Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει προκαλέσει αναταράξεις στη γιγαντιαία χημική βιομηχανία της Ασίας. Χωρίς πρόσβαση σε πρώτες ύλες όπως το φυσικό αέριο του Κατάρ και το πετρέλαιο της Σαουδικής Αραβίας, εργοστάσια λιπασμάτων και πλαστικών σε ολόκληρη την περιοχή επιβραδύνουν την παραγωγή τους ή ακόμη και αναστέλλουν τη λειτουργία τους. Υπάρχει όμως μία εξαίρεση: η Κίνα. Στον πετροχημικό τομέα, η Κίνα αποτελεί μοναδική περίπτωση. Πέρα από τη συμβατική βιομηχανία που βασίζεται στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο ως πρώτη ύλη, διαθέτει και μια παράλληλη παραγωγική βάση που στηρίζεται στα άφθονα εγχώρια αποθέματα άνθρακα. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η Ινδία και άλλες περιφερειακές δυνάμεις επιδιώκουν να αντιγράψουν το κινεζικό μοντέλο. Ωστόσο, κάτι τέτοιο μόνο εύκολο — ή φιλικό προς το κλίμα — δεν είναι.
Οι επιπτώσεις αναμένεται να είναι παγκόσμιες. Κίνα και Ινδία καταναλώνουν ήδη μαζί το 70% του άνθρακα παγκοσμίως, επομένως οποιαδήποτε επιπλέον χρήση θα διατηρήσει το πιο ρυπογόνο ορυκτό καύσιμο σε υψηλή ζήτηση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Περισσότερη κατανάλωση σημαίνει περισσότερες εκπομπές CO2 και εντονότερη υπερθέρμανση του πλανήτη.
Η κινεζική βιομηχανία μετατροπής άνθρακα σε χημικά προϊόντα συμβάλλει καθοριστικά σε αυτή την τάση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ουρία, ένα βασικό αζωτούχο λίπασμα που χρησιμοποιείται ευρέως στις καλλιέργειες ρυζιού και καλαμποκιού. Η Κίνα παράγει περίπου το 80% της ουρίας της από άνθρακα, ενώ η Ινδία παράγει σχεδόν το σύνολο της εγχώριας παραγωγής της από πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Παρά το τεράστιο μέγεθός της, η κινεζική αυτή βιομηχανία έχει περάσει σε μεγάλο βαθμό κάτω από τα ραντάρ. Ωστόσο, καταναλώνει περίπου 380 εκατομμύρια μετρικούς τόνους άνθρακα ως πρώτη ύλη. Αν αποτελούσε ξεχωριστή χώρα, θα ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος καταναλωτής άνθρακα παγκοσμίως, πίσω μόνο από την Κίνα και την Ινδία και μπροστά από τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και άλλες μεγάλες οικονομίες.
Η Ινδία έχει δεσμεύσει σχεδόν 4 δισεκατομμύρια δολάρια για την ταχεία ανάπτυξη δικής της βιομηχανίας μετατροπής άνθρακα σε χημικά προϊόντα, με στόχο έως το 2030 να επεξεργάζεται έως και 75 εκατομμύρια τόνους άνθρακα ετησίως για την παραγωγή λιπασμάτων, πλαστικών και άλλων συνθετικών προϊόντων. Η κυβέρνηση του Νέου Δελχί θα καλύψει το 20% του κόστους κατασκευής νέων μονάδων, ενώ παράλληλα θα εξασφαλίσει αποθέματα άνθρακα για μελλοντικά έργα, εγγυώμενη μακροπρόθεσμη τροφοδοσία.
Ο άνθρακας παραμένει «βασιλιάς» στην Ασία
Κίνα και Ινδία αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% της παγκόσμιας κατανάλωσης άνθρακα και η ανάπτυξη της βιομηχανίας χημικών από άνθρακα αναμένεται να αυξήσει ακόμη περισσότερο τη ζήτηση. Η αναδυόμενη αυτή βιομηχανία προσφέρει στην Ινδία τα ίδια πλεονεκτήματα που προσέλκυσαν την Κίνα πριν από δεκαετίες. Πρώτον, ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας. Η Ινδία διαθέτει σημαντικά αποθέματα άνθρακα, επομένως κάθε τόνος πετροχημικών που παράγεται με αυτόν τον τρόπο μειώνει την ανάγκη εισαγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου. Δεύτερον, η χρήση άνθρακα για την παραγωγή λιπασμάτων ενισχύει και την επισιτιστική ασφάλεια, μία ακόμη κορυφαία κυβερνητική προτεραιότητα.
