Εκτός λειτουργίας για το 58% των ωρών του 2025 βρέθηκε η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Ιταλίας, σύμφωνα με τη νέα έκθεση της ACER, η οποία αναδεικνύει τα σημαντικά περιθώρια βελτίωσης των διασυνοριακών συναλλαγών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Την ίδια ώρα, η περιορισμένη ενοποίηση της ελληνικής αγοράς με εκείνες της Αλβανίας και της Βόρειας Μακεδονίας αφήνει αναξιοποίητο δυνητικό οικονομικό όφελος, το οποίο η ευρωπαϊκή ρυθμιστική αρχή αποτιμά θεωρητικά σε 87 εκατ. ευρώ, με βάση τα δεδομένα του 2025. Τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία οι μεγάλες διακυμάνσεις των τιμών, οι αυξημένες ανάγκες για ηλεκτρική ενέργεια και οι περιορισμοί στα δίκτυα εξακολουθούν να δοκιμάζουν την αγορά της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η εικόνα που παρουσιάζει η ACER στην έκθεση Progress of EU Electricity Wholesale Market Integration – 2026, η οποία δημοσιεύθηκε στις 4 Νοεμβρίου, είναι χαρακτηριστική των αντιφάσεων που εξακολουθούν να συνοδεύουν την ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρισμού. Παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, σημαντικό μέρος των διαθέσιμων δυνατοτήτων παραμένει ανεκμετάλλευτο. Η διασυνοριακή εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργεί ήδη οικονομικό όφελος περίπου 32 δισ. ευρώ ετησίως στην ευρωπαϊκή Αγορά Επόμενης Ημέρας, ωστόσο η περαιτέρω ενοποίηση των επιμέρους αγορών θα μπορούσε να αποφέρει τουλάχιστον 4 δισ. ευρώ επιπλέον κάθε χρόνο.
Για την Ελλάδα, η έκθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αποτυπώνει προβλήματα που δεν περιορίζονται στην ανάγκη κατασκευής νέων ηλεκτρικών διασυνδέσεων. Αφορούν επίσης τη διαθεσιμότητα των υφιστάμενων υποδομών, τη δυνατότητα πραγματοποίησης εισαγωγών και εξαγωγών όταν οι συνθήκες το απαιτούν και τον βαθμό στον οποίο η εγχώρια αγορά μπορεί να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που προσφέρουν οι γειτονικές χώρες.
Η εικόνα στις διασυνδέσεις Ελλάδας–Ιταλίας και Ελλάδας–Βουλγαρίας
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τη διασύνδεση Ελλάδας–Ιταλίας. Σύμφωνα με την ACER, η υφιστάμενη ηλεκτρική σύνδεση παρέμεινε εκτός λειτουργίας στο 58% των ωρών του 2025, περιορίζοντας κατά τα συγκεκριμένα διαστήματα τη δυνατότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των δύο χωρών. Η διαπίστωση συμβαδίζει με τις διαδοχικές ανακοινώσεις του ΑΔΜΗΕ κατά τη διάρκεια της περυσινής χρονιάς για βλάβες στο υποβρύχιο καλώδιο και εργασίες αποκατάστασης, οι οποίες οδήγησαν σε μηδενισμό της διαθέσιμης μεταφορικής ικανότητας κατά τις αντίστοιχες περιόδους.
Η σημασία της διασύνδεσης υπερβαίνει τη διμερή ανταλλαγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η δυνατότητα εισαγωγής ρεύματος από την Ιταλία όταν οι τιμές είναι ευνοϊκότερες, αλλά και εξαγωγής ελληνικής παραγωγής όταν δημιουργείται πλεόνασμα, αποτελεί παράγοντα που μπορεί να συμβάλει στην αποδοτικότερη λειτουργία των δύο αγορών. Όταν η σύνδεση δεν είναι διαθέσιμη, αυτή η δυνατότητα περιορίζεται, ανεξάρτητα από τις διαφορές τιμών που ενδέχεται να επικρατούν.
Περιορισμούς εντοπίζει η ACER και στη διασύνδεση Ελλάδας–Βουλγαρίας. Από την παρακολούθηση της διαθέσιμης διασυνοριακής δυναμικότητας προκύπτει ότι, κατά το 2025, το γενικό όριο του 70% υπερκαλύφθηκε στο 34% των ωρών για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας από την Ελλάδα προς τη Βουλγαρία και στο 54% των ωρών για την αντίθετη κατεύθυνση. Η έκθεση καταγράφει, πάντως, ότι στην περιοχή εφαρμόζονται ειδικά σχέδια δράσης και μεταβατικές ρυθμίσεις, με αποτέλεσμα τα παραπάνω ποσοστά να μην ισοδυναμούν αυτομάτως με παραβίαση των εφαρμοστέων υποχρεώσεων.
