Την ανηφόρα φαίνεται να παίρνουν ξανά οι διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου, με τη χειμερινή περίοδο στο κατώφλι και την Ευρώπη να προσπαθεί να βάλει σε τάξη τα αποθέματά της. Η ανησυχία της αγοράς δεν αφορά πλέον μόνο τις διαθέσιμες ποσότητες LNG, αλλά και το κατά πόσο αυτές θα μπορέσουν να φτάσουν εγκαίρως στις αγορές που τις χρειάζονται. Και ενώ η προσοχή έχει στραφεί κυρίως στο πετρέλαιο, που πέρασε ξανά το συμβολικό όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι, το φυσικό αέριο ακολουθεί τη δική του κούρσα. Αν υπολογιστεί με βάση την αντίστοιχη ενεργειακή ποσότητα, η τιμή του φυσικού αερίου αντιστοιχεί πλέον σε περίπου 150 δολάρια το βαρέλι πετρελαίου. Στην ευρωπαϊκή αγορά, το TTF, το βασικό σημείο αναφοράς για τις τιμές φυσικού αερίου, ξεπέρασε μέχρι χθες, Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου, τα 84 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ σήμερα, Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου κυμαίνεται, μέχρι στιγμής, γύρω στα 82 δολάρια.
Όπως αναφέρει σε ανάλυσή του στους Financial Times ο Michael Stoppard της Stoppard Energy, οι ανησυχίες για την Ευρώπη δεν εμφανίστηκαν από το πουθενά. Εδώ και μήνες υπήρχαν προειδοποιήσεις ότι τα αποθέματα φυσικού αερίου παραμένουν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα και θα πρέπει να ενισχυθούν πριν ξεκινήσει η περίοδος θέρμανσης. Η αγορά, ωστόσο, δεν έδειχνε μέχρι πρόσφατα να συμμερίζεται αυτή την ανησυχία. Οι τιμές για το φυσικό αέριο που θα παραδοθεί τον χειμώνα παρέμεναν κοντά στα καλοκαιρινά επίπεδα. Αυτό σήμαινε ότι οι traders δεν είχαν ιδιαίτερο λόγο να αγοράσουν αέριο από τώρα, να πληρώσουν για την αποθήκευσή του και να περιμένουν μήνες μέχρι να το χρειαστούν. Με απλά λόγια, έλειπε το κίνητρο. Την κατάσταση περιπλέκουν ακόμη περισσότερο τα Στενά του Ορμούζ, καθώς από εκεί περνά σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου LNG, όμως οι ροές έχουν περιοριστεί δραματικά με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με τους Financial Times, λιγότερο από το 10% των προπολεμικών ποσοτήτων περνά πλέον από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό. Το LNG βρίσκεται έτσι σε δυσκολότερη θέση από το πετρέλαιο, καθώς τα πλοία μεταφοράς του είναι τεράστια, τα φορτία που μεταφέρουν έχουν πολύ υψηλή αξία και το ρίσκο μιας επίθεσης θεωρείται ιδιαίτερα μεγάλο. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αγορά δεν βλέπει κάποια εύκολη λύση για την αποκατάσταση των κανονικών ροών και, αντί να ποντάρει σε μια γρήγορη επιστροφή στην ομαλότητα, αρχίζει να προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο η διαταραχή να διαρκέσει για μεγαλύτερο διάστημα.
Στην αγορά του πετρελαίου, η εικόνα είναι διαφορετική. Οι ΗΠΑ έχουν δείξει μεγαλύτερη αποφασιστικότητα να επαναφέρουν τις ροές από τη Μέση Ανατολή, μεταξύ άλλων μέσω επιχειρήσεων αποναρκοθέτησης (καθαρισμός των θαλάσσιων διαδρομών από νάρκες) και αμερικανικών συνοδειών. Στο LNG, όμως, η Ουάσιγκτον δεν έχει το ίδιο κίνητρο, καθώς οι αμερικανικές εξαγωγές αυξάνονται και η επιστροφή περισσότερων φορτίων από τη Μέση Ανατολή θα σήμαινε μεγαλύτερο ανταγωνισμό για το αμερικανικό LNG. Στις διεθνείς αγορές LNG οι τιμές διαμορφώνονται περίπου στα 25-30 δολάρια ανά MMBtu. Πρόκειται για επίπεδα που θα πιέσουν νοικοκυριά και βιομηχανίες, χωρίς όμως να θυμίζουν ακόμη το ενεργειακό «τσουνάμι» του 2022, όταν οι τιμές είχαν εκτοξευθεί στα 50-75 δολάρια ανά MMBtu.
Το μεγάλο στοίχημα για τον φετινό χειμώνα θα είναι η μάχη Ευρώπης και Ασίας για τα διαθέσιμα φορτία. Και εδώ ο καιρός μπορεί να παίξει τον ρόλο του μπαλαντέρ. Ένας πολύ κρύος χειμώνας θα αυξήσει τη ζήτηση για θέρμανση, ενώ ακόμη και ένας χειμώνας με λίγο άνεμο μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετη πίεση, καθώς η χαμηλότερη παραγωγή των αιολικών πάρκων θα πρέπει να καλυφθεί από άλλες πηγές. Υπάρχουν, πάντως, και αντίβαρα. Η αύξηση των εξαγωγών LNG από τη Βόρεια Αμερική, με ΗΠΑ και Καναδά να προσθέτουν νέες ποσότητες στην αγορά, λειτουργεί ανακουφιστικά. Το ίδιο ισχύει για την ανάπτυξη της αιολικής και ηλιακής ενέργειας, που περιορίζει την ανάγκη για φυσικό αέριο στην ηλεκτροπαραγωγή.
Διαβάστε ακόμη
