαβάστε ακόμη