Η αξιοποίηση των διασυνδέσεων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που θίγει ο ευρωπαϊκός ρυθμιστής. Το κοινοτικό πλαίσιο προβλέπει ότι οι διαχειριστές πρέπει, κατά κανόνα, να διαθέτουν τουλάχιστον το 70% της σχετικής μεταφορικής ικανότητας για διασυνοριακές συναλλαγές. Ωστόσο, η εφαρμογή της απαίτησης παραμένει ελλιπής σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, καθώς τεχνικοί περιορισμοί, ζητήματα ασφάλειας λειτουργίας και εγκεκριμένες παρεκκλίσεις εξακολουθούν να μειώνουν τις διαθέσιμες δυνατότητες εμπορίας.
Το δυνητικό όφελος των 87 εκατ. ευρώ στα ελληνικά σύνορα
Αξιοσημείωτα είναι και τα ευρήματα για τη σύνδεση της ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού με τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων. Η ACER εκτιμά ότι η περαιτέρω ενοποίηση των αγορών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης θα μπορούσε να δημιουργήσει σημαντικό πρόσθετο οικονομικό όφελος, περιορίζοντας τις αναποτελεσματικές συναλλαγές και αξιοποιώντας καλύτερα τη διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα των διασυνδέσεων.
Ειδικότερα, με βάση τις συνθήκες που επικράτησαν το 2025, το υπολογιζόμενο δυνητικό όφελος από την πλήρη σύζευξη της Αγοράς Επόμενης Ημέρας στη διασύνδεση Ελλάδας–Αλβανίας ανέρχεται σε 48 εκατ. ευρώ, ενώ για τη διασύνδεση Ελλάδας–Βόρειας Μακεδονίας υπολογίζεται σε 39 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για συνολικό εκτιμώμενο οικονομικό πλεόνασμα από την αποδοτικότερη λειτουργία των συναλλαγών στα δύο σύνορα και όχι για έσοδα ή εξοικονόμηση που θα κατευθύνονταν αποκλειστικά στην ελληνική αγορά.
Η ίδια η ACER επισημαίνει ότι τα ποσά έχουν ενδεικτικό χαρακτήρα, καθώς η μεθοδολογία μπορεί να υπερεκτιμά τα πραγματικά εφικτά οφέλη ακόμη και κατά το διπλάσιο. Παρά την επιφύλαξη αυτή, οι υπολογισμοί δείχνουν το οικονομικό περιθώριο που δημιουργείται όταν οι αγορές λειτουργούν χωρίς πλήρη συντονισμό.
Στο σύνολο των συνόρων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών της Ενεργειακής Κοινότητας, η ACER υπολογίζει ότι η επέκταση της σύζευξης των αγορών θα μπορούσε, με βάση τα δεδομένα του 2025, να δημιουργήσει θεωρητικό οικονομικό όφελος περίπου 763 εκατ. ευρώ. Λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς της μεθοδολογίας, η ρεαλιστικά επιτεύξιμη ωφέλεια ενδέχεται να είναι περίπου η μισή.
Το πρόβλημα εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται σήμερα οι συναλλαγές στις αγορές που δεν έχουν ενταχθεί στην κοινή ευρωπαϊκή σύζευξη. Οι συμμετέχοντες καλούνται να προγραμματίσουν τις διασυνοριακές μεταφορές πριν γίνουν γνωστές οι πραγματικές τιμές της Αγοράς Επόμενης Ημέρας. Έτσι, οι αποφάσεις στηρίζονται σε προβλέψεις και όχι σε οριστικά αποτελέσματα, με συνέπεια μέρος της διαθέσιμης δυναμικότητας να παραμένει αχρησιμοποίητο ή η ηλεκτρική ενέργεια να κατευθύνεται ακόμη και προς την οικονομικά λιγότερο συμφέρουσα κατεύθυνση.
Η απόσταση μεταξύ των ενοποιημένων και των μη ενοποιημένων αγορών είναι αισθητή. Σύμφωνα με την έκθεση, στα ήδη συζευγμένα σύνορα κρατών-μελών της περιοχής οι τιμές συνέκλιναν πλήρως για το 60% έως 95% των ωρών του 2025. Αντιθέτως, στα περισσότερα σύνορα αγορών που δεν έχουν συζευχθεί, η πλήρης σύγκλιση περιοριζόταν σε ποσοστά κάτω του 12%.
