Οι εξαγωγές ρωσικού LNG από τον τερματικό σταθμό Yamal προς την Ευρώπη αναμένεται να συνεχιστούν με αμείωτο ρυθμό μέχρι το τέλος του έτους, καθώς αρκετοί αγοραστές από τη Γηραιά Ήπειρο εξακολουθούν να βασίζονται στις συγκεκριμένες ποσότητες για την κάλυψη των αναγκών τους.

Παρά την αυξανόμενη ένταση γύρω από τις ρωσικές ενεργειακές υποδομές και την απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού LNG στην ΕΕ που θα τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2027, αναλυτές και traders δεν προβλέπουν σταδιακή υποχώρηση των φορτίων τους επόμενους μήνες, όπως ίσως θα περίμενε κανείς.

Όπως ανέφεραν παράγοντες της αγοράς στο Montel, το Yamal παραμένει κρίσιμος εξαγωγικός κόμβος για τη Ρωσία και αξιόπιστη πηγή προμήθειας για ορισμένους ευρωπαϊκούς ενεργειακούς ομίλους. Η ετήσια δυναμικότητα της εγκατάστασης ανέρχεται σε 17,4 εκατ. τόνους, καθιστώντας την τη σημαντικότερη πύλη εξαγωγής ρωσικού LNG προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Για ορισμένους Ευρωπαίους αγοραστές, μάλιστα, τα φορτία από το Yamal εξακολουθούν να λειτουργούν ως «σανίδα σωτηρίας», ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά φυσικού αερίου βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένες γεωπολιτικές αβεβαιότητες και χαμηλά εποχικά αποθέματα.

Αυξημένες κατά 10% οι αφίξεις ρωσικού LNG από το Yamal από τις αρχές του έτους

Οι εξαγωγές LNG από το Yamal ανήλθαν στο οκτάμηνο Ιανουαρίου–Αυγούστου σε 17,4 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, αυξημένες κατά 1,5% σε ετήσια βάση σύμφωνα με τα στοιχεία του ερευνητικού κέντρου CREA.

Κατά το διάστημα αυτό, τα λιμάνια της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποδέχθηκαν 156 φορτία από το Yamal LNG που αντιστοιχούν σε περίπου 15,5 δισ. κυβικά μέτρα,  ποσότητα αυξημένη κατά 10% σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2025 σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας παρακολούθησης πλοίων Kpler που επικαλείται η γερμανική περιβαλλοντική οργάνωση Urgewald. Η τελευταία μάλιστα υπολογίζει ότι μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου οι ευρωπαϊκές αγορές ρωσικού LNG είχαν αποφέρει στη Μόσχα έσοδα περίπου 7,28 δισ. ευρώ.

Η αλλαγή τάσης τον Αύγουστο

Η εικόνα του Αυγούστου ήταν πάντως διαφορετική. Οι εισαγωγές ρωσικού LNG από την ΕΕ μειώθηκαν κατά 46%, στα περίπου 0,6 δισ. κυβικά μέτρα, καταγράφοντας τη χαμηλότερη μηνιαία επίδοση από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022. Η μεγάλη αυτή υποχώρηση δεν θεωρείται, ωστόσο, απαρχή μιας σταθερής πτωτικής πορείας. Ο αναλυτής της Wood Mackenzie Ντέιβιντ Λιούις εκτιμά ότι η Ευρώπη έχει απορροφήσει σχεδόν το σύνολο των διαθέσιμων ποσοτήτων του Yamal τους τελευταίους μήνες και ότι η τάση αυτή θα διατηρηθεί μέχρι την εφαρμογή της απαγόρευσης. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Τζέικομπ Μάντελ, επικεφαλής ερευνών της Aurora Energy Research, ο οποίος δεν αναμένει σταδιακή μείωση των αφίξεων. Όπως σημειώνει, οι παραδόσεις θα συνεχιστούν «για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα».

Το δύσκολο παζλ της επόμενης ημέρας

Από τον Ιανουάριο, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που διαθέτουν μακροχρόνια συμβόλαια προμήθειας με το Yamal LNG δεν θα μπορούν πλέον να παραδίδουν απευθείας τα φορτία που προέρχονται από εκεί σε λιμάνια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω της εφαρμογής του εμπάργκο της ΕΕ.

Προβλέπεται, ωστόσο, εξαίρεση που θα επιτρέπει σε ορισμένες εταιρείες να συνεχίσουν να κατευθύνουν τις ποσότητες προς χώρες εκτός της ΕΕ. Αυτό δημιουργεί ένα σύνθετο εμπορικό και εφοδιαστικό παζλ για εταιρείες όπως η γαλλική TotalEnergies και η ισπανική Naturgy. Οι δύο όμιλοι ενδέχεται να χρειαστεί να εξασφαλίσουν εναλλακτικά φορτία ή να προχωρήσουν σε ανταλλαγές ποσοτήτων μέσα στα διεθνή χαρτοφυλάκιά τους, ώστε να αντικαταστήσουν το ρωσικό LNG που σήμερα διοχετεύεται στην ευρωπαϊκή αγορά. Παραμένει, πάντως, ασαφές ποιος θα επωμιστεί το πρόσθετο κόστος αυτών των κινήσεων.

Την ίδια στιγμή, ενισχύονται και οι κίνδυνοι ασφαλείας. Η Ουκρανία έχει αυξήσει τις επιθέσεις με drones σε ρωσικές υποδομές φυσικού αερίου, επιδιώκοντας να περιορίσει μία από τις βασικές πηγές εσόδων του ρωσικού κρατικού προϋπολογισμού. Παρά τους κινδύνους, η ανάγκη των Ευρωπαίων αγοραστών να διασφαλίσουν επαρκείς ποσότητες ενόψει του χειμώνα φαίνεται ότι θα κρατήσει ανοικτή την στρόφιγγα του Yamal μέχρι την τελευταία στιγμή. Το κρίσιμο τεστ για την ευρωπαϊκή αγορά θα αρχίσει από το νέο έτος, όταν θα πρέπει να αντικατασταθούν οι ρωσικές ποσότητες χωρίς να διαταραχθεί η επάρκεια και χωρίς να προκληθούν νέες πιέσεις στις τιμές.

Διαβάστε ακόμη