Η ανάπτυξη της ΑΙ και η αυξανόμενη ζήτηση για υπολογιστική ισχύ διαμορφώνουν νέα δεδομένα για την ψηφιακή οικονομία και το ενεργειακό σύστημα, με την Ελλάδα να έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τη στρατηγική γεωγραφική της θέση και να εξελιχθεί σε περιφερειακό κόμβο δεδομένων. Οι προϋποθέσεις, οι προκλήσεις και οι τεχνολογικές δυνατότητες αυτής της μετάβασης βρέθηκαν στο επίκεντρο δύο πάνελ στο Siemens Tech Summit.
Στο πρώτο πάνελ, με συντονιστή τον Δήμο Σαπίδη, CEO Siemens Mobility και Head of Smart Infrastructure Siemens Greece, η συζήτηση ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο της Τεχνητής Νοημοσύνης στη διαμόρφωση των αναγκών για νέες ψηφιακές υποδομές, καθώς η εκπαίδευση και η λειτουργία μοντέλων AI απαιτούν τεράστια υπολογιστική ισχύ, με χιλιάδες GPUs, αυξάνοντας σημαντικά τις απαιτήσεις για ηλεκτρική ενέργεια, ψύξη και αξιοπιστία τροφοδοσίας. Τα data centers εξελίσσονται, έτσι, σε μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες κατηγορίες ηλεκτρικών φορτίων διεθνώς.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει τη θέση της μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής, προσελκύοντας επενδύσεις σε υποδομές δεδομένων. Η ανάπτυξη, ωστόσο, ενός περιφερειακού κόμβου δεν περιορίζεται στην κατασκευή data centers, αλλά προϋποθέτει παράλληλες επενδύσεις στα δίκτυα ηλεκτρισμού, στις τηλεπικοινωνιακές συνδέσεις και στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Παράλληλα, τα data centers αναδείχθηκαν ως κρίσιμες υποδομές με ευρύτερη οικονομική σημασία, καθώς μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός προσέλκυσης πρόσθετων επενδύσεων σε cloud, AI, λογισμικό, τηλεπικοινωνίες και ψηφιακές υπηρεσίες, δημιουργώντας πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις δυνατότητες που προσφέρουν τα Digital Twins και η Τεχνητή Νοημοσύνη στις ενεργειακές υποδομές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την εφαρμογή ψηφιακού διδύμου σε υποσταθμό Υψηλής Τάσης στην Κοζάνη. Μέσω της αξιοποίησης αισθητήρων, ψηφιακών μοντέλων, λογισμικού και τεχνολογιών AI, καθίσταται δυνατή η παρακολούθηση κρίσιμων παραμέτρων σε πραγματικό χρόνο και η βελτιστοποίηση της λειτουργίας της εγκατάστασης. Την ίδια στιγμή, οι συμμετέχοντες υπογράμμισαν ότι, παρά την ταχεία τεχνολογική εξέλιξη, το ανθρώπινο δυναμικό παραμένει καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη της νέας ψηφιακής οικονομίας, με τους εξειδικευμένους μηχανικούς, τους επιστήμονες δεδομένων και συνολικά το ανθρώπινο οικοσύστημα να καλούνται να υποστηρίξουν τις αυξανόμενες ανάγκες.
Η συζήτηση για τις ψηφιακές υποδομές συνδέθηκε άμεσα με τις απαιτήσεις του ενεργειακού συστήματος στο δεύτερο πάνελ, «Smart Transmission and Distribution Grids: Challenges and Opportunities in the Greek Energy System», το οποίο συντόνισε επίσης ο Δήμος Σαπίδης. Στο πάνελ συμμετείχαν ο Γιώργος Φωτόπουλος, Διευθυντής Τομέα Υποστήριξης Διαχείρισης Ενέργειας του ΑΔΜΗΕ, ο Γιώργος Ανδρεάκος, Διευθυντής Λειτουργίας και Συντήρησης Δικτύου του ΔΕΔΔΗΕ, και ο Σωτήρης Καρατζούνης, Technical Director της Gecko Power Solutions.
Στο επίκεντρο βρέθηκε η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των δικτύων μεταφοράς και διανομής, καθώς η ενεργειακή μετάβαση συνοδεύεται από ταυτόχρονη αύξηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, της ηλεκτροκίνησης, των αντλιών θερμότητας, των βιομηχανικών φορτίων και πλέον των data centers. Οι νέες αυτές απαιτήσεις καθιστούν αναγκαία την αναβάθμιση των ενεργειακών υποδομών, τόσο ως προς τη δυναμικότητα όσο και ως προς τη δυνατότητα αποτελεσματικής διαχείρισης των φορτίων.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη αναδείχθηκε ως σημαντικό εργαλείο για τη λειτουργία του σύγχρονου ενεργειακού συστήματος, με εφαρμογές στην πρόβλεψη της ζήτησης και της παραγωγής από ΑΠΕ, στην ανίχνευση ανωμαλιών και στην υποστήριξη της λήψης αποφάσεων. Βασική προϋπόθεση για την αξιοποίησή της είναι η πρόσβαση σε αξιόπιστα και δομημένα δεδομένα, καθώς, όπως επισημάνθηκε, ο ενεργειακός κλάδος εισέρχεται σε μια νέα εποχή διαχείρισης μεγάλου όγκου πληροφοριών.
Παράλληλα, η μετάβαση από τα παραδοσιακά στα ψηφιακά δίκτυα και η ψηφιοποίηση των υποσταθμών αναδείχθηκαν ως κρίσιμες κατευθύνσεις για την ενίσχυση της ευελιξίας, της αξιοπιστίας και της αποδοτικότητας. Οι ψηφιακοί υποσταθμοί, οι αισθητήρες πεδίου, τα συστήματα εποπτείας και οι αυτοματισμοί δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα πιο διασυνδεδεμένο ενεργειακό σύστημα, ικανό να ανταποκρίνεται στις αυξανόμενες ανάγκες. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε, επίσης, στα νέα φορτία που θα προκύψουν από την ανάπτυξη της AI και των data centers, με το ζητούμενο να μην αφορά μόνο την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και τη δυνατότητα μεταφοράς και διανομής της εκεί όπου αναπτύσσονται οι νέες υποδομές.
Καθοριστικός παράγοντας για την υλοποίηση των απαιτούμενων έργων παραμένει και η διαθεσιμότητα εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού. Η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί χιλιάδες επαγγελματίες, από μηχανικούς δικτύων και ειδικούς αυτοματισμών έως επιστήμονες δεδομένων και τεχνικούς πεδίου, οι οποίοι θα κληθούν να υποστηρίξουν τον εκσυγχρονισμό και τη λειτουργία των ενεργειακών υποδομών.
Από τις δύο συζητήσεις προέκυψε ως κοινός άξονας η ανάγκη σύνδεσης της ενεργειακής μετάβασης με τον εξηλεκτρισμό, τον αυτοματισμό και την ψηφιοποίηση. Η Siemens ανέδειξε τη σημασία της διασύνδεσης ενεργειακών και ψηφιακών συστημάτων, της αξιόπιστης ηλεκτροδότησης, των έξυπνων κτιρίων, των αυτοματισμών και των λύσεων Digital Twin, που γεφυρώνουν τον φυσικό με τον ψηφιακό κόσμο. Στο ίδιο πλαίσιο, οι ψηφιακοί υποσταθμοί, η ανάλυση δεδομένων και η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση των ΑΠΕ, την κάλυψη των νέων φορτίων και τη διατήρηση της ενεργειακής ασφάλειας.
Διαβάστε ακόμη
