Μια νέα γεωπολιτική και ενεργειακή διαμάχη ανοίγει στην Αρκτική. Κάτω από τις παγωμένες εκτάσεις κρύβονται, σύμφωνα με εκτιμήσεις, τεράστια αποθέματα πετρελαίου, φυσικού αερίου και κρίσιμων ορυκτών. Για μια Ευρωπαϊκή Ένωση που αναζητά επειγόντως ενεργειακή ασφάλεια και λιγότερη εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές, η περιοχή μοιάζει με μια δελεαστική ευκαιρία.
Η κλιματική αλλαγή, ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία και ο αυξανόμενος ανταγωνισμός για κρίσιμες πρώτες ύλες έχουν μετατρέψει τον Αρκτικό Βορρά σε στρατηγικό μέτωπο. Και καθώς η ΕΕ προετοιμάζεται να αναθεωρήσει φέτος τη στρατηγική της για την Αρκτική, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον μπορεί η περιοχή να βοηθήσει την Ευρώπη να μειώσει την εξάρτησή της από ξένες πηγές ενέργειας και πρώτων υλών, χωρίς να δημιουργήσει νέα περιβαλλοντικά και γεωπολιτικά προβλήματα;
Η κλιματική αλλαγή, ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία και ο αυξανόμενος ανταγωνισμός για κρίσιμες πρώτες ύλες έχουν μετατρέψει τον Αρκτικό Βορρά σε στρατηγικό μέτωπο. Και καθώς η ΕΕ προετοιμάζεται να αναθεωρήσει φέτος τη στρατηγική της για την Αρκτική, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον μπορεί η περιοχή να βοηθήσει την Ευρώπη να μειώσει την εξάρτησή της από ξένες πηγές ενέργειας και πρώτων υλών, χωρίς να δημιουργήσει νέα περιβαλλοντικά και γεωπολιτικά προβλήματα;
Το νέο ευρωπαϊκό δόγμα στο Ροβανιέμι
Αυτή η αλλαγή δόγματος επισφραγίζεται στην εν εξελίξει Σύνοδο των Ευρωπαίων Ηγετών για την Αρκτική, η οποία διεξάγεται (13-14 Σεπτεμβρίου) στο Ροβανιέμι της Φινλανδίας. Όπως διαφαίνεται από τις εργασίες της Συνόδου, η ΕΕ προετοιμάζεται να αναθεωρήσει ριζικά τη στρατηγική της για την περιοχή. Το βάρος μετατοπίζεται πλέον αναγκαστικά από την περιβαλλοντική προστασία και την επιστημονική έρευνα, στη λεγόμενη «σκληρή ασφάλεια» (hard security), την αποτροπή υβριδικών απειλών και τη διασφάλιση της ενεργειακής της αυτονομίας. Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν η περιοχή μπορεί να δώσει πρώτες ύλες στην Ευρώπη, αλλά αν η Ευρώπη μπορεί να θωρακίσει τα βόρεια σύνορά της.
Μια περιοχή υπό αυξανόμενη πίεση
Για δεκαετίες, η Αρκτική θεωρούνταν ένα ασυνήθιστο μοντέλο διεθνούς συνεργασίας. Τα οκτώ αρκτικά κράτη, η Ρωσία, η Νορβηγία, η Σουηδία, η Δανία, η Φινλανδία, η Ισλανδία, ο Καναδάς και οι Ηνωμένες Πολιτείες, συνεργάζονταν σε ζητήματα που περιλάμβαναν την κλιματική αλλαγή, τη ναυσιπλοΐα και την αλιεία.
Αυτή η συναίνεση βρίσκεται πλέον υπό… διάλυση.
«Η συνεργασία άρχισε να διαρρηγνύεται την τελευταία δεκαετία», αναφέρει χαρακτηριστικά στο RTE ο Δρ Αντρέας Ρασπότνικ, διευθυντής του Arctic Institute, ο οποίος παρουσίασε πρόσφατα την έρευνά του σε υπεύθυνους χάραξης πολιτικής της ΕΕ στις Βρυξέλλες.
