Με τις αποθήκες φυσικού αερίου να βρίσκονται μόλις στο 55% στη Γερμανία, συναγερμός έχει σημάνει για τις επιχειρήσεις ενόψει του χειμώνα. Μάλιστα, ο διαχειριστής του δικτύου φυσικού αερίου της χώρας, Westnetz προειδοποιεί ήδη τους μεγάλους πελάτες της ότι δεν αποκλείεται να προκύψουν προβλήματα στον εφοδιασμό. Με email που απέστειλε και το οποίο έχει στη διάθεσή της η Handelsblatt, η Westnetz ζητά από τους πελάτες της να επικαιροποιήσουν τα στοιχεία ενός προσώπου επαφής, ώστε να είναι δυνατή η επικοινωνία μαζί του σε περίπτωση κρίσης. Η αιτιολόγηση: «Λόγω της αλληλουχίας παραγόντων που σχετίζονται με τις καιρικές συνθήκες, οικονομικών, πολιτικών και άλλων απρόβλεπτων παραγόντων», θα μπορούσαν να προκύψουν «στενότητες» στον εφοδιασμό με φυσικό αέριο.

Η προειδοποίηση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος αν ληφθεί υπόψη η κατάσταση των αποθεμάτων, καθώς με τον σημερινό ρυθμό πλήρωσης οι γερμανικές εγκαταστάσεις αποθήκευσης εκτιμάται ότι θα φτάσουν μόλις περίπου στο 63% πριν από την έναρξη του χειμώνα, όταν τα προηγούμενα χρόνια, πριν από την ενεργειακή κρίση, οι αποθήκες έμπαιναν στην ψυχρή περίοδο σχεδόν γεμάτες. Το χαμηλό επίπεδο των αποθεμάτων δεν σημαίνει μόνο ότι υπάρχει λιγότερο διαθέσιμο αέριο, αλλά περιορίζει και την ταχύτητα με την οποία αυτό μπορεί να αντληθεί όταν η ζήτηση αυξάνεται απότομα, κάτι που θα μπορούσε να αποδειχθεί κρίσιμο σε ένα παρατεταμένο κύμα ψύχους. Την ίδια ώρα, το κόστος του φυσικού αερίου παραμένει σε υψηλά επίπεδα, με τις τιμές να κινούνται γύρω από τα 80 ευρώ ανά μεγαβατώρα και να βρίσκονται περίπου δυόμισι φορές πάνω από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στο Ιράν. Το άλμα στις τιμές έχει καταστήσει ακριβότερη και την προσπάθεια των εταιρειών να γεμίσουν τις αποθήκες τους, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο, όπου όσο πιο ακριβό είναι το αέριο, τόσο μικρότερο είναι το κίνητρο για τις αγορές, ενώ όσο χαμηλότερα παραμένουν τα αποθέματα τόσο αυξάνεται η «ευαισθησία» της αγοράς σε μια απότομη αύξηση της ζήτησης. Στο μεταξύ, η γερμανική αγορά εξακολουθεί να στηρίζεται στις εισαγωγές μέσω αγωγών από τη Νορβηγία, αλλά και στις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) μέσω των τερματικών σταθμών της χώρας. Ωστόσο, σε περιόδους υψηλής κατανάλωσης, οι εισαγωγές ενδέχεται να μην επαρκούν για να καλύψουν άμεσα τη ζήτηση, με αποτέλεσμα να απαιτείται μεγαλύτερη άντληση από τις αποθήκες. Ενδεικτικά, στις 7 Ιανουαρίου του 2026, με τη μέση θερμοκρασία στη Γερμανία να διαμορφώνεται στους -6 βαθμούς Κελσίου, η κατανάλωση έφτασε τις 5,3 TWh, ενώ περίπου 3 TWh καλύφθηκαν από εισαγωγές και η υπόλοιπη ποσότητα αντλήθηκε από τις αποθήκες.

