Στη σκιά του ξέφρενου ράλι του φυσικού αερίου που ξεπέρασε χθες το ψυχολογικό φράγμα των 100 ευρώ/Μεγαβατώρα -για πρώτη φορά από το Δεκέμβριο του 2022-, πιέζει τις τιμές ρεύματος -που κινούνται σε όλη την Ευρώπη από 230 έως 360 ευρώ/MWh- και ρίχνει κι άλλο λάδι στη φωτιά της ενεργειακής πολυκρίσης που μέχρι πρότινος είχε ως βασική εστία τις τιμές των καυσίμων συνεδριάζουν σήμερα οι υπουργοί Ενέργειας της ΕΕ στο Λουξεμβούργο, με την Ελλάδα να εκπροσωπείται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου.

Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι εάν η ένταση της κρίσης που έχει οξυνθεί το τελευταίο διάστημα στην Ευρώπη θα δημιουργήσει μια αίσθηση του επείγοντος στα διευθυντήρια των Βρυξελλών και του Βερολίνου, η οποία μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να υφίσταται, παρά το τοξικό κοκτέιλ που συνθέτουν το φυσικό αέριο στα 100 ευρώ (με την τιμή του να έχει τριπλασιαστεί το τελευταίο δωδεκάμηνο), το πετρέλαιο μπρεντ στα 115 δολ./βαρέλι η στενότητα πετρελαιοειδών (ιδίως ντίζελ και αεροπορικών καυσίμων) και οι αποθήκες αερίου με χαμηλά ποσοστά πληρότητας ενώ πλησιάζει ο χειμώνας.
Γιόργκενσεν: Δύσκολος ο φετινός χειμώνας
«Για άλλη μια φορά, εξαιτίας της γεωπολιτικής αναταραχής, η Ευρώπη αντιμετωπίζει άλλη μια ενεργειακή κρίση που επιβαρύνει τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά μας», δήλωσε χθες ο Επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν με αφορμή την έναρξη του στρατηγικού διαλόγου της Κομισιόν με τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια. Ο ίδιος πρόσθεσε ότι «Ο φετινός χειμώνας θα είναι δύσκολος», κι ότι «αναμένουμε ότι η παγκόσμια αγορά ντίζελ θα παραμείνει σε συνθήκες στενής προσφοράς έως και το 2027, γεγονός που θα διατηρήσει τις τιμές σε υψηλά επίπεδα».
Ο κ. Γιόργκενσεν να πρόσθεσε ότι υπάρχουν «μέτρα στο τραπέζι της Κομισιόν», εντούτοις ο πήχης των προσδοκιών για την σημερινή σύνοδο βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα. Και τούτο διότι αφενός τα μέτρα περιορίζονται είτε σε ευχολόγια για μείωση της ζήτησης, είτε σε μακρόπνοες δράσεις (εξηλεκτρισμός, ανάπτυξη περισσότερων ΑΠΕ), είτε είναι τεχνικής φύσεως (αναβολή της εφαρμογής του Κανονισμού για το μεθάνιο για ένα χρόνο). Σήμα χαμηλών προσδοκιών, εξάλλου, εκπέμπει και η ατζέντα της ημερήσιας διάταξης όπου πρώτο θέμα δεν είναι -όπως θα περίμενε κανείς- η αντιμετώπιση των υψηλών τιμών ενέργειας, αλλά…η βελτίωση των χρεώσεων χρήσης των δικτύων ηλεκτρισμού. Οι προοπτικές για την ασφάλεια εφοδιασμού της Ευρώπης για τον φετινό χειμώνα και σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα έρχονται σε δεύτερη μοίρα και ακολουθούν η αξιοποίηση των Εθνικών Σχεδίων για την Ενέργεια και το Κλίμα ως εθνικών επενδυτικών σχεδίων και το νομοθετικό πλαίσιο μετά το 2030, με επίκεντρο τους στόχους για την ενεργειακή απόδοση, τον εξηλεκτρισμό, τις διασυνδέσεις, την ευελιξία και την αποθήκευση.
Η θέση της Ελλάδας και οι χαμηλές προσδοκίες
Σε αυτό το διακεκαυμένο περιβάλλον, η ελληνική πλευρά προσέρχεται με συγκρατημένες προσδοκίες, αλλά αποφασισμένη να θέσει μετ’ επιτάσεως το θέμα των υψηλών τιμών ενέργειας, των παρενεργειών στους πολίτες και την λήψη πιο γενναίων μέτρων σε επίπεδο ΕΕ για την αντιμετώπισή τους. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο κ. Παπασταύρου θα επαναλάβει την ανάγκη για αύξηση της δημοσιονομικής ευελιξίας ώστε να υπάρχουν μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών για τη στήριξη των νοικοκυριών έναντι των πολλαπλών επιβαρύνσεων στους λογαριασμούς ρεύματος, στη θέρμανση, στο κόστος του γεμίσματος των ρεζερβουάρ και έναντι των ευρύτερων πληθωριστικών πιέσεων που προκαλούνται από το ράλι των τιμών ενέργειας. Την ίδια στιγμή, αναμένεται να αναδείξει την ανάγκη ο μακροχρόνιος σχεδιασμός να μην παραβλέπει τις άμεσες ανάγκες και να συνδυάζεται με ευελιξία για λήψη άμεσων και στοχευμένων μέτρων.
