Η ενεργειακή ασφάλεια, οι προμήθειες LNG και η πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες αποτελούν βασικά πεδία της συνεργασίας που επιδιώκουν να ενισχύσουν η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Καναδάς, σε μια περίοδο κατά την οποία και οι δύο πλευρές αναζητούν τρόπους να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τις μεγάλες οικονομικές δυνάμεις. Η σύνοδος κορυφής της 29ης και 30ής Οκτωβρίου στο Μόντρεαλ αναμένεται να αποτελέσει σημαντικό σταθμό αυτής της προσπάθειας, με τις Βρυξέλλες και την Οτάβα να εξετάζουν νέες μορφές οικονομικής και στρατηγικής συνεργασίας. Πίσω, ωστόσο, από τη σύγκλιση των συμφερόντων τους, παραμένουν διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον της σχέσης τους, αλλά και εμπορικές διαφωνίες που ενδέχεται να περιορίσουν τις φιλοδοξίες τους.

Ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, επιδιώκει τη δημιουργία μιας ευρύτερης συμμαχίας μεσαίων δυνάμεων, ικανής να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην οικονομική και γεωπολιτική επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Από την πλευρά της, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, αντιμετωπίζει την προσέγγιση με τον Καναδά ως ευκαιρία ενίσχυσης του διεθνούς ρόλου της ΕΕ, με τις Βρυξέλλες να διατηρούν τον κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της νέας συνεργασίας.

Οι δύο προσεγγίσεις συναντώνται στην ανάγκη διαφοροποίησης των εμπορικών σχέσεων, ασφάλειας των εφοδιαστικών αλυσίδων και μεγαλύτερης οικονομικής αυτονομίας. Διαφέρουν, ωστόσο, ως προς το ποιος θα καθορίζει τους όρους της συνεργασίας και πόσο στενά θα συνδεθεί ο Καναδάς με το ευρωπαϊκό θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο.

Η ενεργειακή διάσταση της συνεργασίας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ενεργειακή ατζέντα, καθώς ο Καναδάς διαθέτει σημαντικούς φυσικούς πόρους και εξαγωγικό δυναμικό, ενώ η Ευρώπη επιδιώκει να διαφοροποιήσει περαιτέρω τις πηγές προμήθειας ενέργειας και κρίσιμων υλικών. Η συνεργασία τους δεν περιορίζεται στο φυσικό αέριο, αλλά επεκτείνεται στην ηλεκτροκίνηση, στα ηλεκτρικά δίκτυα, στην πυρηνική ενέργεια και στις τεχνολογίες της ενεργειακής μετάβασης.

Η προετοιμασία για τη σύνοδο του Οκτωβρίου είχε ξεκινήσει ήδη από τον Ιούνιο, όταν ο Ευρωπαίος επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν και ο Καναδός υπουργός Ενέργειας και Φυσικών Πόρων Τιμ Χότζσον συναντήθηκαν στο Μόντρεαλ, με αντικείμενο την ενίσχυση των διατλαντικών ενεργειακών σχέσεων.

Στις συζητήσεις συμμετείχαν επίσης εκπρόσωποι επιχειρήσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στις δυνατότητες εξαγωγής καναδικού LNG προς την ευρωπαϊκή αγορά. Ακολούθησαν επαφές μεταξύ καναδικών ενεργειακών έργων και δυνητικών Ευρωπαίων αγοραστών, με στόχο τη διερεύνηση εμπορικών συνεργασιών. Στην ίδια συνάντηση εξετάστηκαν επενδυτικές ευκαιρίες σε ηλεκτρικά δίκτυα, εξοπλισμό και καθαρές ενεργειακές τεχνολογίες, καθώς και οι προϋποθέσεις για την κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.

