Από την αποκατάσταση των ζημιών εκ των υστέρων στην υποχρεωτική προετοιμασία για τις κλιματικές καταστροφές θέλει να στρέψει την Ευρώπη η Κομισιόν. Η πρόταση για τον νόμο περί κλιματικής ανθεκτικότητας, που παρουσιάστηκε την Τρίτη, καλεί τα κράτη-μέλη να αξιολογούν συστηματικά τους κινδύνους, να σχεδιάζουν την αντιμετώπισή τους και να ορίζουν ποιοι φορείς είναι υπεύθυνοι.

Το κόστος των κλιματικών καταστροφών στην ΕΕ έφτασε, σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, τα 200 δισ. ευρώ την περίοδο 2021-2025. Ξηρασίες, πλημμύρες και καύσωνες πλήττουν τη γεωργία, τις μεταφορές και τον εφοδιασμό, προκαλώντας αναταράξεις στην οικονομία. «Η μελλοντική ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης εξαρτάται από την ικανότητά μας να προβλέπουμε και να προετοιμαζόμαστε για ένα κλίμα που αλλάζει», προειδοποίησε ο επίτροπος Wopke Hoekstra.

Η πρόταση, ωστόσο, αφήνει εκτός ένα κρίσιμο σκέλος: την ασφάλιση. Η ευθύνη για τη στήριξη των πληγέντων παραμένει στα κράτη, ενώ δεν διαμορφώνεται κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον επιμερισμό των απωλειών.

Το σχέδιο θα πρέπει ακόμη να συμφωνηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη. Προβλέπει την πρώτη εθνική αξιολόγηση των κλιματικών κινδύνων έως τις 30 Ιουνίου 2028 και την επανάληψή της κάθε πέντε χρόνια. Έως το 2030, κάθε κυβέρνηση θα πρέπει να έχει καταρτίσει στρατηγικό σχέδιο με συγκεκριμένα μέτρα, χρονοδιάγραμμα, επενδυτικές ανάγκες και πηγές χρηματοδότησης.

Κάθε χώρα θα πρέπει επίσης να ορίσει μια κεντρική αρχή συντονισμού και, για κάθε σοβαρό κίνδυνο, μία ή περισσότερες αρμόδιες δημόσιες αρχές. Ποιος θα προετοιμάζει τις μεταφορές για τους ακραίους καύσωνες; Ποιος θα οργανώνει την αντιμετώπιση μιας κρίσης νερού; Οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να αποσαφηνίσουν την κατανομή των ευθυνών.

Η πρόταση εστιάζει κυρίως στον τρόπο οργάνωσης των κρατών και όχι σε δεσμευτικά αποτελέσματα. Οι υποχρεώσεις αφορούν τη διαδικασία, χωρίς πρόβλεψη για οικονομικές κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης. Παράλληλα, δεν επιβάλλεται ένα ενιαίο μοντέλο παρεμβάσεων: κάθε χώρα θα προσαρμόζει τα μέτρα της στις δικές της συνθήκες.

Κοινή βάση για τις αξιολογήσεις θα είναι ένα σενάριο στο οποίο η υπερθέρμανση φτάνει τους 2 βαθμούς Κελσίου το 2050 και τους 3 βαθμούς το 2100. Η προσαρμογή, ωστόσο, δεν υποκαθιστά τη μείωση των εκπομπών. «Η πρώτη και αποτελεσματικότερη μέθοδος προσαρμογής είναι να αντιμετωπίσουμε τις βαθύτερες αιτίες», υπογράμμισε η αντιπρόεδρος της Επιτροπής Teresa Ribera.

Σχέδια χωρίς νέο ευρωπαϊκό ταμείο

Οι υποδομές θα πρέπει πλέον να σχεδιάζονται με βάση τις υψηλές θερμοκρασίες και τις πλημμύρες που αναμένονται. Στα μέτρα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ταμιευτήρες νερού και χώροι που επιτρέπουν την απορρόφηση των πλημμυρικών υδάτων. Η νέα υποχρέωση, όμως, δεν συνοδεύεται από πρόσθετη χρηματοδότηση.

Ενόψει των επικείμενων δημοσιονομικών διαπραγματεύσεων, οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν τα όρια των διαθέσιμων πόρων. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει δεσμευθεί να διαθέσει 30 δισ. ευρώ έως το 2030, αλλά ο κανονισμός δεν δημιουργεί νέο ταμείο. Την ίδια στιγμή, η Επιτροπή υπολογίζει σε 70 δισ. ευρώ ετησίως τις επενδύσεις που απαιτούνται για να προσαρμοστεί η οικονομία στους κλιματικούς κινδύνους.

Ανοικτό παραμένει και το ζήτημα της ασφαλιστικής κάλυψης. Μόλις το ένα τέταρτο των απωλειών από φυσικές καταστροφές καλύπτεται από ασφάλιση, με αποτέλεσμα τα δημόσια ταμεία να λειτουργούν συχνά ως «ασφαλιστής έσχατης ανάγκης», σύμφωνα με την Επιτροπή. Οι Βρυξέλλες προσβλέπουν στην ευρωπαϊκή ασφαλιστική συμμαχία, στην οποία συμμετέχουν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εταιρείες και δημόσιες αρχές, για την επεξεργασία των πρώτων μέτρων έως το τέλος του 2027.

Στο τραπέζι βρίσκονται πιο ευέλικτα και προσιτά ασφαλιστήρια, ταχύτερες αποζημιώσεις μέσω παραμετρικής ασφάλισης όπου η πληρωμή ενεργοποιείται βάσει προκαθορισμένου δείκτη και ενισχυμένες εγγυήσεις για την ανοικοδόμηση. Θα εξεταστούν επίσης η αντασφάλιση και τα ομόλογα καταστροφών, ως τρόποι ενίσχυσης των διαθέσιμων πόρων για αποζημιώσεις.

Το δυσκολότερο ερώτημα είναι ποιο μέρος του κινδύνου θα αναλαμβάνουν οι ασφαλιστικές εταιρείες και ποιο θα επιβαρύνει τα δημόσια ταμεία. Ενδεχόμενες συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα θα εξεταστούν, αλλά προς το παρόν δεν προτείνεται συγκεκριμένος μηχανισμός εγγύησης ή επιμερισμού των απωλειών.

Οι επιπτώσεις, πάντως, ξεπερνούν το κόστος των αποζημιώσεων: όταν μια περιοχή δεν μπορεί να ασφαλιστεί, δυσκολεύεται να προσελκύσει επιχειρήσεις και επενδύσεις. Όπως το έθεσε ανώτερος Ευρωπαίος αξιωματούχος: «Ό,τι καθίσταται μη ασφαλίσιμο, καθίσταται αδύνατο να προσελκύσει επενδύσεις». 

Διαβάστε ακόμη