Η παρέμβαση του Υπουργού ΠΕΝ αναμένεται να κινηθεί στη «γραμμή» που χάραξε ο Πρωθυπουργός στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής στα μέσα Οκτωβρίου. Οι πληροφορίες αναφέρουν πάντως ότι η επόμενη μάχη για αυξημένη δημοσιονομική ευελιξία θα δοθεί στο Eurogroup της 9ης Νοεμβρίου σε δύσκολες συνθήκες. Και τούτο διότι προς το παρόν τουλάχιστον, δεν υπάρχει ομοφωνία για το συγκεκριμένο θέμα, εν μέσω και των πιέσεων στην ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων. Και έχει προφανώς τη σημασία του ότι στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής απέναντι στο αίτημα Αθήνας και Ρώμης, που ηγούνται ενός μετώπου κυβερνήσεων της Ανατολικής . Ευρώπης για κεντρική παρέμβαση στην συγκράτηση των τιμών, αντιπαρατάχθηκε μια πλειάδα χωρών της Δυτικής Ευρώπης και του Βορρά, που εκπροσωπούν το λεγόμενο «γκρουπ των φειδωλών».
Οι άμεσες απειλές
Σύμφωνα με απόρρητο έγγραφο του Συμβουλίου που περιήλθε στην κατοχή του Euronews, το κεντρικό ερώτημα που θέτει η ιρλανδική προεδρία στους υπουργούς είναι: «Ποια μέτρα μείωσης της ζήτησης θα πρέπει να εξεταστούν σε επίπεδο ΕΕ για την αντιμετώπιση ενός σεναρίου όπου τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν μερικώς ή πλήρως κλειστά τους επόμενους μήνες;»
Αναμφισβήτητα η Ευρώπη έχει ξεμείνει από εύκολες επιλογές, με την ενεργειακή της ασφάλεια της ΕΕ να κρέμεται από μια κλωστή. Τα αποθέματα φυσικού αερίου στις 20 Οκτωβρίου βρίσκονταν στο 74% –το χαμηλότερο επίπεδο για αυτή την εποχή από το 2011– ενώ οι διαχειριστές μεταφοράς φυσικού αερίου προειδοποιούν για πιθανό έλλειμμα 12% έως 15% σε περίπτωση βαρυχειμωνιάς. Την ίδια στιγμή, οι αναλυτές προειδοποιούν για περαιτέρω άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου μετά την υπέρβαση του κρίσιμου ψυχολογικού ορίου των 100 ευρώ/MWh, ενώ μεγάλη ανησυχία προκαλεί και η πορεία των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος, καθώς η πτώση της υδροηλεκτρικής παραγωγής και η περιορισμένη διαθεσιμότητα στην παρούσα φάση πυρηνικών μονάδων κρίσιμων για τον ενεργειακό εφοδιασμό της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Κοζλοντούι στη Βουλγαρία, Πακς στην Ουγγαρία, Τσερναβόντα στη Ρουμανία) συνδυάζεται με δραστικό περιορισμό και της αιολικής παραγωγής στην παρούσα φάση.
Στο τραπέζι των συζητήσεων επανέρχονται ριζικά μέτρα που παραπέμπουν στην πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970. Το σχέδιο 10 σημείων του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), το οποίο περιλαμβάνει ακόμη και «Κυριακές χωρίς αυτοκίνητο», εξετάζεται σοβαρά. Τα μέτρα αυτά κλιμακώνονται από εθελοντικές περικοπές σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις έως στοχευμένους περιορισμούς στην κατανάλωση συγκεκριμένων βιομηχανικών κλάδων.
Ωστόσο, το μεγάλο αγκάθι παραμένει ο συντονισμός. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει (από τη σύνοδο κορυφής της 15ης-16ης Οκτωβρίου) τη συγκέντρωση και κοινή διαχείριση της ενεργειακής ζήτησης από τις Βρυξέλλες, ώστε να αποφευχθεί ο εσωτερικός ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών-μελών για τα σπάνια φορτία. Όμως, οι εθνικές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν διαφορετικά επίπεδα έκθεσης στις ελλείψεις και διαφορετικές βιομηχανικές ανάγκες, γεγονός που καθιστά τη συμφωνία για τον καταμερισμό του βάρους εξαιρετικά ακανθώδη, ιδιαίτερα καθώς τίθεται σε κίνδυνο η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Η μάχη για τις χρεώσεις δικτύου
Ο 27 υπουργοί αναμένεται να συζητήσουν και την πρόταση κανονισμού για τον εκσυγχρονισμό των χρεώσεων των ηλεκτρικών δικτύων, η οποία κατατέθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 17 Ιουλίου 2026. Με την πρωτοβουλία αυτή, οι Βρυξέλλες επιχειρούν να κόψουν τον γόρδιο δεσμό αναφορικά με τα συστημικά κόστη, επιστρατεύοντας τον εξηλεκτρισμό και την ψηφιοποίηση ως αναχώματα για τη συγκράτηση των λογαριασμών ρεύματος.
