Η Αφρική επιχειρεί να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού στην αγορά κρίσιμων ορυκτών, περιορίζοντας τις εξαγωγές πρώτων υλών και πιέζοντας ξένες εταιρείες να επενδύσουν στην επεξεργασία τους εντός της ηπείρου. Τουλάχιστον 14 αφρικανικές χώρες έχουν επιβάλει από το 2023 εμπάργκο ή ποσοστώσεις σε ορυκτά όπως το λίθιο, το κοβάλτιο και το μαγγάνιο, σε μια προσπάθεια να κρατήσουν μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής αξίας των πόρων τους στο εσωτερικό.
Η κίνηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η ζήτηση για κρίσιμα ορυκτά αυξάνεται παγκοσμίως. Τα συγκεκριμένα μέταλλα είναι απαραίτητα για την παραγωγή μπαταριών, ημιαγωγών και τεχνολογιών που συνδέονται με την ενεργειακή μετάβαση, ενώ χρησιμοποιούνται και σε στρατηγικούς τομείς, όπως η αμυντική βιομηχανία.
Η Αφρική διαθέτει σημαντικό μέρος των παγκόσμιων αποθεμάτων. Περίπου το ένα τρίτο των κρίσιμων ορυκτών βρίσκεται στο αφρικανικό υπέδαφος, όμως για δεκαετίες οι περισσότερες χώρες της ηπείρου περιορίζονταν στην εξόρυξη και την εξαγωγή τους ως ακατέργαστων πρώτων υλών. Το μεγαλύτερο μέρος της επεξεργασίας γινόταν εκτός Αφρικής, με την Κίνα να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Le Monde, περίπου το 95% των κρίσιμων ορυκτών που εξάγονται από την Αφρική φεύγει από την ήπειρο σε ακατέργαστη μορφή για να υποστεί επεξεργασία αλλού. Αυτό σημαίνει ότι οι αφρικανικές χώρες κρατούν μόνο ένα μικρό μέρος της συνολικής οικονομικής αξίας που δημιουργείται από τους φυσικούς τους πόρους. Αυτό ακριβώς επιχειρούν πλέον να αλλάξουν.
Από την εξόρυξη στην επεξεργασία
Οι νέοι περιορισμοί στις εξαγωγές δεν έχουν ως μοναδικό στόχο να μειώσουν τις πωλήσεις ορυκτών στο εξωτερικό. Βασικός στόχος είναι να υποχρεωθούν οι ξένες επιχειρήσεις να επενδύσουν περισσότερο στην ίδια την Αφρική, δημιουργώντας μονάδες επεξεργασίας και μεταποίησης.
Με αυτόν τον τρόπο, οι κυβερνήσεις θέλουν να περάσουν από ένα μοντέλο στο οποίο η ήπειρος εξάγει απλώς το μετάλλευμα σε ένα μοντέλο που θα δημιουργεί μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία εντός των αφρικανικών χωρών. Η επεξεργασία των ορυκτών μπορεί να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα και να ανοίξει τον δρόμο για μεταφορά τεχνογνωσίας.
Η πολιτική αυτή περιγράφεται όλο και συχνότερα ως «εθνικισμός των πόρων», καθώς οι κυβερνήσεις επιχειρούν να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στις πρώτες ύλες που βρίσκονται στο έδαφός τους.
Η αλλαγή αυτή δεν είναι άσχετη με τον διεθνή ανταγωνισμό για τα κρίσιμα ορυκτά. Η ενεργειακή μετάβαση έχει μετατρέψει μέταλλα όπως το λίθιο και το κοβάλτιο σε στρατηγικά αγαθά, ενώ οι μεγάλες οικονομίες αναζητούν ασφαλείς και διαφοροποιημένες αλυσίδες εφοδιασμού.
Διαβάστε ακόμη