Καμπανάκι για τις επιχειρήσεις – τα μέτρα προστασίας

Οι επιχειρήσεις έχουν αρχίσει να προβληματίζονται. Όπως αναφέρει η Handelsblatt, η γερμανική χημική εταιρεία Covestro ανησυχεί για την ασφάλεια του εφοδιασμού με φυσικό αέριο, ενώ η BASF, ένας από τους μεγαλύτερους χημικούς ομίλους της χώρας, υποστηρίζει ότι έχει εξασφαλίσει σημαντικό μέρος των αναγκών της μέσω μακροπρόθεσμων συμβολαίων με τη νορβηγική ενεργειακή εταιρεία Equinor και την αμερικανική Cheniere, έναν από τους μεγαλύτερους προμηθευτές LNG παγκοσμίως. Από την πλευρά της, η Lanxess, γερμανικός όμιλος που ειδικεύεται στα ειδικά χημικά, δεν βλέπει προς το παρόν λόγο για περιορισμούς στην παραγωγή. Η διαφορετική στάση των τριών εταιρειών αποτυπώνει και τη διαφορετική έκθεσή τους στον κίνδυνο, καθώς καθοριστικό ρόλο παίζουν τα συμβόλαια προμήθειας που έχουν εξασφαλίσει, αλλά και ο βαθμός στον οποίο έχουν θωρακιστεί απέναντι στις διακυμάνσεις των τιμών και πιθανές διαταραχές στην αγορά. Ακόμη και μικρότερες βιομηχανικές επιχειρήσεις, πάντως, φαίνεται να προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο επιλεκτικών διακοπών στην παροχή, με ορισμένες να έχουν αρχίσει να συντάσσουν εκ νέου νομικά «υπομνήματα προστασίας», με τα οποία επιχειρούν να τεκμηριώσουν γιατί η συνεχής παροχή φυσικού αερίου είναι απολύτως απαραίτητη για τη λειτουργία τους. Πρόκειται για μια πρακτική που είχε εμφανιστεί σε μεγάλο βαθμό το 2022 και επανέρχεται τώρα, καθώς οι επιχειρήσεις θέλουν να είναι προετοιμασμένες για το ενδεχόμενο να χρειαστεί να αποδείξουν ότι ανήκουν στις δραστηριότητες που πρέπει να προστατευθούν σε περίπτωση περιορισμών.

Σε περίπτωση σοβαρής κρίσης, πάντως, οι επιχειρήσεις δεν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή προστασίας. Τα νοικοκυριά, τα νοσοκομεία, οι μονάδες φροντίδας και άλλες κρίσιμες κοινωνικές υποδομές έχουν προτεραιότητα, ενώ οι βιομηχανικοί καταναλωτές θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωποι με σοβαρούς περιορισμούς. Βέβαια, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν πλέον περισσότερα δεδομένα για να διαχειριστούν ένα τέτοιο σενάριο, καθώς η λεγόμενη «Gas Security Platform» επιτρέπει στους διαχειριστές δικτύων και στις αρχές να έχουν καλύτερη εικόνα της κατάστασης σε σχέση με το 2022. Ανησυχία υπάρχει και στους δημοτικούς παρόχους ενέργειας, τα λεγόμενα Stadtwerke, οι οποίοι φοβούνται ότι μια απότομη μετακίνηση πελατών από φθηνότερους προμηθευτές προς τη βασική παροχή θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα νέο κύμα ζήτησης. Οι περισσότεροι έχουν καλύψει τις ανάγκες των υφιστάμενων πελατών τους για το 2026 και το 2027, δεν ισχύει όμως απαραίτητα το ίδιο για μια ξαφνική εισροή νέων καταναλωτών, ενώ οι αγορές φυσικού αερίου στη βραχυπρόθεσμη αγορά γίνονται ιδιαίτερα ακριβές όταν οι χειμερινές τιμές ανεβαίνουν.

Παρά τις ανησυχίες, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων εξακολουθεί να θεωρεί χαμηλή την πιθανότητα μιας σοβαρής κρίσης εφοδιασμού. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν κρίνεται μόνο από το αισιόδοξο σενάριο, αλλά από το πόσο καλά είναι προετοιμασμένο το σύστημα για το δυσμενέστερο. Και στη Γερμανία, οι χαμηλές αποθήκες, το υψηλό κόστος και η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές έχουν αρχίσει να ξυπνούν μνήμες του 2022, φέρνοντας ξανά το φυσικό αέριο στο επίκεντρο της προετοιμασίας για τη χειμερινή περίοδο.

Διαβάστε ακόμη