Για την ΕΕ, η σημασία του Καναδά συνδέεται επίσης με τις κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες, οι οποίες είναι απαραίτητες για την παραγωγή μπαταριών, τον εξοπλισμό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την ηλεκτροκίνηση. Οι δύο πλευρές έχουν ήδη θεμελιώσει στρατηγική συνεργασία στον συγκεκριμένο τομέα από το 2021, επιδιώκοντας την ανάπτυξη ασφαλέστερων και ανθεκτικότερων αλυσίδων εφοδιασμού.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η Πράσινη Συμμαχία ΕΕ–Καναδά, που δημιουργήθηκε το 2023 και καλύπτει την κλιματική πολιτική, την ενεργειακή αποδοτικότητα, τις ανανεώσιμες πηγές και τη μείωση των εκπομπών μεθανίου. Το ζητούμενο πλέον είναι κατά πόσο αυτές οι συμφωνίες μπορούν να οδηγήσουν σε περισσότερες εμπορικές συναλλαγές, νέες ενεργειακές υποδομές και συγκεκριμένες επενδυτικές δεσμεύσεις.

Το σχέδιο για ειδική σχέση με την ΕΕ και οι αντιδράσεις

Η σημαντικότερη πολιτική εκκρεμότητα αφορά την πρόταση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να αποκτήσει ο Καναδάς καθεστώς «συνδεδεμένου μέλους» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για μια ιδέα που θα μπορούσε να επιτρέψει στενότερη οικονομική και στρατηγική συνεργασία, χωρίς να συνεπάγεται πλήρη ένταξη στην ΕΕ.

Ωστόσο, η πρόταση παρουσιάστηκε χωρίς να έχει προηγηθεί συμφωνία για το ακριβές περιεχόμενό της. Σύμφωνα με το POLITICO, τέσσερις διπλωμάτες ανέφεραν ότι δεν είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων, ενώ παραμένει ασαφές ποια δικαιώματα και ποιες υποχρεώσεις θα συνεπαγόταν ένα τέτοιο καθεστώς.

Η Γερμανία έχει εκφράσει αντιρρήσεις, αναδεικνύοντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει κοινή γραμμή από τα κράτη-μέλη.

Η πρωτοβουλία προκάλεσε και την αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος χαρακτήρισε την ιδέα γελοία και απείλησε με ιδιαίτερα υψηλούς δασμούς εάν προχωρήσει. Η αμερικανική στάση αποτυπώνει ένα από τα βασικά διλήμματα της νέας διατλαντικής προσέγγισης: ο Καναδάς και η ΕΕ επιδιώκουν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ, χωρίς όμως να προκαλέσουν μια νέα εμπορική αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον.

Για τον Κάρνεϊ, η στενότερη σχέση με την Ευρώπη αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής διαφοροποίησης των διεθνών συνεργασιών του Καναδά. Για τη φον ντερ Λάιεν, αντίθετα, μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα για τη δημιουργία ενός ευρύτερου δικτύου χωρών που θα συνδέονται στενότερα με την ευρωπαϊκή οικονομία και τους κανόνες της ενιαίας αγοράς.

Οι εμπορικές διαφορές που δοκιμάζουν τη νέα σχέση

Παρά τις πολιτικές φιλοδοξίες, η οικονομική συνεργασία των δύο πλευρών εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικά κενά. Η σύνοδος του Μόντρεαλ συμπίπτει με τη συμπλήρωση δέκα ετών από την υπογραφή της Συνολικής Οικονομικής και Εμπορικής Συμφωνίας ΕΕ–Καναδά (CETA), η οποία εφαρμόζεται προσωρινά από το 2017.

Η συμφωνία έχει συμβάλει στην αύξηση των εμπορικών συναλλαγών, όμως εννέα κράτη-μέλη της ΕΕ δεν την έχουν ακόμη επικυρώσει. Παράλληλα, σύμφωνα με τον Καναδό υπουργό Διεθνούς Εμπορίου Μανίντερ Σίντου, τα ποσοστά αξιοποίησής της στα κράτη-μέλη κυμαίνονται μεταξύ 60% και 80%, στοιχείο που δείχνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια ενίσχυσης των συναλλαγών.

Οι δυσκολίες δεν περιορίζονται στις διαδικασίες επικύρωσης. Στις πρόσφατες εμπορικές επαφές, οι Βρυξέλλες έθεσαν ζητήματα σχετικά με την καναδική φορολόγηση που θεωρούν ότι επιβαρύνει δυσανάλογα τις ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες, τους περιορισμούς στις εισαγωγές τυριών και τις επιβαρύνσεις στα ευρωπαϊκά κρασιά και οινοπνευματώδη ποτά.

