Μάλλον απογοητευτική πρεμιέρα έκανε η πολυαναμενόμενη είσοδος της Shein στο χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ. Ένας από τους μεγαλύτερους «παίκτες» της παγκόσμιας fast fashion αγοράς αποτιμήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου περίπου στα 27 δισ. δολάρια, ποσό που μπορεί να παραμένει μεγάλο, απέχει όμως δραματικά από την αποτίμηση σχεδόν των 100 δισ. δολαρίων που είχε αγγίξει στην ιδιωτική αγορά το 2022. Η πτώση κατά περίπου 70% δεν αποτελεί απλώς ένα πλήγμα για τη Shein, αλλά αποτυπώνει και τη μεταβολή της στάσης των επενδυτών απέναντι σε ένα επιχειρηματικό μοντέλο που βασίζεται στην παραγωγή τεράστιου αριθμού νέων σχεδίων, σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές και σε μια ιδιαίτερα σύνθετη, παγκοσμιοποιημένη αλυσίδα εφοδιασμού.

Η εταιρεία, με έδρα τη Σιγκαπούρη και μεγάλο μέρος της παραγωγής της στην Κίνα, είχε επιχειρήσει τα προηγούμενα χρόνια να εισαχθεί στο χρηματιστήριο του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης. Οι αντιδράσεις για τις συνθήκες εργασίας στην εφοδιαστική της αλυσίδα, αλλά και οι έντονες περιβαλλοντικές επικρίσεις, είχαν βάλει εμπόδια στα σχέδιά της. Για την Ildiko Almasi Simsic, ειδικό σε θέματα βιωσιμότητας και ιδρύτρια της E&S Solutions, η στάση των αγορών δεν έχει να κάνει μόνο με ζητήματα εταιρικής ηθικής. Αντίθετα, οι επενδυτές αντιμετωπίζουν πλέον τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά ζητήματα ως πραγματικούς οικονομικούς κινδύνους που μπορούν να επηρεάσουν την αξία μιας εταιρείας.

Οι καταγγελίες

Στο επίκεντρο μιας σειράς καταγγελιών έχει βρεθεί και η Shein, κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η εφοδιαστική της αλυσίδα και για τις συνθήκες υπό τις οποίες παράγονται τα προϊόντα της. Η εταιρεία συνεργάζεται με ένα εκτεταμένο δίκτυο υπεργολάβων, γεγονός που κάνει τον έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας ιδιαίτερα δύσκολο και αφήνει αρκετά ερωτήματα σχετικά με το τι συμβαίνει πίσω από την εικόνα της «γρήγορης μόδας». Οι ανησυχίες δεν περιορίζονται, όμως, μόνο στις εργασιακές συνθήκες. Οι έρευνες για τη χρήση χημικών ουσιών στα προϊόντα της έχουν επίσης προκαλέσει αντιδράσεις. Το 2022, έρευνα της Greenpeace Germany έδειξε ότι επτά από τα 47 προϊόντα Shein που εξετάστηκαν περιείχαν επικίνδυνες χημικές ουσίες σε επίπεδα υψηλότερα από τα επιτρεπόμενα όρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εταιρεία αναγνώρισε τότε το πρόβλημα και δεσμεύθηκε να ενισχύσει τη διαχείριση των χημικών ουσιών. Τρία χρόνια αργότερα, ωστόσο, τα ευρήματα δείχνουν ότι το ζήτημα παραμένει. Έρευνα του 2025 σε 56 ενδύματα που αγοράστηκαν σε οκτώ χώρες εντόπισε επικίνδυνες χημικές ουσίες πάνω από τα όρια της ΕΕ σε 18 προϊόντα, δηλαδή περίπου στο 32% του δείγματος, σύμφωνα με το euronews. Μεταξύ των ουσιών που εντοπίστηκαν ήταν φθαλικές ενώσεις και PFAS, γνωστές και ως «παντοτινά χημικά», λόγω της ιδιαίτερα μεγάλης διάρκειας παραμονής τους στο περιβάλλον.

Στο μέτωπο της εργασίας, η Shein έχει βρεθεί επίσης επανειλημμένα στο στόχαστρο, με τις καταγγελίες να αφορούν από την παιδική εργασία μέχρι τις εξαντλητικές ώρες εργασίας. Το 2023, μάλιστα, η ίδια η εταιρεία παραδέχθηκε ότι εντόπισε δύο περιπτώσεις παιδικής εργασίας στην αλυσίδα εφοδιασμού της κατά τους πρώτους εννέα μήνες του έτους. Ως απάντηση, ανακοίνωσε αυστηρότερους κανόνες για τους προμηθευτές της, προβλέποντας ακόμη και τη διακοπή συμβάσεων όταν διαπιστώνεται παιδική ή καταναγκαστική εργασία. Οι καταγγελίες, όμως, δεν έμειναν εκεί. Έρευνα του BBC το 2025 κατέγραψε εργαζομένους σε εργοστάσια που παρήγαγαν για τη Shein να δουλεύουν περίπου 75 ώρες την εβδομάδα, αριθμός που ξεπερνά τα όρια που προβλέπει η κινεζική εργατική νομοθεσία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εργαζόμενοι φέρεται να είχαν μόλις μία ημέρα άδειας τον μήνα και να εργάζονταν σε 12ωρες βάρδιες, χωρίς να υπολογίζονται τα διαλείμματα για φαγητό.

