«Δεν βλέπω κανέναν εύλογο δρόμο για εξομάλυνση των αγορών ενέργειας πριν από το 2027». Με αυτή την προειδοποίηση, ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), Φατίχ Μπιρόλ, περιγράφει ένα δύσκολο ενεργειακό τοπίο, στο οποίο οι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν εξακολουθούν να βαραίνουν την παγκόσμια αγορά. Οι υψηλές τιμές πετρελαίου και ντίζελ, η αβεβαιότητα για τον εφοδιασμό με φυσικό αέριο και ο ανταγωνισμός για τα διαθέσιμα φορτία LNG συνθέτουν ένα σκηνικό που, όπως εκτιμά, δεν πρόκειται να αλλάξει σύντομα.

Σε συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ), ο Μπιρόλ υπενθυμίζει ότι ήδη από τον Μάρτιο είχε χαρακτηρίσει τον πόλεμο στο Ιράν «τη μεγαλύτερη απειλή για την ενεργειακή ασφάλεια στην ιστορία της ανθρωπότητας». Τότε, όπως λέει, επιδίωκε να προειδοποιήσει τη διεθνή κοινότητα για τις συνέπειες που θα είχε η σύγκρουση στον εφοδιασμό με πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών, κατά τον ίδιο, επιβεβαίωσαν τις ανησυχίες του. Η εικόνα στις αγορές παραμένει ανησυχητική, με το πετρέλαιο Brent να κινείται κοντά στα 120 δολάρια το βαρέλι και τις τιμές του ντίζελ να έχουν διπλασιαστεί σε σχέση με τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο. Και ενώ οι καταναλωτές βρίσκονται αντιμέτωποι με το αυξημένο ενεργειακό κόστος, η Ευρώπη καλείται να προετοιμαστεί για τον χειμώνα χωρίς καμία βεβαιότητα ότι θα αποφύγει νέες πιέσεις.

Η Ευρώπη μεταξύ LNG και ρωσικού αερίου

Ο επικεφαλής του IEA δεν κρύβει τις επιφυλάξεις του για την ενεργειακή επάρκεια της Ευρώπης. Οι προμήθειες φυσικού αερίου από τις χώρες του Κόλπου έχουν ανασταλεί, ενώ η ευρωπαϊκή προσπάθεια απεξάρτησης από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών. Το αποτέλεσμα είναι ένας εντεινόμενος ανταγωνισμός στις αγορές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), όπου Ευρωπαίοι αγοραστές θα βρεθούν αντιμέτωποι με ισχυρούς ανταγωνιστές από την Ασία, όπως η Κίνα, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα. Όσο περισσότερες χώρες διεκδικούν τα ίδια φορτία, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η πίεση στις τιμές. Την ίδια στιγμή, τα χαμηλά επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου στην Ευρώπη δυσκολεύουν την προετοιμασία για την περίοδο αυξημένης ζήτησης.

«Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι δεν θα είναι ένας υπερβολικά βαρύς χειμώνας», σημειώνει ο Μπιρόλ, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ότι οι καιρικές συνθήκες θα μπορούσαν να αποδειχθούν καθοριστικός παράγοντας. Παρά τις πιέσεις, πάντως, δεν εισηγείται χαλάρωση των περιορισμών στις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου. Η επιστροφή σε μια τέτοια εξάρτηση, προειδοποιεί, θα αποτελούσε επανάληψη ενός στρατηγικού λάθους.

Η ενεργειακή ασφάλεια περνά από τον εξηλεκτρισμό

Μέσα σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, ο Μπιρόλ εντοπίζει και ορισμένες θετικές εξελίξεις. Η κρίση ωθεί τις χώρες του Κόλπου να αναζητήσουν εναλλακτικές διαδρομές εξαγωγής, ώστε να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τα Στενά του Ορμούζ. Παράλληλα, η πυρηνική ενέργεια επιστρέφει στο προσκήνιο, ενώ οι ΑΠΕ, τα ηλεκτρικά αυτοκίντηα και οι μπαταρίες αναπτύσσονται με ταχείς ρυθμούς.

Για τον επικεφαλής του IEA, η ενεργειακή ασφάλεια και η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής μπορούν πλέον να «βαδίζουν» μαζί. Η μεγαλύτερη αξιοποίηση καθαρών πηγών ενέργειας και ο εξηλεκτρισμός της οικονομίας δεν αποτελούν μόνο εργαλεία για τη μείωση των εκπομπών, αλλά και μέσα περιορισμού της έκθεσης στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Το μήνυμα προς την Ευρώπη είναι σαφές: χρειάζεται να παράγει περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια και να τη διατηρεί όσο το δυνατόν πιο προσιτή για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η ανταγωνιστικότητα και η ενεργειακή αυτονομία της ηπείρου θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από την πρόοδο προς αυτή την κατεύθυνση.

Σχολιάζοντας τη γερμανική ενεργειακή πολιτική, ο Μπιρόλ δεν απορρίπτει τα σχέδια για νέες μονάδες φυσικού αερίου που θα στηρίζουν την παραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά. Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι ο εξηλεκτρισμός δεν πρέπει να περάσει σε δεύτερη μοίρα. Παράλληλα, ασκεί κριτική στην απόφαση της Γερμανίας να κλείσει τους πυρηνικούς σταθμούς της, ενώ εξετάζει λύσεις όπως η εισαγωγή πράσινου υδρογόνου από μακρινές αγορές. Δεν αποκλείει, μάλιστα, το ενδεχόμενο η χώρα να στραφεί μελλοντικά στους μικρούς αρθρωτούς πυρηνικούς αντιδραστήρες (SMR).

Διαβάστε ακόμη