Ο Καναδάς προωθεί στρατηγικό σχέδιο διαφοροποίησης των ενεργειακών του εξαγωγών προς νέες αγορές, αντιδρώντας στην εμπορική επιθετικότητα της Ουάσιγκτον και την πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με δημοσίευμα της WSJ. Παρότι η χώρα αποτελεί τον τέταρτο μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου και τον πέμπτο μεγαλύτερο παραγωγό φυσικού αερίου παγκοσμίως, η παγκόσμια γεωπολιτική της επιρροή παραμένει περιορισμένη. Ο τομέας πετρελαίου και φυσικού αερίου συνεισφέρει το 20% των συνολικών εξαγωγών, σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία της χώρας (Statistics Canada), ωστόσο το 90% του αργού πετρελαίου και σχεδόν το σύνολο του φυσικού αερίου διοχετεύονται στις ΗΠΑ. Η προσπάθεια της Ουάσιγκτον να εισαγάγει περισσότερο βαρύ πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα, άμεσο ανταγωνιστή του καναδικού, εντείνει πλέον την ανάγκη αναζήτησης νέων αγοραστών.
Η αστάθεια στη Μέση Ανατολή στρέφει τα ασιατικά διυλιστήρια σε εναλλακτικές πηγές τροφοδοσίας. Όπως επισημαίνει ο Τζόνα Ρέσνικ , αναλυτής της Wood Mackenzie, η παγκόσμια ικανότητα διύλισης υπερβαρέος αργού μοιράζεται ισομερώς μεταξύ των ακτών του Κόλπου των ΗΠΑ και της Ασίας. Η αδράνεια του Καναδά οφειλόταν τόσο στις πιέσεις των τιμών από την ταχεία ανάπτυξη του αμερικανικού σχιστολιθικού πετρελαίου, όσο και στα ρυθμιστικά εμπόδια που μπλόκαραν τις αναγκαίες υποδομές. Σήμερα, ωστόσο, η αδειοδοτική αβεβαιότητα υποχωρεί, σύμφωνα με τον αναλυτή της RBC Capital Markets, Ρόμπερτ Κουάν.
«Απελευθερώνουμε πλήρως τις δυνατότητές μας ως ενεργειακή υπερδύναμη», δήλωσε ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ στο Επενδυτικό Συνέδριο του Καναδά. Ο ίδιος ανέδειξε το έργο του Αγωγού Δυτικής Ακτής, που θα μεταφέρει πετρέλαιο στην Ασία, καθώς και τα έργα LNG που αναμένεται να διπλασιάσουν τις εξαγωγές έως το 2030. Κεντρικός στόχος της κυβέρνησης είναι η συρρίκνωση του χρόνου αδειοδότησης στο ένα έτος, από τα δύο έως τρία χρόνια που απαιτούνταν ιστορικά.
Παράλληλα, θεσπίζονται ισχυρά επενδυτικά κίνητρα. Βάσει έκθεσης της BMO Capital Markets, οι ομοσπονδιακές φορολογικές εκπτώσεις για την απόσβεση νέων γεωτρήσεων, αγωγών και εγκαταστάσεων επεξεργασίας θα ανέλθουν στο 100%, από 25% έως 30% που ισχύει σήμερα. Το μέτρο εκτιμάται ότι θα ενισχύσει τις ταμειακές ροές ανά μετοχή των παραγωγών πετρελαίου κατά 6% κατά μέσο όρο. Επιπρόσθετα, η τοπική κυβέρνηση της Αλμπέρτα σχεδιάζει την αναθεώρηση των τελών εκμετάλλευσης για την τόνωση της παραγωγής.
Σύμφωνα με την TD Economics, η ολοκλήρωση των σχεδιαζόμενων αγωγών θα δημιουργήσει συνολική ικανότητα μεταφοράς 6,8 εκατ. βαρελιών ημερησίως έως το 2034. Εξ αυτών, το 30% θα κατευθύνεται στη Δυτική Ακτή, αποκτώντας άμεση πρόσβαση στις ασιατικές αγορές, εξέλιξη που μπορεί να μειώσει την ψαλίδα της τιμής μεταξύ του καναδικού βαρέος πετρελαίου και του αμερικανικού αργού έως και κατά 3 δολάρια ανά βαρέλι, καθώς οι υφιστάμενοι αγωγοί λειτουργούν ήδη σε μέγιστη χωρητικότητα.
Στο μέτωπο του φυσικού αερίου, η κυβέρνηση υπολογίζει ότι τα νέα έργα LNG θα επιτρέψουν τη διοχέτευση του 55% των εξαγωγών σε αγορές εκτός ΗΠΑ μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2030. Οι εγχώριες τιμές ενδέχεται να διπλασιαστούν έως τα τέλη της δεκαετίας του 2020, ωφελώντας άμεσα παραγωγούς όπως η Tourmaline Oil, η Arc Resources (η οποία εξαγοράστηκε από τη Shell) και η Canadian Natural Resources. Η εξέλιξη θα απορροφήσει την υπερπροσφορά αερίου που προκύπτει από την εξόρυξη συμπυκνώματος (condensate), το οποίο απαιτείται απαρέγκλιτα για την αραίωση της πετρελαιοφόρου άμμου σύμφωνα με τη WSJ.
Η υλοποίηση της στρατηγικής συνδέεται με τη διάθεση των πετρελαϊκών βιομηχανιών να αναλάβουν τεράστια κόστη κεφαλαίου. Ενδεικτικά, η κυβερνητική έγκριση του Αγωγού Δυτικής Ακτής προϋποθέτει τη χρηματοδότηση ενός έργου δέσμευσης άνθρακα πολλών δισεκατομμυρίων από τους παραγωγούς. Ο Μάικ Νταν της Novi Labs ξεκαθαρίζει ότι οι εταιρείες δεν πρόκειται να λάβουν αποφάσεις δισεκατομμυρίων χωρίς ένα απόλυτα σαφές πλαίσιο. Η αγορά αναμένει ξεκάθαρες αποφάσεις έως τις 15 Νοεμβρίου, προθεσμία κατά την οποία κυβέρνηση και παραγωγοί καλούνται να καταλήξουν σε οριστικές συμφωνίες.
Μακροπρόθεσμα, η ωρίμανση των αμερικανικών σχιστολιθικών κοιτασμάτων και η αναμενόμενη κορύφωση της παραγωγής των ΗΠΑ στις αρχές της δεκαετίας του 2030 θα καταστήσουν τις νέες γεωτρήσεις ακριβότερες. Αυτή η μετατόπιση «αυξάνει τη σημασία του Καναδά», καταλήγει η εταιρεία αναλύσεων Enverus, καθώς τα κοιτάσματα πετρελαιοφόρου άμμου απαιτούν μεν υψηλό αρχικό κεφάλαιο, αλλά διασφαλίζουν σταθερούς ρυθμούς παραγωγής για ολόκληρες δεκαετίες.
Διαβάστε ακόμη