Η Ρωσία κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος της Αρκτικής, τόσο γεωγραφικά όσο και στρατηγικά, καθώς ελέγχει περίπου το 60% των ακτών της. Η στρατιωτική της παρουσία, ιδιαίτερα στη χερσόνησο Κόλα, και οι πρόσφατες υβριδικές απειλές (όπως οι υποψίες για ρωσικές δολιοφθορές σε υποθαλάσσια καλώδια επικοινωνιών και ο «σκιώδης στόλος»), έχουν σημάνει συναγερμό. Ενώ το ΝΑΤΟ έχει ήδη ενισχύσει τη στρατιωτική του δραστηριότητα μέσω αποστολών όπως η Arctic Sentry, πλέον και η ίδια η ΕΕ αναλαμβάνει δράση. Στο πλαίσιο των συζητήσεων που κορυφώνονται στο Ροβανιέμι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί ένα τεράστιο σχέδιο 131 δισ. ευρώ για την άμυνα, δίνοντας πρωτοφανή έμφαση στη «στρατιωτική κινητικότητα», δηλαδή τη χρηματοδότηση υποδομών που θα επιτρέπουν την ταχεία μετακίνηση δυνάμεων στον ευρωπαϊκό Βορρά.
Ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας προσθέτουν οι νέες διεκδικήσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τη Γροιλανδία.
Ενέργεια κάτω από τους πάγους που λιώνουν
Το οικονομικό δυναμικό της Αρκτικής συνδέεται στενά με την κλιματική κρίση που μεταμορφώνει την περιοχή. Η περιοχή θερμαίνεται αρκετές φορές ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, επιταχύνοντας την απώλεια θαλάσσιων πάγων και καθιστώντας περιοχές που προηγουμένως ήταν απρόσιτες ευκολότερες στην εξερεύνηση.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Αμερικανικής Γεωλογικής Υπηρεσίας, η Αρκτική ενδέχεται να διαθέτει περίπου το 30% των παγκοσμίως αναξιοποίητων αποθεμάτων φυσικού αερίου και το 13% των αναξιοποίητων αποθεμάτων πετρελαίου.
Για την Ευρώπη, ωστόσο, η αξιοποίηση αυτών των αποθεμάτων εγείρει σημαντικά διλήμματα.
Η ΕΕ έχει επιβάλει περιορισμούς στην εξερεύνηση πετρελαίου και φυσικού αερίου στην περιοχή για περιβαλλοντικούς λόγους, ενώ η ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική επιδιώκει συνολικά τη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Ωστόσο, οι ενεργειακές αναταράξεις που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έχουν καταδείξει την ευπάθεια που δημιουργείται από την υπερβολική εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές.
Η περίπτωση της Νορβηγίας
Η Νορβηγία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Παρότι δεν είναι μέλος της ΕΕ, είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου της Ευρώπης και ένας κρίσιμος ενεργειακός εταίρος. Το Όσλο έχει δηλώσει ότι σκοπεύει να συνεχίσει τις γεωτρήσεις στην Αρκτική παρά τις ευρωπαϊκές ανησυχίες.
Ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, έχει υπερασπιστεί τον ρόλο της Νορβηγίας, υποστηρίζοντας ότι ο κόσμος χρειάζεται το πετρέλαιό της και χαρακτηρίζοντας τη χώρα αξιόπιστο προμηθευτή που δεν χρησιμοποιεί την ενέργεια ως πολιτικό όπλο.
Ορυκτά: η ευκαιρία της Αρκτικής για την Ευρώπη;
Η Αρκτική εκτιμάται ότι διαθέτει επίσης κοιτάσματα κρίσιμων ορυκτών που είναι απαραίτητα για την πράσινη μετάβαση της Ευρώπης. Το λίθιο και άλλες πρώτες ύλες είναι απαραίτητα για μπαταρίες, ηλεκτρικά οχήματα, ηλιακές τεχνολογίες και ανεμογεννήτριες.
Η εξάρτηση της ΕΕ από την Κίνα για πολλές από αυτές τις πρώτες ύλες αποτελεί αυξανόμενη στρατηγική ανησυχία. Η Κίνα προμηθεύει σήμερα περίπου το 90% της παγκόσμιας ζήτησης για σπάνιες γαίες.
Ο Δρ Ρασπότνικ υποστηρίζει ότι η Ευρώπη θα πρέπει να εξετάσει την ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών πιο κοντά στο σπίτι της , αναζητώντας, όπως λέει, λύσεις στην «πίσω αυλή» της.
