Ο παραδοσιακός μηχανισμός της ευρωπαϊκής αγοράς στο φυσικό αέριο ανατρέπεται, καθώς η συνήθης πρακτική των εμπόρων να αγοράζουν φθηνές ποσότητες το καλοκαίρι και να τις διαθέτουν με κέρδος τον χειμώνα, παύει να υφίσταται για δεύτερη συνεχή χρονιά, σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg.
Η διακοπή των σταθερών ροών ρωσικού αερίου μέσω αγωγών, μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, αύξησε δραματικά την ευρωπαϊκή εξάρτηση από το παγκόσμιο LNG. Οι ανησυχίες για περιορισμένη προσφορά οδήγησαν τις θερινές τιμές του 2025 σε υψηλότερα επίπεδα, με την τρέχουσα κατάσταση να επιδεινώνεται περαιτέρω εξαιτίας της σύγκρουσης με το Ιράν και των εμποδίων στον εφοδιασμό από τη Μέση Ανατολή.
Κατά συνέπεια, το χάσμα μεταξύ θερινών και χειμερινών τιμών συρρικνώθηκε σε τέτοιο βαθμό, που η αποθήκευση φυσικού αερίου έχασε την εμπορική της ελκυστικότητα. Οι έμποροι διαθέτουν ελάχιστο περιθώριο κέρδους για να αγοράσουν, να αποθηκεύσουν και να πουλήσουν τις ποσότητες αργότερα, αφού η διαφορά της τιμής συχνά αδυνατεί να καλύψει τα έξοδα αποθήκευσης.
Η Ευρώπη εισέρχεται συνεπώς στη νέα περίοδο θέρμανσης διαθέτοντας τα χαμηλότερα αποθέματα που έχουν καταγραφεί ιστορικά για τη συγκεκριμένη εποχή από το 2009. Οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης λειτουργούν σήμερα με πληρότητα σχεδόν 71%, όταν ο εποχικός μέσος όρος αγγίζει το 87%, με το αντίστοιχο ποσοστό στη Γερμανία να κατρακυλά στο 57%.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο βίαιων ανατιμήσεων σε ενδεχόμενο νέων διαταραχών στην προσφορά ή ενός εξαιρετικά ψυχρού χειμώνα. Σε αυτή την περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Ένωση ίσως υποχρεωθεί να αναζητήσει ποσότητες Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου σε ακραία υψηλές τιμές, εντείνοντας την πίεση στους λογαριασμούς ενέργειας και διογκώνοντας τον πληθωρισμό.
Από την αγορά στα κρατικά αποθέματα
Η μεταβολή των δεδομένων επαναφέρει στο επίκεντρο τη συζήτηση για τα στρατηγικά αποθέματα φυσικού αερίου. Αντίθετα με το πετρέλαιο, όπου τα ευρωπαϊκά κράτη διατηρούν πολυετή κρατικά αποθέματα, η ασφάλεια εφοδιασμού στο φυσικό αέριο στηρίχθηκε διαχρονικά στα εμπορικά αποθέματα, τα οποία ανταποκρίνονται στα οικονομικά κίνητρα της ελεύθερης αγοράς.
Η ελάχιστη ή ακόμα και αρνητική διαφορά μεταξύ των θερινών και χειμερινών συμβολαίων εξαλείφει πλέον αυτά τα κίνητρα. Εφόσον αυτή η τάση συνεχιστεί, οι κυβερνήσεις πιθανότατα θα κληθούν να επιδοτήσουν τις απώλειες των εμπόρων ή να χρηματοδοτήσουν απευθείας την αγορά στρατηγικών ποσοτήτων.
Ο Jeroen Zanting, διευθύνων σύμβουλος της Gasunie Transport Services, η οποία συμβουλεύει το ολλανδικό υπουργείο Κλίματος για την ασφάλεια εφοδιασμού, ξεκαθάρισε χαρακτηριστικά: «Η Ευρώπη χρειάζεται εγγυημένα αποθέματα φυσικού αερίου ώστε να μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί για αρκετούς μήνες ακόμη και σε περίπτωση απρόβλεπτης και παρατεταμένης διακοπής της προσφοράς».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί υπόγεια δυναμικότητα αποθήκευσης ικανή να καλύψει περίπου το ένα τρίτο της ετήσιας κατανάλωσης. Σε συνθήκες ακραίου ψύχους, όταν η ζήτηση υπερβαίνει τις εισαγόμενες ποσότητες από αγωγούς και Υγροποιημένο Φυσικό Αέριο, τα εν λόγω αποθέματα δύνανται να εξυπηρετήσουν πάνω από το 50% της ημερήσιας ζήτησης, σύμφωνα με το Bloomberg.
