«Ανεβαίνει η τάση» του προβληματισμού στην ενεργοβόρο βιομηχανία της Ελλάδας για την εκτίναξη των τιμών ενέργειας που επιβαρύνει σημαντικά το κόστος παραγωγής, πλήττοντας την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων -ιδίως αυτών που έχουν εξαγωγικό προφίλ. Και τούτο διότι οι ελληνικές βιομηχανίες καλούνται να ανταγωνιστούν «ομολόγους» τους από ευρωπαϊκές χώρες όπου το τελευταίο διάστημα έχουν ληφθεί ουσιαστικά μέτρα για το ενεργειακό κόστος, αξιοποιώντας σε πολλές περιπτώσεις και το ειδικό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ για την ενεργοβόρο βιομηχανία CISAF που διευρύνθηκε και ενισχύθηκε μετά το ξέσπασμα της κρίσης στη Μέση Ανατολή (METSAF).

Ο οδικός χάρτης για τη μείωση των τελικών τιμών του ρεύματος κατά 30% έως το τέλος του 2029 που παρουσιάστηκε πρόσφατα από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας άφηνε «εκτός κάδρου» τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, με την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ να παραπέμπει στη δέσμη μέτρων μέτρα που ανακοινώθηκαν τον περασμένο Απρίλιο, δηλαδή τη μείωση κατά 50% των χρεώσεων ΥΚΩ για τις βιομηχανίες (που έχει τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιουλίου 2026) και την αύξηση των συντελεστών για την αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους των χρεώσεων CO2, που όμως αφορά μόνο έναν σχετικά στενό κύκλο 40-50 επιλέξιμων βιομηχανιών και όχι όλο τον κλάδο. Παράλληλα, ανακοινώθηκε η επιδότηση επενδυτικών σχεδίων για δράσεις εξοικονόμησης ενέργειας, μέσω του Ταμείου Εκσυγχρονισμού  της ΕΕ (Modernisation Fund) και του σχετικού ελληνικού προγράμματος που έχει προϋπολογισμό 200 εκατ. ευρώ.

Η ενεργοβόρος βιομηχανία βρέθηκε και εκτός του πλαισίου των εξαγγελιών του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για τη νέα δέσμη μέτρων στήριξης έναντι της ενεργειακής ακρίβειας, που θα εξειδικευθούν την ερχόμενη εβδομάδα, κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο από τους εκπροσώπους του κλάδου. Στο πλαίσιο αυτό, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένονται οι τοποθετήσεις τόσο του κ. Μητσοτάκη όσο και του προέδρου του ΣΕΒ Σπύρου Θεοδωρόπουλου στην ετήσια ΓΣ του Συνδέσμου στις 6 Οκτωβρίου, δεδομένης και της πρόσφατης δήλωσης του κ. Θεοδωρόπουλου ότι “η επόμενη φάση απαιτεί πιο φιλόδοξες παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους».

Όσον αφορά στο περιεχόμενο των εν λόγω παρεμβάσεων, πολύ συγκεκριμένο είναι το μήνυμα που στέλνει η ΕΒΙΚΕΝ, ο σύνδεσμος που εκπροσωπεί τους βιομηχανικούς καταναλωτές στην Ελλάδα, ζητώντας την άμεση αξιοποίηση του CISAF και στη χώρα μας. Όπως δηλώνει στο energygame.gr ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ Αντώνης Κοντολέων,  το συγκεκριμένο εργαλείο μπορεί να προσφέρει μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για τρία έτη στις βιομηχανίες που εκτίθενται στον διεθνή ανταγωνισμό, με τις επιχειρήσεις να δεσμεύονται να επανεπενδύσουν το 50% της ενίσχυσης σε νέα έργα πράσινης μετάβασης.

Ο ίδιος αναφέρει επιπλέον ότι όλες οι χώρες συνδύασαν άμεσα μέτρα στήριξης με πράσινες επενδύσεις, καθώς η ΕΕ ζητά από τα κράτη να εφαρμόσουν πολιτικές που θα επιτυγχάνουν τόσο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας όσο και την προώθηση της πράσινης μετάβασης. Αντιθέτως, στην Ελλάδα η συζήτηση εξακολουθεί να επικεντρώνεται σε μέτρα που θα αποδώσουν μετά από τρία ή περισσότερα χρόνια, γεγονός που, όπως υποστηρίζει, δεν αντιμετωπίζει τις άμεσες ανάγκες της ενεργοβόρου βιομηχανίας.