Οι καύσωνες επαναφέρουν τις ακραίες τιμές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη
Η ανάγκη ενίσχυσης των διασυνοριακών συναλλαγών γίνεται ακόμη πιο επιτακτική σε περιόδους αυξημένης ζήτησης. Η ACER επανέρχεται στις έντονες ανατιμήσεις που καταγράφηκαν στη Νοτιοανατολική Ευρώπη το καλοκαίρι του 2024, επισημαίνοντας ότι ο συνδυασμός υψηλών θερμοκρασιών, περιορισμένης διαθέσιμης παραγωγής και ανεπαρκών δυνατοτήτων εισαγωγής φθηνότερου ηλεκτρισμού από άλλες ευρωπαϊκές αγορές συνέβαλε στην εκτίναξη των τιμών.
Ανάλογες πιέσεις επανεμφανίστηκαν το καλοκαίρι του 2026. Ο παρατεταμένος καύσωνας και η ξηρασία περιόρισαν τα περιθώρια επάρκειας σε αρκετές χώρες της περιοχής, ενώ η αυξημένη ανάγκη κάλυψης της κατανάλωσης, ιδιαίτερα τις βραδινές ώρες, ενίσχυσε την εξάρτηση από τις διαθέσιμες ευέλικτες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής.
Σε αυτό το περιβάλλον, η δυνατότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας από αγορές με χαμηλότερες τιμές αποκτά καθοριστική σημασία. Όταν οι γραμμές μεταφοράς είναι κορεσμένες ή η διαθέσιμη δυναμικότητα περιορίζεται, οι χώρες που αντιμετωπίζουν αυξημένη ζήτηση δεν μπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως την παραγωγή των γειτονικών συστημάτων, με αποτέλεσμα οι τιμές να διατηρούν σημαντικές αποκλίσεις.
Η ACER καταγράφει μάλιστα ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο για την Ελλάδα. Από τη στατιστική ανάλυση της σχέσης θερμοκρασίας και ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας προκύπτει ότι, για θερμοκρασίες άνω των 20 βαθμών Κελσίου, κάθε επιπλέον βαθμός συνδέεται με αύξηση της εγχώριας ζήτησης κατά περίπου 370 MW, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 6,34% της μέσης κατανάλωσης. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ποσοστιαία ευαισθησία μεταξύ των έξι χωρών που περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη ανάλυση, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία των θερινών αιχμών για την ελληνική αγορά. Η εκτίμηση περιγράφει μια στατιστική σχέση και όχι μια σταθερή αύξηση που επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο σε κάθε ημέρα υψηλών θερμοκρασιών.
Τα 4 δισ. ευρώ που μπορεί να αποφέρει η περαιτέρω ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα ευρήματα της έκθεσης δείχνουν ότι τα οφέλη από την ολοκλήρωση της κοινής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν σημαντικά, παρά την πρόοδο που έχει ήδη σημειωθεί.
Σύμφωνα με την ACER, η διασυνοριακή εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας στην Αγορά Επόμενης Ημέρας δημιουργεί ετήσιο οικονομικό πλεόνασμα περίπου 32 δισ. ευρώ, χάρη στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων μονάδων παραγωγής και στον μεγαλύτερο ανταγωνισμό μεταξύ των εθνικών αγορών. Η υλοποίηση πρόσθετων έργων ενοποίησης θα μπορούσε να αποφέρει τουλάχιστον 4 δισ. ευρώ επιπλέον ετησίως.
Το κόστος των καθυστερήσεων είναι ήδη μετρήσιμο. Όπως αναφέρει η ευρωπαϊκή ρυθμιστική αρχή, η μη έγκαιρη εφαρμογή συγκεκριμένων μηχανισμών και μεθοδολογιών στέρησε από την αγορά οικονομικό όφελος περίπου 700 εκατ. ευρώ μόνο το 2025.
Την ίδια στιγμή, αυξάνεται το κόστος διαχείρισης των περιορισμών στα ευρωπαϊκά ηλεκτρικά δίκτυα. Το 2025 οι διαχειριστές χρειάστηκε να ενεργοποιήσουν διορθωτικές ενέργειες που αντιστοιχούσαν σε 70 TWh ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου να αντιμετωπίσουν προβλήματα συμφόρησης και ασφαλούς λειτουργίας. Το συνολικό κόστος αυτών των παρεμβάσεων ανήλθε σε 5,4 δισ. ευρώ, από 4,3 δισ. ευρώ το 2024.
Πρόκειται για δαπάνες που επιβαρύνουν το ηλεκτρικό σύστημα και συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την ανάγκη αλλαγής του προγράμματος λειτουργίας μονάδων παραγωγής ώστε να αποφεύγονται υπερφορτώσεις και άλλοι τεχνικοί κίνδυνοι. Η αυξανόμενη συμμετοχή των ΑΠΕ, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση ενίσχυσης των δικτύων, καθιστά τη διαχείριση αυτών των περιορισμών ολοένα πιο απαιτητική.
