Πλαφόν στις μέσες χρεώσεις δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, με ενδεικτικό ανώτατο όριο τα 1,2 ευρώ ανά μεγαβατώρα (MWh), ζητούν δέκα ευρωπαϊκές βιομηχανικές οργανώσεις (Cefic, Cement Europe, Cepi, Cerame Unie, EIGA, Euro Alliages, Euromines, European Metals, EXCA, Glass Alliance Europe) θέτοντας στο επίκεντρο το αυξανόμενο κόστος χρήσης των ηλεκτρικών υποδομών και τις επιπτώσεις του στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής.
Με κοινή επιστολή τους, στις 27 Οκτωβρίου 2026, προς τους υπουργούς Ενέργειας των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οργανώσεις καταθέτουν τρεις προτάσεις για τη διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα περιορίζει τις επιβαρύνσεις των βιομηχανικών καταναλωτών. Η παρέμβαση πραγματοποιείται ενόψει της συνεδρίασης του Συμβουλίου Υπουργών Ενέργειας στις 29 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο των συζητήσεων για τον κανονισμό σχετικά με τη διαμόρφωση πιο βιώσιμων και προβλέψιμων λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με τους συντάκτες της επιστολής, οι ενεργοβόρες βιομηχανίες αποτελούν βασικό κρίκο στις στρατηγικές αλυσίδες αξίας της Ευρώπης, καθώς προμηθεύουν υλικά και προϊόντα που είναι απαραίτητα για την ενεργειακή και ψηφιακή μετάβαση, τις κατασκευές και την άμυνα. Η πρόσβαση σε αξιόπιστη ηλεκτρική ενέργεια με ανταγωνιστικό κόστος αποτελεί, όπως υπογραμμίζουν, προϋπόθεση για τη διατήρηση της παραγωγής, των επενδύσεων και των θέσεων εργασίας στην Ευρώπη.
Επενδύσεις 1,2 τρισ. ευρώ στα δίκτυα έως το 2040
Σημαντική διάσταση του προβλήματος αποτελεί το κόστος της αναβάθμισης των ηλεκτρικών υποδομών. Όπως αναφέρουν οι βιομηχανικοί φορείς, επικαλούμενοι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι ανάγκες επενδύσεων για τον εκσυγχρονισμό και την επέκταση των ευρωπαϊκών δικτύων έως το 2040 υπολογίζονται σε περίπου 1,2 τρισ. ευρώ, ακόμη και με τα πλέον αισιόδοξα σενάρια.
Η αναβάθμιση των δικτύων θεωρείται απαραίτητη για την ενεργειακή μετάβαση, την ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την εξυπηρέτηση των νέων αναγκών ηλεκτροδότησης. Το ζήτημα, ωστόσο, αφορά και τον τρόπο με τον οποίο θα χρηματοδοτηθούν οι σχετικές επενδύσεις και το κατά πόσο το κόστος τους θα μετακυλιστεί στους καταναλωτές.
Οι οργανώσεις επισημαίνουν ότι οι χρεώσεις δικτύου καταλαμβάνουν αυξανόμενο μερίδιο στο συνολικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας της βιομηχανίας. Για τον λόγο αυτό ζητούν ρυθμίσεις που θα διασφαλίζουν ότι η χρηματοδότηση των υποδομών δεν θα υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων που καλούνται παράλληλα να επενδύσουν στην απανθρακοποίηση των παραγωγικών τους διαδικασιών.
1.Ειδικά μειωμένα τιμολόγια για τη βιομηχανία
Η πρώτη πρόταση αφορά τη ρητή δυνατότητα εφαρμογής ειδικών, μειωμένων χρεώσεων δικτύου για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες και τους διαχειριστές βιομηχανικών πάρκων.
Οι οργανώσεις ζητούν το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο να επιτρέπει με σαφήνεια τέτοια τιμολογιακά καθεστώτα, χωρίς υπερβολικά περίπλοκες διαδικασίες και χωρίς να δημιουργείται αβεβαιότητα για τη συνέχιση των υφιστάμενων εθνικών ρυθμίσεων.
Ειδικότερα, επικαλούνται το άρθρο 18 παράγραφος 3 του υπό συζήτηση κανονισμού, υποστηρίζοντας ότι τα ειδικά τιμολόγια μπορούν να μειώσουν το ενεργειακό κόστος και να ενισχύσουν την οικονομική βιωσιμότητα των επενδύσεων για τον εξηλεκτρισμό της βιομηχανικής παραγωγής.
Παράλληλα, εκφράζουν επιφυλάξεις για την επιβολή απαιτήσεων που θα υποχρεώνουν τις επιχειρήσεις να αποδεικνύουν με ακρίβεια την επίδραση της κατανάλωσής τους στο κόστος του δικτύου. Όπως αναφέρουν, τέτοιες αξιολογήσεις ενδέχεται να είναι δύσκολο να εφαρμοστούν στην πράξη και να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα των ειδικών τιμολογίων.
Αντί αυτού, ζητούν να παρέχεται στις εθνικές κυβερνήσεις και στις ρυθμιστικές αρχές η δυνατότητα να συνυπολογίζουν τα ευρύτερα οφέλη που προσφέρει η βιομηχανική κατανάλωση στο ηλεκτρικό σύστημα. Σε αυτά περιλαμβάνονται η καλύτερη αξιοποίηση των δικτύων, η ενσωμάτωση περισσότερης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και η βελτίωση της συνολικής αποδοτικότητας.