Το ευρωπαϊκό τοπίο μέτρων στήριξης της ενεργοβόρου βιομηχανίας

Ένα νέο τοπίο  ενισχύσεων για την ενεργοβόρο βιομηχανία διαμορφώνεται στην Ευρώπη με φόντο το νέο ενεργειακό σοκ που έχει προκαλέσει η κρίση στη Μέση Ανατολή. Αρκετές κυβερνήσεις αποφάσισαν να αξιοποιήσουν το CISAF και ιδίως το σκέλος που  δίνει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να επιδοτούν προσωρινά το ρεύμα επιχειρήσεων που είναι ταυτόχρονα ιδιαίτερα ηλεκτροβόρες και εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό.  Στο βασικό του σχήμα, το πλαίσιο επιτρέπει μείωση έως 50% της μέσης ετήσιας χονδρεμπορικής τιμής ηλεκτρισμού, για έως 50% της ετήσιας κατανάλωσης της επιλέξιμης επιχείρησης, με κατώφλι τα 50 ευρώ/MWh για την επιδοτούμενη ποσότητα. Η κρατική ενίσχυση μπορεί να διαρκεί έως τρία χρόνια και συνοδεύεται από υποχρέωση επανεπένδυσης σημαντικού μέρους της στήριξης σε δράσεις απανθρακοποίησης.

Με φόντο τη κρίση Ανατολή, η Κομισιόν  αποφάσισε να δώσει ακόμα μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών στις εθνικές κυβερνήσεις. Με το Middle East Crisis Temporary State Aid Framework (METSAF), που εγκρίθηκε στις 29 Απριλίου και ισχύει έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 (με «παράθυρο» παράτασης πέραν αυτής της προθεσμίας), η ένταση της ενίσχυσης σε εγκεκριμένα σχήματα του CISAF μπορεί να αυξηθεί από 50% έως 70%, χωρίς αντίστοιχη αύξηση των υποχρεώσεων απανθρακοποίησης. Παράλληλα, επιτρέπεται μεγαλύτερη σώρευση με την αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους που προκύπτει από τις εκπομπές CO2.  Εδώ βέβαια θα πρέπει να σημειωθεί ότι CISAF και METSAF δεν αποτελούν ευρωπαϊκά «ταμεία», αλλά πλαίσια που επιτρέπουν στα κράτη να χορηγούν ενισχύσεις συμβατές με τους κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ.  Τα χρήματα όμως πρέπει να βρεθούν σε εθνικό επίπεδο, γεγονός που οδηγεί αναπόφευκτα σε σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών-μελών, σε συνάρτηση με τα δημοσιονομικά περιθώρια και τις προτεραιότητες της κάθε χώρας.

Η Γερμανία που άνοιξε το δρόμο του CISAF, με Βουλγαρία και Σλοβενία να ακολουθούν

Το μοντέλο της Γερμανίας αποτελεί την καθαρότερη εφαρμογή της νέας φιλοσοφίας των Βρυξελλών. Η Κομισιόν ενέκρινε τον περασμένο Απρίλιο ένα πρόγραμμα  στήριξης συνολικού ύψους 3,8 δισ. ευρώ για την επιδότηση της κατανάλωσης ρεύματος των επιλέξιμων γερμανικών επιχειρήσεων για την περίοδο 2026-2028 που εντάσσεται στο πλαίσιο του CISAF.

Σχεδόν παράλληλα με τη Γερμανία κινήθηκαν η γειτονική μας Βουλγαρία και η Σλοβενία, αξιοποιώντας και εκείνες το CISAF. Ο προϋπολογισμός του εγκεκριμένου βουλγαρικού σχήματος ανέρχεται σε  334 εκατ. ευρώ για την τριετία, εκ των οποίων 124 εκατ. ευρώ αντιστοιχούν στον πρώτο χρόνο εφαρμογής. Οι επιχειρήσεις στους επιλέξιμους κλάδους μπορούν να λάβουν αντιστάθμιση έως 50% στην τιμή του ρεύματος που καταναλώνουν.