Η Shein δεν έγινε παγκόσμιος κολοσσός ακολουθώντας «τη συνταγή» των παραδοσιακών αλυσίδων ένδυσης. Το βασικό της πλεονέκτημα είναι η ταχύτητα και μάλιστα η ταχύτητα σε σχεδόν κάθε στάδιο της διαδικασίας. Η εταιρεία αξιοποιεί δεδομένα από τη συμπεριφορά των καταναλωτών, τις αναζητήσεις και τις αγοραστικές τους επιλογές, ώστε να εντοπίζει γρήγορα τι βρίσκεται σε άνοδο και να προσαρμόζει ανάλογα την παραγωγή της. Αντί να παράγει εξαρχής τεράστιες ποσότητες ενός προϊόντος και να περιμένει να δει αν θα πουλήσει, ξεκινά με πολύ μικρές παρτίδες, ακόμη και μερικών δεκάδων τεμαχίων. Αν ένα σχέδιο κερδίσει το ενδιαφέρον των καταναλωτών, η παραγωγή αυξάνεται. Αν όχι, αποσύρεται χωρίς να έχει δημιουργηθεί μεγάλο αδιάθετο απόθεμα. Το μοντέλο αυτό έχει οδηγήσει σε έναν πρωτοφανή ρυθμό ανανέωσης της πλατφόρμας. Σύμφωνα με έρευνα του Rest of World, μόνο από τον Ιούλιο έως τον Δεκέμβριο του 2021 η Shein πρόσθετε καθημερινά από 2.000 έως 10.000 νέους κωδικούς προϊόντων στην εφαρμογή της.  Αυτή ακριβώς η ευελιξία είναι που διαφοροποιεί τη Shein από το παραδοσιακό μοντέλο fast fashion και την οδηγεί στην ultra-fast fashion. Η εταιρεία μπορεί να ανταποκρίνεται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο στις καταναλωτικές τάσεις, περιορίζοντας ταυτόχρονα το ρίσκο του αδιάθετου αποθέματος. Η αποτελεσματικότητα, όμως, έχει και την άλλη της πλευρά. Όσο πιο εύκολο γίνεται να σχεδιάζεται, να παράγεται και να αγοράζεται ένα καινούργιο ρούχο, τόσο πιο εύκολα ενισχύεται και η λογική του «αγοράζω, φοράω για λίγο και αγοράζω καινούργιο». Η ταχύτητα της παραγωγής, επομένως, τροφοδοτεί και την ταχύτητα της κατανάλωσης.

Μπορεί η ultra-fast fashion να γίνει πραγματικά βιώσιμη;

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα που αφήνει πίσω της η χρηματιστηριακή πρεμιέρα της Shein. Η τεχνολογία μπορεί πράγματι να κάνει την παραγωγή πιο αποτελεσματική, να περιορίσει την παραγωγή ρούχων που τελικά δεν θα πουληθούν και να βελτιώσει την πρόβλεψη της ζήτησης. Δεν μπορεί, όμως, να εξαφανίσει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της παραγωγής χιλιάδων νέων σχεδίων κάθε ημέρα ούτε να λύσει από μόνη της τα προβλήματα που συνδέονται με τις συνθήκες εργασίας.

Και το ζήτημα δεν περιορίζεται πλέον στη δημόσια εικόνα των εταιρειών. Η ίδια η αγορά αλλάζει, καθώς ζητήματα που μέχρι πρόσφατα αντιμετωπίζονταν κυρίως ως θέματα εταιρικής υπευθυνότητας ή δημοσίων σχέσεων μετατρέπονται σταδιακά σε ζητήματα συμμόρφωσης, με συγκεκριμένους κανόνες και οικονομικές κυρώσεις.

Την ίδια στιγμή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενισχύεται το θεσμικό πλαίσιο γύρω από την εταιρική υπευθυνότητα, την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων και τη διαχείριση των αποβλήτων. Για παράδειγμα, η Γαλλία ψήφισε πρόσφατα νόμο που στοχεύει τις εταιρείες ultra-fast fashion, συνδέοντας τις επιβαρύνσεις με τον όγκο των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά και το κόστος επισκευής τους σε σχέση με την τιμή πώλησης. Οι επιβαρύνσεις ξεκινούν από 50 λεπτά για ορισμένα είδη και φτάνουν τα 2 ευρώ για ένα T-shirt, τα 9 ευρώ για ένα τζιν και τα 12 ευρώ για ένα μπουφάν. Με βάση την προβλεπόμενη κλιμάκωση, η επιβάρυνση μπορεί να φτάσει έως και τα 19,50 ευρώ ανά προϊόν το 2030, με ανώτατο όριο το 50% της προ φόρων τιμής του.  Για εταιρείες όπως η Shein, αυτό σημαίνει ότι το επιχειρηματικό μοντέλο δεν κρίνεται πλέον μόνο από το πόσο γρήγορα μπορεί να βγάλει ένα ρούχο στην αγορά, αλλά και από το κατά πόσο μπορεί να ανταποκριθεί στους κανόνες που συνοδεύουν αυτή την ταχύτητα. Γιατί, τελικά, πίσω από μια χαμηλή τιμή δεν βρίσκεται μόνο μια καλή προσφορά· μπορεί να κρύβεται ένα κόστος που δεν φαίνεται στην ετικέτα του ρούχου.

Διαβάστε ακόμη