Στα σκαριά βρίσκεται νέο θεσμικό πλαίσιο για την πρόσβαση των data centers στο ηλεκτρικό σύστημα, με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να επιχειρεί να βάλει εγκαίρως τάξη σε ένα ταχέως διογκούμενο κύμα επενδυτικών αιτημάτων που δοκιμάζει τα όρια του διαθέσιμου ηλεκτρικού «χώρου». Κεντρικός στόχος είναι η διαθέσιμη ισχύς να κατευθύνεται κατά προτεραιότητα σε ώριμα και πραγματικά επενδυτικά σχέδια, αποφεύγοντας τη δέσμευσή της από έργα που μπορεί να εξασφαλίσουν θέση στο δίκτυο χωρίς τελικά να φτάσουν ποτέ στην κατασκευή.

Η ανάγκη για παρέμβαση γίνεται εντονότερη όσο μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στις επενδύσεις που πράγματι προχωρούν και στον όγκο των αιτημάτων που φτάνουν στους Διαχειριστές. Η Ελλάδα έχει ήδη αρχίσει να αποκτά ουσιαστικό αποτύπωμα στην ευρωπαϊκή αγορά των data centers, με την εγκατεστημένη ισχύ να έχει αυξηθεί από περίπου 5 MW το 2023 σε 50 MW το 2026 και τις εκτιμήσεις να τοποθετούν την αγορά κοντά στα 120 MW έως το τέλος της δεκαετίας. Παράλληλα, το επενδυτικό pipeline αποτιμάται σε αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ.

Στο ηλεκτρικό σύστημα, όμως, η εικόνα είναι πολύ μεγαλύτερη. Τα αιτήματα σύνδεσης που έχουν υποβληθεί στον ΑΔΜΗΕ προσεγγίζουν πλέον συνολικά τα 5 GW, έναντι περίπου 1,2 GW στα τέλη του 2025. Πρόκειται για μέγεθος που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν να επρόκειτο για ένα απλό χαρτοφυλάκιο επενδύσεων σε αναμονή, καθώς τα σύγχρονα data centers απαιτούν πολύ υψηλές και, κυρίως, διαρκείς ποσότητες ισχύος.

Στο ΥΠΕΝ αναγνωρίζουν ότι, εάν το σύνολο αυτών των σχεδίων ζητούσε να περάσει στην πράξη, το ηλεκτρικό σύστημα δεν θα μπορούσε να τα υποδεχθεί. Για τον λόγο αυτό η προσπάθεια επικεντρώνεται στη δημιουργία ενός μηχανισμού ορθολογικής κατανομής της διαθέσιμης ισχύος, πριν το πρόβλημα διογκωθεί και καταστεί αναγκαίο να αντιμετωπιστεί εκ των υστέρων. Όπως προκύπτει και από τις σχετικές τοποθετήσεις της πολιτικής ηγεσίας, η κεντρική αρχή του σχεδιασμού είναι «πραγματικά έργα και όχι σπέκουλα», ώστε να μην επαναληφθεί η εμπειρία των ΑΠΕ, όπου μεγάλος όγκος ηλεκτρικού χώρου δεσμεύθηκε από έργα με διαφορετικούς βαθμούς ωριμότητας.

Το «φίλτρο» πριν από τη δέσμευση ισχύος

Η κατεύθυνση που εξετάζεται δεν είναι η δημιουργία ενός στατικού χάρτη που θα υποδεικνύει πού επιτρέπονται και πού απαγορεύονται τα data centers. Στο υπουργείο θεωρούν ότι ένα τέτοιο σύστημα θα ήταν υπερβολικά άκαμπτο για μια αγορά που μεταβάλλεται γρήγορα, τόσο ως προς την τεχνολογία όσο και ως προς τις ανάγκες σε ηλεκτρική ισχύ.

Αντίθετα, η συζήτηση στρέφεται στη διαμόρφωση κριτηρίων που θα λειτουργούν ως φίλτρο πριν από τη δέσμευση σημαντικών ποσοτήτων ισχύος. Η λογική είναι ότι ένα αίτημα εκατοντάδων MW δεν θα πρέπει από μόνο του να αρκεί για να «κλειδώσει» αντίστοιχη δυναμικότητα σε έναν υποσταθμό ή σε μια περιοχή του συστήματος. Θα πρέπει να υπάρχουν ενδείξεις πραγματικής επενδυτικής ωριμότητας και δυνατότητας υλοποίησης.

Πρόκειται ουσιαστικά για μια προσπάθεια να μεταφερθεί ο έλεγχος στην αρχή της διαδικασίας. Αντί το κράτος και οι Διαχειριστές να διαθέσουν πρώτα αρκετά GW και στη συνέχεια να αναζητούν τρόπους να ανακτήσουν χωρητικότητα από έργα που δεν προχώρησαν, το νέο πλαίσιο θα επιχειρεί να ξεχωρίζει εγκαίρως τις ώριμες επενδύσεις από το καθαρά θεωρητικό ενδιαφέρον.

Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της φύσης της συγκεκριμένης κατανάλωσης. Η ανάπτυξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, cloud computing και υπηρεσιών υψηλής υπολογιστικής έντασης ανεβάζει απότομα τις απαιτήσεις των νέων εγκαταστάσεων. Ένα μεγάλο data center δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη καταναλωτή, αλλά ένα φορτίο δεκάδων ή εκατοντάδων MW, με υψηλές απαιτήσεις αξιοπιστίας και σχεδόν αδιάλειπτη λειτουργία.