2. Εθελοντική ευελιξία και αναγνώριση της ενεργειακής αποδοτικότητας
Η δεύτερη παρέμβαση αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι βιομηχανικοί καταναλωτές συμμετέχουν στη διαχείριση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι οργανώσεις αναγνωρίζουν ότι η ευελιξία της κατανάλωσης μπορεί να προσφέρει οφέλη στο ηλεκτρικό σύστημα, επισημαίνουν όμως ότι δεν είναι τεχνικά ή οικονομικά εφικτή για όλες τις παραγωγικές δραστηριότητες. Ορισμένες βιομηχανικές διεργασίες απαιτούν συνεχή και προβλέψιμη τροφοδοσία, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα μεταβολής της κατανάλωσης ανάλογα με τις ανάγκες του δικτύου. Για τον λόγο αυτό ζητούν η παροχή υπηρεσιών ευελιξίας από τις επιχειρήσεις να παραμείνει εθελοντική και να συνοδεύεται από κατάλληλα οικονομικά κίνητρα. Παράλληλα, υπογραμμίζουν ότι οι τιμολογιακές μέθοδοι πρέπει να αναγνωρίζουν και την αξία της σταθερής βιομηχανικής ζήτησης, η οποία συμβάλλει στην καλύτερη αξιοποίηση των υποδομών και στον αποτελεσματικότερο προγραμματισμό των επενδύσεων.
Στο ίδιο πλαίσιο, ζητούν να αναγνωρίζονται και οι αποδεδειγμένες μειώσεις της ζήτησης αιχμής και των απαιτήσεων ισχύος του δικτύου, όταν αυτές προκύπτουν από μέτρα ενεργειακής αποδοτικότητας στις εγκαταστάσεις τελικής κατανάλωσης.
Οι οργανώσεις προτείνουν, επίσης, εργαλεία όπως οι χρεώσεις που διαφοροποιούνται ανάλογα με την ώρα κατανάλωσης, τα κίνητρα για τον περιορισμό της ζήτησης στις ώρες αιχμής και τα γεωγραφικά διαφοροποιημένα τιμολογιακά σήματα να παραμείνουν προαιρετικά, στη διακριτική ευχέρεια των εθνικών ρυθμιστικών αρχών.
Η εφαρμογή τους, σύμφωνα με την επιστολή, θα πρέπει να εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά κάθε ηλεκτρικού συστήματος, τις δυνατότητες των βιομηχανικών καταναλωτών και τις ανάγκες της πορείας απανθρακοποίησής τους. Οι συντάκτες προειδοποιούν ότι μια ενιαία προσέγγιση για όλα τα κράτη-μέλη θα μπορούσε να επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα χωρίς να εξασφαλίζει αντίστοιχα οφέλη για τη λειτουργία των δικτύων. Επιπλέον, ζητούν να διατηρηθεί η δυνατότητα των κρατών-μελών να καλύπτουν μέρος του κόστους δικτύου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 18 παράγραφος 4, ιδιαίτερα για επιχειρήσεις που αδυνατούν να προσφέρουν υπηρεσίες ευελιξίας για τεχνικούς ή οικονομικούς λόγους.
3. Πλαφόν 1,2 ευρώ/MWh στις μέσες χρεώσεις δικτύου
Η τρίτη πρόταση αφορά τη θέσπιση ανώτατου ορίου στις μέσες χρεώσεις δικτύου που επιβαρύνουν τις ενεργοβόρες βιομηχανίες και τους διαχειριστές βιομηχανικών πάρκων. Οι οργανώσεις προτείνουν ως ενδεικτικό όριο τα 1,2 ευρώ/MWh, ζητώντας οι μέσες χρεώσεις για τις επιλέξιμες επιχειρήσεις σε κάθε κράτος-μέλος να διατηρούνται κάτω από ένα προκαθορισμένο επίπεδο.
Για τη συγκεκριμένη πρόταση επικαλούνται ως σημείο αναφοράς τον Κανονισμό 838/2010 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο οποίος προβλέπει όρια στις χρεώσεις μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας που επιβάλλονται στους παραγωγούς.
Το επιχείρημά τους είναι ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία αναγνωρίζει ήδη τον κίνδυνο στρεβλώσεων στην εσωτερική αγορά από σημαντικές αποκλίσεις στις χρεώσεις που επιβαρύνουν τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας. Αντίστοιχη μέριμνα, υποστηρίζουν, θα πρέπει να υπάρξει και για τους μεγάλους βιομηχανικούς καταναλωτές, οι οποίοι εκτίθενται στο αυξανόμενο κόστος των δικτύων.
Το προτεινόμενο πλαφόν αφορά τις μέσες χρεώσεις δικτύου των συγκεκριμένων κατηγοριών καταναλωτών και όχι τη συνολική τιμή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή το σύνολο του λογαριασμού. Πρόκειται, επίσης, για αίτημα των βιομηχανικών οργανώσεων και όχι για μέτρο που έχει ήδη θεσπιστεί.
Σύμφωνα με τους συντάκτες της επιστολής, η καθιέρωση ενός ανώτατου ορίου θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο ενεργειακό κόστος, διευκολύνοντας τον σχεδιασμό μακροπρόθεσμων επενδύσεων, τον εξηλεκτρισμό των παραγωγικών διαδικασιών και τη μείωση των εκπομπών.
Οι τρεις προτάσεις συγκλίνουν στην ανάγκη να συνδυαστεί η αναβάθμιση των ηλεκτρικών υποδομών με τη διατήρηση ανταγωνιστικών όρων λειτουργίας για τη βιομηχανία. Οι οργανώσεις δεν αμφισβητούν τη σημασία των επενδύσεων στα δίκτυα, ζητούν όμως το νέο κανονιστικό πλαίσιο να προβλέπει εργαλεία που θα περιορίζουν τις επιβαρύνσεις και θα λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές δυνατότητες των βιομηχανικών καταναλωτών.
Δείτε εδώ ολόκληρη την επιστολή
Διαβάστε ακόμη
