Η Νορβηγία προτίθεται να συνεχίσει την ανάπτυξη των κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Θάλασσα του Μπάρεντς, ανεξάρτητα από τη στάση που θα υιοθετήσει τελικά η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στις νέες γεωτρήσεις στην Αρκτική.
Σε συνέντευξή του στο Reuters, ο Νορβηγός υπουργός Ενέργειας Τέργιε Άσλαντ υποστήριξε ότι, υπό τις σημερινές γεωπολιτικές συνθήκες και δεδομένης της ανάγκης για ενεργειακή ασφάλεια, η συνέχιση των δραστηριοτήτων στη βόρεια Νορβηγία εξυπηρετεί τόσο τα συμφέροντα της χώρας του όσο και της Ευρώπης.
«Πιστεύω ότι η συνέχιση της δραστηριότητας στη Θάλασσα του Μπάρεντς εξυπηρετεί τόσο τα νορβηγικά όσο και τα ευρωπαϊκά συμφέροντα», δήλωσε ο Άσλαντ, ενόψει της μεγάλης ενεργειακής διάσκεψης ONS που πραγματοποιείται στο Στάβανγκερ.
Η Νορβηγία έχει αναδειχθεί, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, στον σημαντικότερο προμηθευτή φυσικού αερίου της Ευρώπης. Καλύπτει περίπου το 30% της ζήτησης φυσικού αερίου τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και της Βρετανίας.
Η παραγωγή φυσικού αερίου της χώρας βρέθηκε πέρυσι κοντά σε επίπεδα-ρεκόρ, ενώ η παραγωγή πετρελαίου έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2009. Οι επίσημες προβλέψεις, ωστόσο, δείχνουν ότι η παραγωγή αναμένεται να μειωθεί σημαντικά μετά το 2030, εφόσον δεν εντοπιστούν και δεν αναπτυχθούν νέα κοιτάσματα.
Αυτό καθιστά τη Θάλασσα του Μπάρεντς στρατηγικής σημασίας για το Όσλο.
«Αν η Νορβηγία πρόκειται να παραμείνει μακροπρόθεσμος προμηθευτής πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Ευρώπη, τότε η Αρκτική πρέπει να αποτελεί μέρος αυτής της συζήτησης», τόνισε ο υπουργός.
Η κυβέρνηση της Νορβηγίας εκτιμά ότι μπορεί να διατηρήσει την παραγωγή και τις εξαγωγές υδρογονανθράκων περίπου στα σημερινά επίπεδα τουλάχιστον έως το 2035, με την παραγωγή από τη Θάλασσα του Μπάρεντς να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο.
Η Νορβηγία δεν φοβάται το ευρωπαϊκό «μπλόκο»
Η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει σήμερα την απαγόρευση νέων γεωτρήσεων στην Αρκτική για περιβαλλοντικούς λόγους, ενώ εξετάζει την επανεξέταση της πολιτικής της υπό το βάρος των ανησυχιών για την ενεργειακή ασφάλεια.
Το Όσλο, πάντως, διαμηνύει ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τα σχέδιά του.
Ο Άσλαντ υποστήριξε ότι αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα της Νορβηγίας να αξιοποιεί τους πόρους της στη Θάλασσα του Μπάρεντς, ακόμη και στην περίπτωση που η ΕΕ διατηρήσει τη θέση της υπέρ ενός μορατόριουμ.
«Θα αναπτύξουμε αυτές τις περιοχές και στη συνέχεια θα αποφασίσει η ΕΕ αν θέλει να επιβάλει μορατόριουμ στην αγορά αυτού του πετρελαίου ή φυσικού αερίου», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σε περίπτωση που η Ευρώπη περιορίσει τις εισαγωγές, το νορβηγικό πετρέλαιο θα μπορούσε να κατευθυνθεί στις διεθνείς αγορές. Το φυσικό αέριο, από την άλλη, μπορεί να υγροποιηθεί και να εξαχθεί ως LNG από τη μονάδα της Equinor στο Μελκόγια, κοντά στο Χάμερφεστ.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Equinor, Άντερς Όπεδαλ, εμφανίστηκε εξίσου κατηγορηματικός. Όπως δήλωσε, το πετρέλαιο και το LNG από τη Θάλασσα του Μπάρεντς μπορούν να αποσταλούν οπουδήποτε στον κόσμο.
«Το μόνο πράγμα που θα υποφέρει από αυτό είναι στην πραγματικότητα η ευρωπαϊκή ασφάλεια», είπε, υποστηρίζοντας ότι η Νορβηγία διαθέτει την απαραίτητη ευελιξία για να διοχετεύσει τις ενεργειακές της εξαγωγές σε άλλες αγορές.
