Η Ινδία βιώνει ένα από τα πιο ακραία και παρατεταμένα κύματα καύσωνα των τελευταίων ετών, με θερμοκρασίες που σε περιοχές του βορρά ξεπερνούν τους 48°C. Ωστόσο, πίσω από τους αριθμούς των μετεωρολογικών δελτίων κρύβεται μια πολύ πιο βαριά πραγματικότητα: οι θάνατοι από τον καύσωνα φαίνεται να είναι πολλαπλάσιοι από όσους καταγράφονται επίσημα.

Νέα επιστημονική μελέτη που επικαλείται το euronews εκτιμά ότι μια μόνο ημέρα ακραίας ζέστης συνδέεται με περίπου 3.400 επιπλέον θανάτους σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ ένα πενθήμερο καύσωνα μπορεί να οδηγήσει σε σχεδόν 30.000 επιπλέον απώλειες ζωών. Τα ευρήματα αυτά έρχονται σε έντονη αντίθεση με τα επίσημα στοιχεία, τα οποία κάνουν λόγο για μόλις 500 έως 1.500 θανάτους ετησίως από θερμοπληξία ή σχετικές αιτίες. Οι ερευνητές τονίζουν ότι η μεγάλη απόκλιση δεν οφείλεται μόνο σε στατιστικά λάθη, αλλά κυρίως σε έναν δομικό περιορισμό: οι επίσημες καταγραφές αποτυπώνουν μόνο τους άμεσους θανάτους από θερμοπληξία, αγνοώντας τις έμμεσες επιπτώσεις της ακραίας ζέστης.

Η επιβάρυνση χρόνιων νοσημάτων, η αφυδάτωση, η καρδιοαναπνευστική καταπόνηση και η περιορισμένη πρόσβαση σε ιατρική φροντίδα σε ευάλωτες περιοχές δεν εντάσσονται πάντα στις στατιστικές των αρχών, με αποτέλεσμα ένα σημαντικό μέρος της θνησιμότητας να μένει «αόρατο».

Η μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Frontiers in Environmental Health επιχειρεί για πρώτη φορά μια πανεθνική αποτίμηση για τις 765 περιφέρειες της Ινδίας. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ιστορικά δεδομένα από 10 πόλεις με διαφορετικά κλιματικά χαρακτηριστικά και τα προέβαλαν σε ολόκληρη τη χώρα, προσαρμόζοντας τα ευρήματα στις τοπικές κλιματικές συνθήκες.

Με αυτόν τον τρόπο υπολόγισαν την «υπερβάλλουσα θνησιμότητα» κατά τη διάρκεια περιόδων καύσωνα, δηλαδή όλους τους επιπλέον θανάτους που καταγράφονται σε σχέση με το αναμενόμενο επίπεδο.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο αντίκτυπος δεν κατανέμεται ισότιμα. Πολιτείες όπως η Uttar Pradesh καταγράφουν περίπου 8.100 επιπλέον θανάτους σε ένα πενθήμερο καύσωνα, ενώ μεγάλες πόλεις όπως η Ahmedabad, η Jaipur και η Surat εμφανίζουν εκατοντάδες επιπλέον απώλειες ανά επεισόδιο.

Παράλληλα, οι περιοχές που πλήττονται περισσότερο είναι συχνά και οι οικονομικά ασθενέστερες, οι οποίες διαθέτουν περιορισμένους πόρους για προσαρμογή στην κλιματική κρίση. Σύμφωνα με τους ερευνητές, πέντε πολιτείες ευθύνονται για το 66% της συνολικής υπερβάλλουσας θνησιμότητας, παρότι συνεισφέρουν μόλις το 29% του ΑΕΠ της χώρας.

Η κλιματική κρίση ως «πολλαπλασιαστής κινδύνου»

Η αύξηση της συχνότητας και της έντασης των καυσώνων αποδίδεται άμεσα στην κλιματική αλλαγή, που προκαλείται από την καύση ορυκτών καυσίμων. Τα τελευταία 11 χρόνια καταγράφονται ως τα θερμότερα στην ιστορία των μετρήσεων, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό.

Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι οι καύσωνες δεν είναι πλέον μεμονωμένα ακραία φαινόμενα, αλλά μια επαναλαμβανόμενη απειλή με σωρευτικές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία.

Αν και η μελέτη επικεντρώνεται στην Ινδία, τα συμπεράσματά της έχουν παγκόσμια σημασία. Παρόμοια υποκαταγραφή των θερμικών θανάτων παρατηρείται και σε άλλες περιοχές με περιορισμένα συστήματα υγειονομικής επιτήρησης, όπως η Νότια Ασία και η Υποσαχάρια Αφρική.

Ακόμη και στην Ευρώπη, οι καύσωνες έχουν προκαλέσει δεκάδες χιλιάδες θανάτους τα τελευταία καλοκαίρια, με εκτιμήσεις να αποδίδουν στην κλιματική αλλαγή σημαντικό μέρος αυτών των απωλειών.

Καθώς οι θερμοκρασίες συνεχίζουν να ανεβαίνουν, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η πραγματική διάσταση της κρίσης δεν αποτυπώνεται επαρκώς στα επίσημα στατιστικά. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η καταγραφή των θυμάτων, αλλά η ενίσχυση συστημάτων πρόληψης, έγκαιρης προειδοποίησης και προστασίας των πιο ευάλωτων πληθυσμών. Η Ινδία, όπως και πολλές ακόμη χώρες, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα πραγματικότητα: έναν κλιματικό κίνδυνο που δεν είναι πλέον μελλοντικός, αλλά ήδη παρών  και θανατηφόρος.

Διαβάστε ακόμη