Από την πλευρά του, ο Καναδάς έχει εκφράσει προβληματισμό για τους ευρωπαϊκούς κανόνες αποψίλωσης των δασών, αλλά και για τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), ο οποίος συνδέει τις εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων στην ΕΕ με το ανθρακικό τους αποτύπωμα.

Το τελευταίο ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες και τις εμπορικές ροές πρώτων υλών. Οι δύο πλευρές καλούνται να βρουν κοινό έδαφος ανάμεσα στην ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική και στην επιδίωξη του Καναδά να διατηρήσει ανταγωνιστική πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ.

Ακόμη πιο σύνθετη είναι η αντιπαράθεση γύρω από τις βιομηχανικές πολιτικές. Η Οτάβα προωθεί πρωτοβουλίες με την ονομασία «Buy Canadian», οι οποίες δίνουν προτεραιότητα στην εγχώρια παραγωγή, ενώ οι Βρυξέλλες εξετάζουν αντίστοιχες προβλέψεις «Made in Europe», με στόχο την ενίσχυση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στις δημόσιες προμήθειες.

Οι πολιτικές αυτές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εμπόδια ακόμη και σε τομείς όπου οι δύο πλευρές επιδιώκουν στενότερη συνεργασία, όπως ο ενεργειακός εξοπλισμός, οι καθαρές τεχνολογίες και οι βιομηχανικές υποδομές. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι ευρωπαϊκές προτιμήσεις θα επεκταθούν και σε αξιόπιστους εμπορικούς εταίρους, όπως ο Καναδάς, ή εάν θα περιοριστούν σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται εντός της ΕΕ.

Όπως επισήμανε στο POLITICO ο Μαρκ Καμιλέρι, πρόεδρος της Canada EU Trade and Investment Association, η ανάπτυξη ουσιαστικότερης βιομηχανικής συνεργασίας προϋποθέτει την αντιμετώπιση αυτών των αντιφάσεων. Διαφορετικά, οι προστατευτικές πολιτικές κινδυνεύουν να περιορίσουν την πρόσβαση στις αγορές που η ίδια η συμφωνία CETA είχε επιδιώξει να διευρύνει.

Τι αναμένεται από τη σύνοδο του Μόντρεαλ

Πέρα από την ενέργεια και τις πρώτες ύλες, οι συνομιλίες αναμένεται να καλύψουν την ψηφιακή οικονομία, την τεχνητή νοημοσύνη και την άμυνα. Μία από τις πιθανές εξελίξεις είναι η ολοκλήρωση μιας νέας συμφωνίας για το ψηφιακό εμπόριο, επί της οποίας οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν τον Μάρτιο. Παραμένουν, ωστόσο, εκκρεμότητες, κυρίως σε θέματα που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει τη συμμετοχή του Καναδά στο πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών Erasmus+, ενώ στις συζητήσεις περιλαμβάνεται και η αύξηση της καναδικής χρηματοδοτικής συνεισφοράς προς την Ουκρανία.

Οι Κάρνεϊ και φον ντερ Λάιεν, μαζί με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, καλούνται επομένως να δώσουν πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο σε μια συνεργασία που έχει ήδη αποκτήσει μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα, αλλά εξακολουθεί να συνοδεύεται από σημαντικές εκκρεμότητες.

Για την ενεργειακή αγορά, το ενδιαφέρον στρέφεται κυρίως στο εάν η πολιτική προσέγγιση θα επιταχύνει τις επενδύσεις σε υποδομές, θα διευκολύνει τις συμφωνίες προμήθειας LNG και θα ενισχύσει τις αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών και καθαρών τεχνολογιών. Η δυναμική υπάρχει, όμως η εμπορική πολιτική των δύο πλευρών θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό πόσο από αυτήν μπορεί να αξιοποιηθεί.

Η σύνοδος του Μόντρεαλ θα αποτελέσει έτσι μια πρώτη δοκιμασία για το κατά πόσο η ΕΕ και ο Καναδάς μπορούν να μετατρέψουν την κοινή επιδίωξη μεγαλύτερης οικονομικής αυτονομίας σε συμφωνίες με μετρήσιμο επιχειρηματικό και ενεργειακό αποτέλεσμα.

Διαβάστε ακόμη