Η εξόρυξη, όμως, στην Αρκτική δεν είναι ούτε απλή ούτε φθηνή. Οι απομακρυσμένες τοποθεσίες, οι περιορισμένες υποδομές, οι σκληρές καιρικές συνθήκες και η έλλειψη εργατικού δυναμικού μπορούν να καταστήσουν την εξόρυξη σημαντικά ακριβότερη. Οι εταιρείες και οι καταναλωτές θα πρέπει ουσιαστικά να αποδεχθούν ένα «αρκτικό premium».
Υπάρχει επίσης το ζήτημα των αυτόχθονων κοινοτήτων και του εύθραυστου βόρειου περιβάλλοντος. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε σαφή συναίνεση για το πώς θα μπορούσε να προχωρήσει η εξόρυξη στην Αρκτική χωρίς να προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις.
Ορισμένοι ερευνητές αμφισβητούν κατά πόσο τα πιθανά οφέλη δικαιολογούν την προσπάθεια. Ο Δρ Σβέιν Βίγκελαντ Ρότεμ, ερευνητής της Αρκτικής με έδρα τη Νορβηγία, υποστηρίζει ότι η ιδέα ενός «Κλοντάικ» πετρελαίου και ορυκτών στην Αρκτική αποτελεί σε μεγάλο βαθμό μύθο.
«Εξακολουθεί να κάνει κρύο, εξακολουθεί να είναι ένα δύσκολο περιβάλλον», λέει. Κατά την άποψή του, η αναμενόμενη αφθονία πόρων έχει υπερτιμηθεί σημαντικά.
Θα μπορούσε η Αρκτική να γίνει ο νέος εμπορικός δρόμος της Ευρώπης;
Η τήξη των θαλάσσιων πάγων έχει επίσης προκαλέσει ενδιαφέρον για τη ναυσιπλοΐα στην Αρκτική.
Περισσότερα πλοία ταξιδεύουν πλέον στην περιοχή, με περισσότερα από 1.800 διαφορετικά πλοία να καταγράφονται το 2025 — αύξηση περίπου 40%. Η μεγαλύτερη δραστηριότητα σημειώνεται στα τέλη του καλοκαιριού και στις αρχές του φθινοπώρου, όταν οι συνθήκες των πάγων είναι λιγότερο δύσκολες.
Η Ρωσία προωθεί τη Βόρεια Θαλάσσια Διαδρομή, η οποία ακολουθεί τις βόρειες ακτές της και θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά τον χρόνο ταξιδιού μεταξύ Ασίας και Ευρώπης. Θεωρητικά, ένα ταξίδι από την Ιαπωνία στην Ευρώπη θα μπορούσε να διαρκέσει περίπου 10 ημέρες μέσω της Βόρειας Θαλάσσιας Διαδρομής, έναντι περίπου 22 ημερών μέσω της Διώρυγας του Σουέζ.
Η Κίνα έχει επενδύσει σημαντικά στη διαδρομή και φέτος ανακοίνωσε την πρώτη τακτική προγραμματισμένη υπηρεσία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα έχουν επίσης εκφράσει ενδιαφέρον.
Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά εμπόδια.
Πολλά εμπορικά πλοία χρειάζονται τη βοήθεια παγοθραυστικών για να διασχίσουν τη διαδρομή, ενώ η Ρωσία ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος του στόλου παγοθραυστικών που εξυπηρετεί τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό, συμπεριλαμβανομένων των μοναδικών πυρηνοκίνητων παγοθραυστικών στον κόσμο. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η στήριξη τέτοιων υποδομών θα μπορούσε να σημαίνει έμμεση ενίσχυση των εσόδων και της στρατηγικής επιρροής της Μόσχας.
Οι κυρώσεις και οι γεωπολιτικές εντάσεις δημιουργούν επιπλέον προβλήματα για ασιατικούς εταίρους όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα.
Ο Ρότεμ παραμένει επιφυλακτικός ως προς το ενδεχόμενο η Βόρεια Θαλάσσια Διαδρομή να ανταγωνιστεί σοβαρά τις καθιερωμένες παγκόσμιες εμπορικές οδούς. «Δεν βλέπω τη Βόρεια Θαλάσσια Διαδρομή να ανταγωνίζεται σε οποιοδήποτε επίπεδο τη Διώρυγα του Σουέζ στη διάρκεια της ζωής μας», λέει.
Διαβάστε ακόμη