Η Σλοβενία, έχει δεσμεύσει 90 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου 30 εκατ. ετησίως για τρία χρόνια. Για φέτος η μέγιστη ενίσχυση έχει καθοριστεί στα 30 ευρώ/MWh και οι πρώτες επιχειρήσεις μπορούσαν να αρχίσουν να αξιοποιούν το μέτρο από τον Ιούνιο.

Ιρλανδία και Πολωνία στο «κλαμπ»

Τον Ιούλιο στο «κλαμπ των χωρών του CISAF” μπήκε και η Ιρλανδία, με εθνικό πρόγραμμα 300 εκατ. ευρώ,  Ακολούθησε η Πολωνία που ανακοίνωσε στα τέλη Αυγούστου ότι ετοιμάζει πρόγραμμα 4,8 δισ. ζλότι  (περί το 1 δις. ευρώ) για την στήριξη της ενεργοβόρου βιομηχανίας, αξιοποιώντας τις πρόνοιες του CISAF.

Το αυστριακό μοντέλο

Ακόμη πιο πρόσφατη είναι η κίνηση της Αυστρίας. Στις 16 Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση της Βιέννης ανακοίνωσε πακέτο 750 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2027-2029, δηλαδή 250 εκατ. τον χρόνο. Περίπου 75 εκατ. ευρώ ετησίως προορίζονται για το βιομηχανικό ρεύμα (Industriestrompreis) μέσω του οποίου θα μπορεί να επιδοτείται έως το 50% της κατανάλωσης των δικαιούχων με κατώτατη τιμή τα 5 λεπτά/kWh, ενώ περίπου 175 εκατ. ευρώ τον χρόνο προορίζονται για το διευρυμένο SAG+, δηλαδή την αντιστάθμιση έμμεσου κόστους ETS. Ο αριθμός των επιχειρήσεων που μπορεί να καλύψει το δεύτερο εργαλείο σχεδιάζεται να αυξηθεί από περίπου 60 σε περισσότερες από 500.

Τα διαφορετικά εργαλεία που επέλεξαν Ισπανία και Ολλανδία

Δεν έχουν πάντως όλες οι κυβερνήσεις επιλέξει να στηρίξουν τις ενεργοβόρες βιομηχανίες τους στη βάση του CISAF.  Η Ισπανία επέλεξε να επικεντρωθεί σε ένα άλλο σημαντικό συστατικό του λογαριασμού, ρεύματος μειώνοντας κατά 80% τα τέλη μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας για την ηλεκτροβόρο βιομηχανία. Η κυβέρνηση υπολογίζει το όφελος για τις επιχειρήσεις σε περίπου 200 εκατ. ευρώ.

Η Ολλανδία αποφάσισε τον Ιούλιο να παρατείνει και να διευρύνει σημαντικά τον μηχανισμό IKC-ETS  για την αποζημίωση του έμμεσο κόστος του άνθρακα, δηλαδή το κόστος της αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών CO2 που περνά στις τιμές του ρεύματος. Πάνω από 318 εκατ. ευρώ είναι διαθέσιμα στον τρέχοντα κύκλο, ενώ στη λίστα των επιλέξιμων τομέων προστέθηκαν, μεταξύ άλλων, νέοι κλάδοι, όπως λιπάσματα, οργανικά βασικά χημικά, γυαλί, κεραμικά κ.α.

Το ιταλικό Energy Release 2.0

Διαφορετική φιλοσοφία έχει η Ιταλία με το Energy Release 2.0, που έχει πλέον περάσει σε επιχειρησιακή φάση. Έχουν υπογραφεί 476 συμβάσεις, που αντιστοιχούν σε 22,5 TWh ετήσιας ενέργειας για ενεργοβόρους καταναλωτές και aggregators. Η τιμή αναφοράς είναι 65 ευρώ/MWh για τα πρώτα τρία χρόνια.