Παρόλα αυτά, μόνο εννέα κράτη-μέλη έχουν δημιουργήσει στρατηγικά αποθέματα φυσικού αερίου. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας ανέφερε ότι πέρυσι τα συγκεκριμένα αποθέματα έφτασαν τα 12 δισ. κυβικά μέτρα, καλύπτοντας μόλις το 12% της συνολικής αποθηκευτικής δυναμικότητας της ΕΕ, ποσότητα που επαρκεί αποκλειστικά για 13 ημέρες μέσης κατανάλωσης.
Οι λύσεις από Γερμανία και Ιταλία
Η Γερμανία, κατέχοντας τη μεγαλύτερη ικανότητα αποθήκευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στερείται στρατηγικών αποθεμάτων, αλλά προγραμματίζει από το 2027 να συγκεντρώσει ποσότητες αντίστοιχες με το 10% της εθνικής της δυναμικότητας.
Το Βερολίνο συζητά ήδη με τους παράγοντες της αγοράς την επιβολή υποχρεωτικής πλήρωσης των αποθηκών για το επόμενο έτος, ενώ προκήρυξε διαγωνισμούς όπου αποζημιώνει τους εμπόρους για να εξασφαλίζουν διαθέσιμες ποσότητες ενέργειας κατά τις περιόδους κρίσης.
Η κρατική παρέμβαση, εντούτοις, κρύβει κινδύνους. Η μαζική αγορά φυσικού αερίου από το γερμανικό κράτος το 2022, στην κορύφωση της ενεργειακής κρίσης, πυροδότησε περαιτέρω αυξήσεις τιμών. Οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν πλέον ένα σύνθετο δίλημμα, καθώς οφείλουν να εγγυηθούν τα επαρκή αποθέματα, αποτρέποντας ταυτόχρονα την αναζωπύρωση των τιμών εξαιτίας της υπέρμετρης παρεμβατικότητας στην ελεύθερη αγορά.
Η Γαλλία εφαρμόζει εδώ και χρόνια κρατικά κίνητρα ενισχύοντας την εμπορική αποθήκευση, πρακτική που ακολούθησε και η Ιταλία με παρόμοια εργαλεία. Σύμφωνα με στελέχη της ενεργειακής αγοράς, η οργάνωση των στρατηγικών αποθεμάτων πρέπει να πραγματοποιείται σε εθνικό επίπεδο και όχι συγκεντρωτικά σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Δομικό το πρόβλημα στην αγορά
Συνολικά, η Ευρώπη παρέχει περίπου 150 δισ. κυβικά μέτρα υπόγειας αποθηκευτικής δυναμικότητας, με το 70% αυτών των υποδομών να εντοπίζεται στην ΕΕ. Στον αντίποδα, η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, η οποία διεκδικεί τα ίδια φορτία Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου, διαθέτει δυναμικότητα μόλις 38 δισ. κυβικών μέτρων, επικεντρωμένη κυρίως στην Κίνα.
Για την αποφυγή ελλείψεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιβάλει αυστηρούς στόχους πληρότητας. Οι τρέχουσες οδηγίες, με ορίζοντα το 2027, απαιτούν από τις εγκαταστάσεις να αγγίζουν το 90% της δυναμικότητάς τους στο διάστημα Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου, διατηρώντας ευελιξία και χαμηλότερα όρια κάτω από αντίξοες συνθήκες.
Το πρόβλημα έγκειται στην αποδυνάμωση των οικονομικών κινήτρων για την επίτευξη αυτών των ορίων. Ο Michael Schmöltzer της Uniper Energy Storage εξηγεί ότι οι αρνητικές εποχικές αποκλίσεις στις τιμές εμποδίζουν τις εταιρείες αποθήκευσης να ανταπεξέλθουν στο μακροπρόθεσμο κόστος λειτουργίας τους.
Επομένως, η ενεργειακή αγορά βιώνει μια σαφή δομική αλλαγή. Η Veronika Grimm, μέλος του γερμανικού Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, υπογραμμίζει πως η αγορά αποθήκευσης φυσικού αερίου «δεν έχει καταρρεύσει», αλλά αντίθετα διέρχεται ριζικό μετασχηματισμό αναζητώντας νέες ισορροπίες.
Για την Ευρώπη, το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά απλώς την ποσότητα του φυσικού αερίου που αποθηκεύεται, αλλά τον φορέα που θα επωμιστεί το κόστος εξασφάλισης αυτών των αποθεμάτων για την περίοδο που θα καταστούν απολύτως απαραίτητα.
Διαβάστε ακόμη