Το επιχείρημα του Όσλο για το περιβάλλον
Η Νορβηγία επιχειρεί παράλληλα να αντικρούσει τις ευρωπαϊκές περιβαλλοντικές ενστάσεις.
Στις συζητήσεις της με αξιωματούχους στις Βρυξέλλες, υποστηρίζει ότι οι περιοχές της Θάλασσας του Μπάρεντς που έχουν ανοίξει για πετρελαϊκές δραστηριότητες είναι απαλλαγμένες από πάγους, όπως συμβαίνει στη Βόρεια Θάλασσα, γεγονός που, σύμφωνα με το Όσλο, περιορίζει ορισμένους από τους περιβαλλοντικούς κινδύνους.
Η κυβέρνηση συνδέει επίσης την ανάπτυξη των κοιτασμάτων με τη διατήρηση θέσεων εργασίας και πληθυσμού στις βόρειες περιοχές της χώρας, κοντά στα σύνορα με τη Ρωσία.
Την ίδια στιγμή, ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, έχει καλέσει την ΕΕ να επανεξετάσει την αντίθεσή της σε νέες πετρελαϊκές και αερίου επενδύσεις στην Αρκτική, υποστηρίζοντας ότι οι μελλοντικές ενεργειακές ανάγκες καθιστούν αναγκαία την εξασφάλιση νέων προμηθειών.
Οι επικριτές, ωστόσο, επισημαίνουν ότι τα νέα έργα στην Αρκτική χρειάζονται πολλά χρόνια για να ολοκληρωθούν και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις άμεσες ενεργειακές ανάγκες της Ευρώπης.
Τέλος στην ιδέα της «πράσινης μπαταρίας»
Παράλληλα με τους υδρογονάνθρακες, η Νορβηγία διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της Ευρώπης στον τομέα της υδροηλεκτρικής ενέργειας. Το εκτεταμένο δίκτυο ταμιευτήρων και υδάτινων πόρων επιτρέπει στη χώρα να παράγει πλεόνασμα ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας τα περισσότερα χρόνια, μέρος του οποίου εξάγεται μέσω διασυνδέσεων προς την υπόλοιπη Ευρώπη.
Για χρόνια, το Όσλο προέβαλλε τη Νορβηγία ως την «πράσινη μπαταρία» της Ευρώπης, δηλαδή ως έναν ενεργειακό κόμβο που θα μπορούσε να συμβάλλει στην εξισορρόπηση του ευρωπαϊκού ηλεκτρικού συστήματος.
Ο Άσλαντ θεωρεί πλέον ότι η συγκεκριμένη αντίληψη δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
«Ήταν μια λανθασμένη ιδέα», δήλωσε, υποστηρίζοντας ότι η Νορβηγία από μόνη της δεν μπορεί να εξισορροπήσει την ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Η προηγούμενη στρατηγική οδήγησε στην κατασκευή νέων ηλεκτρικών διασυνδέσεων, μεταξύ άλλων με τη Βρετανία και τη Γερμανία. Ωστόσο, η αυξημένη διασύνδεση με την ευρωπαϊκή αγορά έχει προκαλέσει αντιδράσεις στο εσωτερικό της Νορβηγίας, καθώς οι υψηλότερες ευρωπαϊκές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας μεταδίδονται ευκολότερα στη νορβηγική αγορά.
Ο υπουργός ξεκαθάρισε ότι η Νορβηγία δεν σχεδιάζει νέες ηλεκτρικές διασυνδέσεις, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τη συνεργασία με την Ευρώπη στον ενεργειακό τομέα.
Παράλληλα, κάλεσε τις ευρωπαϊκές χώρες να ενισχύσουν τη σταθερή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία, όπως υποστήριξε, έχει αποδυναμωθεί από το κλείσιμο μονάδων άνθρακα και πυρηνικής ενέργειας, αλλά και από τις ανεπαρκείς επενδύσεις σε νέες μονάδες φυσικού αερίου.
«Το μέλλον βρίσκεται σε ένα πολύ ισχυρό και ολοκληρωμένο σύστημα», κατέληξε ο Άσλαντ.
Η τοποθέτηση της Νορβηγίας καταδεικνύει έτσι τη νέα ισορροπία που διαμορφώνεται στην ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική: η πράσινη μετάβαση παραμένει στρατηγικός στόχος, όμως η ενεργειακή ασφάλεια, η γεωπολιτική αντιπαράθεση με τη Ρωσία και η ανάγκη για επαρκείς και ανταγωνιστικές τιμές ενέργειας επαναφέρουν στο προσκήνιο τον ρόλο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Διαβάστε ακόμα