Τι εξετάζεται από τα ευρωπαϊκά μοντέλα

Για τη διαμόρφωση των κριτηρίων, το ΥΠΕΝ έχει εξετάσει πρακτικές που εφαρμόζονται ή συζητούνται σε άλλες χώρες, καθώς το πρόβλημα της συσσώρευσης αιτημάτων δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Στο μικροσκόπιο έχουν μπει διαφορετικά μοντέλα, με στόχο να εντοπιστούν εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να προσαρμοστούν στις συνθήκες του ελληνικού συστήματος.

Μία από τις παραμέτρους που έχουν εξεταστεί είναι ο βαθμός στον οποίο η κατανάλωση ενός data center μπορεί να συνδέεται χρονικά με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από μονάδες που έχουν εξασφαλιστεί για την τροφοδοσία του. Στη συζήτηση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η Ισπανία, η οποία έχει κινηθεί προς αυστηρότερες απαιτήσεις, εξετάζοντας όχι μόνο την ύπαρξη συμβάσεων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και μεγαλύτερη χρονική αντιστοίχιση μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης.

Ο ταυτοχρονισμός είναι πολύ πιο απαιτητικός από ένα συμβατικό PPA. Δεν αρκεί δηλαδή ένας επενδυτής να έχει εξασφαλίσει σε ετήσια βάση αντίστοιχη ποσότητα πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά θα πρέπει ένα μέρος της κατανάλωσης να καλύπτεται από αντίστοιχη παραγωγή τις ίδιες ώρες. Για μια υποδομή που λειτουργεί επί 24ώρου βάσεως, η απαίτηση αυτή αυξάνει αισθητά τόσο την τεχνική πολυπλοκότητα όσο και το κόστος.

Γι’ αυτό και το ισπανικό παράδειγμα δεν φαίνεται να μεταφέρεται αυτούσιο στην ελληνική αγορά. Στο ΥΠΕΝ αναγνωρίζουν ότι ένας αυστηρός κανόνας συνεχούς ταυτοχρονισμού θα ήταν δύσκολος και δαπανηρός στην εφαρμογή του. Η σχετική επιλογή παραμένει υπό μελέτη, ως ένα από τα εργαλεία που μπορούν να εξεταστούν, χωρίς να έχει προκριθεί ως ο βασικός άξονας του ελληνικού μοντέλου.

Όχι στατικές ζώνες για τα data centers

Από την επεξεργασία που έχει γίνει μέχρι σήμερα προκύπτει επίσης ότι το υπουργείο δεν θέλει να εγκλωβίσει την αγορά σε ένα χωροταξικό μοντέλο του τύπου «εδώ επιτρέπεται, εκεί απαγορεύεται». Οι συνθήκες στο ηλεκτρικό σύστημα μεταβάλλονται, νέα έργα δικτύου προσθέτουν διαθέσιμη ισχύ, ενώ και οι τεχνολογικές ανάγκες των data centers εξελίσσονται με μεγάλη ταχύτητα.

Η επιδίωξη είναι, επομένως, να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, το οποίο δεν θα σχεδιαστεί αποκλειστικά για να αντιμετωπίσει τον σημερινό όγκο αιτημάτων, αλλά θα μπορεί να λειτουργεί και όταν η αγορά θα έχει αλλάξει τα επόμενα χρόνια. Στο πλαίσιο της προετοιμασίας έχουν αξιολογηθεί σειρά μελετών, μεταξύ των οποίων και μελέτη της McKinsey για λογαριασμό του ΑΔΜΗΕ, χωρίς πάντως να έχει κλειδώσει ακόμη η τελική μορφή των κριτηρίων.

Η ισορροπία που αναζητείται δεν είναι απλή. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της στην αγορά των ψηφιακών υποδομών και να προσελκύσει μεγάλες επενδύσεις σε data centers. Από την άλλη, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον ηλεκτρικό χώρο ως απεριόριστο πόρο, ιδίως σε ένα σύστημα όπου ήδη συνωστίζονται νέα φορτία, έργα ΑΠΕ, μονάδες αποθήκευσης και άλλες επενδύσεις που διεκδικούν δυνατότητα σύνδεσης.

Στόχος η διαβούλευση μέσα στον Σεπτέμβριο

Η επεξεργασία της νομοθετικής ρύθμισης βρίσκεται πλέον σε προχωρημένο στάδιο, με στόχο το κείμενο να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση μέσα στον Σεπτέμβριο. Εκεί θα δοκιμαστούν στην πράξη τα κριτήρια που επεξεργάζεται το υπουργείο και θα καταγραφούν οι παρατηρήσεις των επενδυτών, των Διαχειριστών και των υπόλοιπων φορέων της αγοράς, πριν το πλαίσιο πάρει την τελική του μορφή.

Το κρίσιμο για το ΥΠΕΝ είναι να κινηθεί πριν η συσσώρευση αιτημάτων αποκτήσει διαστάσεις που θα είναι δύσκολο να αναστραφούν. Με τα data centers να εξελίσσονται σε μία από τις πλέον ενεργοβόρες κατηγορίες νέων φορτίων και το ενδιαφέρον για επενδύσεις να παραμένει ισχυρό, η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από το πόσα έργα μπορούν να ανακοινωθούν στο πόσα μπορούν πράγματι να συνδεθούν και να κατασκευαστούν.

Αυτό ακριβώς καλείται να απαντήσει το νέο πλαίσιο, ποια επενδυτικά σχέδια δικαιολογούν τη δέσμευση πολύτιμης ηλεκτρικής ισχύος και ποια θα πρέπει να περιμένουν έως ότου αποδείξουν ότι έχουν περάσει από το στάδιο του ενδιαφέροντος σε εκείνο της πραγματικής επένδυσης.

Διαβάστε ακόμη