Η εξόρυξη άνθρακα απασχολεί περίπου 750.000 εργαζομένους στην Ινδία
Υπάρχουν επίσης οικονομικά οφέλη: περιορίζεται ο λογαριασμός εισαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, μειώνοντας την πίεση στα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας. Παράλληλα, πρόκειται για έναν νέο τρόπο αξιοποίησης των εγχώριων αποθεμάτων άνθρακα, ο οποίος συμπληρώνει τους παραδοσιακούς καταναλωτές του — ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς, χαλυβουργίες και τσιμεντοβιομηχανίες — παρατείνοντας ουσιαστικά τη ζωή του κλάδου. Η εξόρυξη άνθρακα απασχολεί περίπου 750.000 εργαζομένους στην Ινδία και αποτελεί κρίσιμη πηγή απασχόλησης για πολλές πολιτείες.
Η αντιγραφή του κινεζικού μοντέλου δεν θα είναι εύκολη υπόθεση
Ωστόσο, η αντιγραφή του κινεζικού μοντέλου δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Το πρώτο πρόβλημα για το Νέο Δελχί είναι η ίδια η πρώτη ύλη: ο εγχώριος ινδικός άνθρακας περιέχει υπερβολικά μεγάλη ποσότητα τέφρας, γεγονός που δυσκολεύει τη μετατροπή του σε χημικά προϊόντα. Επιπλέον, υπάρχει το τεχνολογικό χάσμα. Η Κίνα έχει αφιερώσει τις τελευταίες δύο δεκαετίες στην εξέλιξη της αρχικής διαδικασίας μετατροπής — γνωστής ως σύνθεση Fischer-Tropsch, από τους δύο Γερμανούς χημικούς που κατοχύρωσαν τη μέθοδο πριν από έναν αιώνα. Η Ινδία δεν διαθέτει ακόμη αντίστοιχη τεχνογνωσία, ιδιαίτερα στους πιο προηγμένους τομείς όπου ο άνθρακας μετατρέπεται σε μεθανόλη για την παραγωγή προϊόντων όπως οι ολεφίνες, που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή πλαστικών.
Εμπόδιο αποτελεί και το κόστος. Χωρίς μεγαλύτερη κρατική στήριξη, οι εταιρείες θα δυσκολευτούν να παράγουν λιπάσματα και άλλα προϊόντα σε ανταγωνιστικές τιμές όταν — ή εάν — οι τιμές φυσικού αερίου και πετρελαίου υποχωρήσουν.
Η Ινδία παρουσίασε το πρώτο της σχέδιο για βιομηχανία χημικών από άνθρακα το 2020, χωρίς όμως να σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος. Το 2024, μετά την άνοδο των τιμών φυσικού αερίου, η κυβέρνηση προσέφερε οικονομικά κίνητρα για την εκκίνηση έργων, αλλά λίγες εταιρείες αξιοποίησαν τις επιδοτήσεις. Πλέον, η χρηματοδοτική στήριξη έχει τετραπλασιαστεί και, για πρώτη φορά, ο ιδιωτικός τομέας δείχνει έτοιμος να επενδύσει.
Αν το Νέο Δελχί πετύχει τον στόχο του, ο άνθρακας θα αποκτήσει μια ακόμη απροσδόκητη «παράταση ζωής». Και η παγκόσμια εικόνα είναι ήδη ανησυχητική. Η ζήτηση για το ορυκτό καύσιμο έφτασε πέρυσι σε ιστορικό υψηλό, ενώ όλα δείχνουν ότι θα καταγράψει νέο ρεκόρ το 2026 και θα παραμείνει κοντά στα υψηλά επίπεδα για αρκετά ακόμη χρόνια.
Οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979 έδωσαν τεράστια ώθηση στον άνθρακα, ιδιαίτερα στις πιο βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες, πολλές από τις οποίες τον χρησιμοποίησαν για να αντικαταστήσουν το πετρέλαιο στην ηλεκτροπαραγωγή. Αυτή τη φορά το διακύβευμα αφορά τα χημικά προϊόντα, όμως το σοκ από την κρίση στο Ορμούζ απειλεί να έχει ανάλογες συνέπειες.
Διαβάστε ακόμη