Παρά τις δυσκολίες, η ενοποίηση των ευρωπαϊκών αγορών συνεχίζεται. Η καθιέρωση προϊόντων διάρκειας 15 λεπτών στην Αγορά Επόμενης Ημέρας επιτρέπει ακριβέστερη αποτύπωση των μεταβολών της παραγωγής και της ζήτησης μέσα στην ημέρα. Σύμφωνα με την ACER, τα συγκεκριμένα προϊόντα αντιπροσωπεύουν πλέον περίπου το 88% των εμπορευόμενων ποσοτήτων, ενώ η ανάπτυξη των ενδοημερήσιων αγορών δίνει τη δυνατότητα στους συμμετέχοντες να προσαρμόζουν τις θέσεις τους ολοένα πιο κοντά στον πραγματικό χρόνο παράδοσης.
Ωστόσο, η πρόοδος δεν είναι ομοιόμορφη. Στην Ελλάδα, το 56,8% των ποσοτήτων που διακινήθηκαν το 2025 στη συνεχή ενδοημερήσια αγορά αφορούσε διασυνοριακές συναλλαγές, έναντι 43,2% που πραγματοποιήθηκε εντός της εγχώριας αγοράς. Τα αντίστοιχα ποσοστά διασυνοριακών συναλλαγών στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία ήταν 75% και 85,1%, αντανακλώντας διαφορετικά χαρακτηριστικά και επίπεδα εξάρτησης των επιμέρους αγορών από το διασυνοριακό εμπόριο.
Η πίεση στα φωτοβολταϊκά και ο ρόλος της αποθήκευσης
Πέρα από τις διασυνδέσεις, η έκθεση αναδεικνύει και μια δεύτερη πρόκληση για την ελληνική αγορά: τη μείωση της τιμής που αντιστοιχεί στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά σε σχέση με τη μέση χονδρεμπορική τιμή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η ACER, ο σχετικός δείκτης για τα φωτοβολταϊκά στην Ελλάδα έχει υποχωρήσει κοντά στο 0,5 τον Μάιο του 2026, από επίπεδα περίπου 0,95 στις αρχές του 2022. Αυτό σημαίνει ότι η μέση αγοραία αξία της ηλεκτρικής ενέργειας κατά τις ώρες παραγωγής των φωτοβολταϊκών έχει περιοριστεί περίπου στο μισό της μέσης τιμής της αγοράς. Ο δείκτης δεν ταυτίζεται με τις πραγματικές αμοιβές όλων των παραγωγών, οι οποίες εξαρτώνται και από τις συμβάσεις που έχουν συνάψει.
Αντίθετα, ο αντίστοιχος δείκτης για την αιολική παραγωγή παραμένει αισθητά υψηλότερος, κοντά στο 0,9, καθώς οι ανεμογεννήτριες παράγουν ηλεκτρική ενέργεια σε περισσότερες και διαφορετικές ώρες της ημέρας. Η έντονη συγκέντρωση της φωτοβολταϊκής παραγωγής τις μεσημβρινές ώρες συμπιέζει ολοένα περισσότερο τις τιμές, περιορίζοντας την εμπορική αξία της παραγόμενης ενέργειας.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τη σημασία της αποθήκευσης. Η ACER επισημαίνει ότι οι συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας που συνδυάζουν μονάδες ΑΠΕ με μπαταρίες μπορούν να περιορίσουν την έκθεση των παραγωγών στις ώρες χαμηλών τιμών, μεταφέροντας μέρος της διαθέσιμης ενέργειας σε περιόδους μεγαλύτερης ζήτησης και υψηλότερων τιμών. Με τον τρόπο αυτό, βελτιώνονται οι προοπτικές εσόδων και η οικονομική βιωσιμότητα νέων επενδύσεων.
Το γενικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ, η ενίσχυση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων και η διεύρυνση των δυνατοτήτων αποθήκευσης και ευέλικτης παραγωγής πρέπει να προχωρήσουν συντονισμένα. Για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η ACER προτείνει μεταξύ άλλων την αναβάθμιση των υφιστάμενων γραμμών, την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση της μεταφορικής τους ικανότητας και την επέκταση της σύζευξης των αγορών προς τις γειτονικές χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Για την Ελλάδα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η ενίσχυση των διασυνδέσεων δεν αφορά μόνο τις νέες υποδομές που σχεδιάζονται, αλλά και την απρόσκοπτη λειτουργία όσων ήδη υπάρχουν. Η δυνατότητα αξιοποίησης της διαθέσιμης παραγωγής στην ευρύτερη περιοχή, τόσο για εισαγωγές σε περιόδους υψηλών τιμών όσο και για εξαγωγές όταν δημιουργούνται πλεονάσματα, αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τη λειτουργία της εγχώριας αγοράς και την αντιμετώπιση των έντονων διακυμάνσεων του ενεργειακού κόστους.
Διαβάστε ακόμη