Το όφελος όμως δεν παρέχεται χωρίς αντάλλαγμα: οι επιχειρήσεις συνδέονται με υποχρέωση ανάπτυξης νέας ανανεώσιμης ισχύος και μακροχρόνια επιστροφή αντίστοιχων ποσοτήτων ενέργειας. Πρόκειται επομένως για μηχανισμό που προσπαθεί να συνδέσει τη βραχυπρόθεσμη προβλεψιμότητα του ενεργειακού κόστους με μόνιμη αύξηση της παραγωγής ΑΠΕ.

Τι έχει κάνει η Ελλάδα

Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση ανακοίνωσε τρεις βασικούς πυλώνες παρεμβάσεων για την ενεργοβόρο βιομηχανία τον περασμένο Απρίλιο.

Πρώτον, μετά από διαπραγμάτευση με την Κομισιόν, ο συντελεστής που χρησιμοποιείται για την αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους CO₂ αυξήθηκε από το επίπεδο αναφοράς του 0,58 στο 0,82 για την περίοδο 2026-2030. Σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, η αλλαγή μεταφράζεται σε περίπου 75 εκατ. ευρώ επιπλέον στήριξη κάθε χρόνο, η οποία όμως  όπως προαναφέρθηκε αφορά έναν στενό πυρήνα 40-50 πολύ μεγάλων ενεργοβόρων επιχειρήσεων.

Δεύτερον, από την 1η Ιουλίου μειώθηκαν κατά 50% οι χρεώσεις ΥΚΩ για τη βιομηχανία. Το ετήσιο κόστος του μέτρου εκτιμάται σε περίπου 26 εκατ. ευρώ και αφορά περίπου 23.000 καταναλωτές.

Παράλληλα, έχει προβλεφθεί πρόγραμμα 200 εκατ. ευρώ από το Modernisation Fund για βιομηχανικές επενδύσεις που μειώνουν τουλάχιστον κατά 10% την κατανάλωση ενέργειας. Οι επιλέξιμες παρεμβάσεις περιλαμβάνουν εξηλεκτρισμό θερμικών διεργασιών, αναβάθμιση εξοπλισμού, βιομηχανική ψύξη, πεπιεσμένο αέρα και άλλες επενδύσεις εξοικονόμησης. Η συγκεκριμένη βοήθεια όμως αφορά επιδότηση κεφαλαιουχικών δαπανών και όχι άμεση μείωση του λογαριασμού ρεύματος.

Με άλλα λόγια, τα ελληνικά μέτρα στήριξης επικεντρώνονται μέχρι στιγμής στη μείωση των ρυθμιζόμενων χρεώσεων (ΥΚΩ), μέτρο προς τη σωστή κατεύθυνση κατά την ενεργοβόρο βιομηχανία, αλλά λίγο, την ενίσχυση της αντιστάθμισης C02 (με εκατοντάδες βιομηχανίες να βρίσκονται εκτός της περιμέτρου της) και την επιδότηση επενδύσεων που είναι ευπρόσδεκτη, αλλά δεν παράγει άμεσα αποτελέσματα.

ΕΒΙΚΕΝ: «Η βιομηχανία δεν μπορεί να περιμένει»

Αυτό ακριβώς αποτελεί πλέον το βασικό σημείο τριβής με την ενεργοβόρο βιομηχανία που ζητά άμεση εφαρμογή του CISAF, υποστηρίζοντας ότι οι παρεμβάσεις για αποθήκευση, αυτοκατανάλωση και ενεργειακή αποδοτικότητα μπορούν να μειώσουν το κόστος μεσομακροπρόθεσμα, αλλά δεν απαντούν στην πίεση που δέχεται σήμερα η παραγωγή.

Συμπερασματικά, το κεντρικό σημείο της συζήτησης ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και την ενεργοβόρο βιομηχανία είναι εάν η υφιστάμενη στήριξη αρκεί για να γεφυρώσει άμεσα το κόστος ηλεκτρισμού με εκείνο των ευρωπαϊκών ανταγωνιστών που αξιοποιούν το CISAF ή άλλα εργαλεία μεγαλύτερης «εμβέλειας» σε σχέση με τις εγχώριες παρεμβάσεις. Και η απάντηση που δίνει η βιομηχανία φαίνεται να είναι αρνητική…

 Διαβάστε ακόμη