Οι χρεώσεις δικτύου –το κόστος δηλαδή για τη λειτουργία, τη συντήρηση και την επέκταση των υποδομών μεταφοράς και διανομής– αποτελούν ένα σταθερά διογκούμενο κομμάτι της τελικής επιβάρυνσης που καταβάλλουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η επιχειρούμενη αναθεώρησή τους από την ΕΕ δεν αποτελεί μαγική συνταγή που θα μειώσει αυτόματα τους λογαριασμούς· δημιουργεί, ωστόσο, το θεσμικό πλαίσιο για την εξάλειψη αναποτελεσματικών στρεβλώσεων και την ορθολογικότερη αξιοποίηση των υφιστάμενων γραμμών μεταφοράς.
Η νέα στρατηγική εστιάζει στην επιβολή πιο διαφανών, καινοτόμων και οικονομικά αποδοτικών δομών τιμολόγησης. Στην πράξη, το σχέδιο προβλέπει τη χρηματοδοτική και ρυθμιστική ώθηση για την καθολική ανάπτυξη έξυπνων δικτύων και μετρητών, σε συνδυασμό με στοχευμένα φορολογικά κίνητρα που θα επιταχύνουν τη μετάβαση.
Το μεγάλο στοίχημα για τους 27 στο Λουξεμβούργο είναι να ισορροπήσουν σε ένα τεντωμένο σχοινί: να διασφαλίσουν ότι οι νέες ρυθμίσεις θα μεταφραστούν σε άμεσα, απτά οφέλη για τους καταναλωτές, χωρίς ταυτόχρονα να στερήσουν από τους διαχειριστές τα απαραίτητα κεφάλαια για τις γιγαντιαίες επενδύσεις που απαιτούν οι υποδομές του μέλλοντος.
Οι τρεις προτάσεις της Eurelectric και το «όχι» στο ιταλικό μοντέλο
Αντίθετη στην επιδότηση του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργεια που προωθεί στην παρούσα φάση η Ιταλία, εμφανίζεται η Eurelectric, η ένωση που εκπροσωπεί τους ηλεκτροπαραγωγούς της Ευρώπης. Με επιστολή της προς τους υπουργούς Ενέργειας, ενόψει της σημερινής συνεδρίασης του Συμβουλίου στο Λουξεμβούργο, προειδοποιεί ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να διαταράξει την ενιαία αγορά ηλεκτρισμού.
Η παρέμβαση της Eurelectric αφορά τον σχεδιασμό της Ιταλίας που κινείται στο δρόμο του λεγόμενου «ιβηρικού μηχανισμού». Το μοντέλο εφαρμόστηκε το 2022 στην Ισπανία και την Πορτογαλία, με στόχο να περιοριστεί προσωρινά το κόστος του αερίου για την ηλεκτροπαραγωγή. Σύμφωνα με την Eurelectric, όμως, εκείνη η παρέμβαση αποτέλεσε ειδική περίπτωση, καθώς οι δύο χώρες είχαν περιορισμένες διασυνδέσεις με τις γειτονικές αγορές. Γι’ αυτό, υποστηρίζει, το ίδιο μοντέλο δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς επιπτώσεις σε αγορές με ισχυρότερες διασυνδέσεις, όπως η ιταλική.
Μέτρα για τους λογαριασμούς, χωρίς παρέμβαση στη λειτουργία της αγοράς
Η Eurelectric αναγνωρίζει την ανάγκη να περιοριστεί η επιβάρυνση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων ενόψει του χειμώνα. Στην επιστολή της επισημαίνει ότι η εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα έχει αυξήσει το ενεργειακό κόστος, πιέζοντας τα νοικοκυριά και τις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Αναφέρεται επίσης στις διαμαρτυρίες πολιτών σε χώρες της ΕΕ, με αίτημα να ληφθούν μέτρα και δηλώνει ότι τις συμμερίζεται.
Θέτει, ωστόσο, ως βασική προϋπόθεση τα μέτρα να μην αλλοιώνουν τα σήματα της αγοράς. Παράλληλα, ζητά να είναι προσωρινά και στοχευμένα, και να εντάσσονται στα εργαλεία που προβλέπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μεταξύ των οποίων και το πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις.
Για την άμεση στήριξη των καταναλωτών, προκρίνει παρεμβάσεις που μειώνουν το τελικό ποσό του λογαριασμού, χωρίς να επιδοτούν την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο. Για την περίοδο μετά το 2030, εισηγείται να δοθεί έμφαση στον εξηλεκτρισμό, με στόχο το μερίδιό του να φτάσει το 50% έως το 2040, καθώς και να διατηρηθεί ισχυρό το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών.
Διαβάστε ακόμη
