Οι τιμές του πετρελαίου θα έπρεπε να έχουν ήδη πάρει «φωτιά». Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει περιορίσει τις εξαγωγές από τον Περσικό Κόλπο, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ουσιαστικά κλειστά για την κανονική εμπορική ναυσιπλοΐα και οι επιθέσεις ΗΠΑ και Ιράν συνεχίζονται. Κι όμως, το Brent κινείται γύρω από τα 95 δολάρια το βαρέλι, πολύ μακριά από τα 150 ή ακόμη και τα 200 δολάρια που φοβόντουσαν αρκετοί αναλυτές πριν από λίγους μήνες. Η αγορά δείχνει μέχρι στιγμής αξιοσημείωτη αντοχή, καθώς, παρά τις σοβαρές αναταράξεις, πετρέλαιο εξακολουθεί να φτάνει στις διεθνείς αγορές μέσω εναλλακτικών διαδρομών, ενώ ορισμένες ποσότητες συνεχίζουν να διακινούνται και από το Ορμούζ. Την ίδια ώρα, σύμφωνα με τη Handelsblatt, η μειωμένη ζήτηση από την Κίνα λειτουργεί ως ένα επιπλέον «μαξιλάρι», περιορίζοντας τις πιέσεις στις τιμές. Έτσι, το μεγάλο πετρελαϊκό σοκ που πολλοί προέβλεπαν δεν έχει μέχρι στιγμής εκδηλωθεί, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που αναμενόταν. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η αγορά έχει επιστρέψει σε κανονικούς ρυθμούς, καθώς πίσω από τη συγκρατημένη εικόνα των τιμών κρύβεται μια εύθραυστη ισορροπία: οι ροές από τον Κόλπο παραμένουν μειωμένες, τα παγκόσμια αποθέματα υποχωρούν και οι εναλλακτικές διαδρομές έχουν συγκεκριμένες δυνατότητες.
Οι προβλέψεις για τα 150 και τα 200 δολάρια
Η εικόνα στις αγορές ήταν πολύ διαφορετική τις πρώτες ημέρες του πολέμου. Στα τέλη Φεβρουαρίου, το πετρέλαιο εκτοξεύτηκε από περίπου 72 δολάρια σε πάνω από 119 δολάρια το βαρέλι μέσα σε λίγες ημέρες, καθώς οι επενδυτές προσπαθούσαν να αποτιμήσουν τις πιθανές επιπτώσεις μιας μεγάλης διακοπής στις εξαγωγές από τον Περσικό Κόλπο. Μέσα σε αυτό το κλίμα, τα «καμπανάκια» για μια νέα πετρελαϊκή κρίση διαδέχονταν το ένα το άλλο. Μάλιστα, ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), Φατίχ Μπιρόλ, χαρακτήρισε την κρίση σοβαρότερη από εκείνες του 1973, του 1979 και του 2022 μαζί, ενώ ο ιστορικός ενέργειας Ντάνιελ Γιέργκιν έκανε λόγο για τη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση και διαταραχή εφοδιασμού που έχει καταγραφεί στην ιστορία.
Οι ανησυχίες αυτές αποτυπώνονταν και στις εκτιμήσεις για την πορεία των τιμών. Στα τέλη Μαρτίου, ο επικεφαλής οικονομολόγος της JP Morgan, Bruce Kasman, προειδοποιούσε ότι το Brent θα μπορούσε να φτάσει τα 150 δολάρια εάν το Ορμούζ παρέμενε κλειστό για ακόμη έναν μήνα. Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνταν και οι εκτιμήσεις της Société Générale, ενώ η Macquarie δεν απέκλειε ακόμη και το ενδεχόμενο να αγγίξει το πετρέλαιο τα 200 δολάρια, εφόσον ο πόλεμος συνεχιζόταν έως τα τέλη Ιουνίου. Οι εξελίξεις, ωστόσο, δεν επιβεβαίωσαν τα πιο ακραία σενάρια. Παρά τις μεγάλες διαταραχές στις μεταφορές και την περιορισμένη πρόσβαση στις παραδοσιακές διαδρομές, η αγορά κατάφερε να διατηρήσει μέρος των πετρελαϊκών ροών μέσω εναλλακτικών οδών, περιορίζοντας μέχρι σήμερα την πίεση στις τιμές.
Οι αγωγοί κρατούν το πετρέλαιο σε κίνηση
Κομβικό ρόλο στη διατήρηση των πετρελαϊκών ροών έχει ο East-West Pipeline της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος μεταφέρει αργό από τις πετρελαιοπαραγωγές περιοχές της χώρας προς το Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα, παρακάμπτοντας το Ορμούζ. Στις πιο δύσκολες φάσεις της κρίσης, η Saudi Aramco αύξησε σημαντικά τις ποσότητες που διοχετεύονταν μέσω του συγκεκριμένου αγωγού. Σύμφωνα με την UBS, οι ροές έφτασαν έως και τα 5 εκατ. βαρέλια την ημέρα, από περίπου 1,4 εκατ. πριν από τον πόλεμο. Η συγκεκριμένη διαδρομή, ωστόσο, δεν μένει αλώβητη από τους κινδύνους της κρίσης. Ένας σταθμός συμπίεσης έχει ήδη δεχθεί επίθεση, με αποτέλεσμα η εξαγωγική ικανότητα του αγωγού να περιοριστεί κατά περίπου 10%, ενώ οι επιθέσεις των Χούθι σε πλοία που μεταφέρουν φορτία από το Γιανμπού προς την Ασία αυξάνουν το κόστος. Η παράκαμψη μέσω της Διώρυγας του Σουέζ αποτελεί μια σημαντική εναλλακτική, αλλά μπορεί να προσθέσει έως και 40 ημέρες στη διάρκεια του ταξιδιού. Για τον λόγο αυτό, η Σαουδική Αραβία σχεδιάζει να αυξήσει τη δυναμικότητα του αγωγού κατά 1 έως 2 εκατ. βαρέλια την ημέρα, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα προγραμματίζουν επέκταση που θα προσθέσει περισσότερα από 3 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Ήδη, ο Abu Dhabi Crude Oil Pipeline μπορεί να μεταφέρει έως 1,8 εκατ. βαρέλια την ημέρα προς το Φουτζέιρα, εκτός Περσικού Κόλπου. Ωστόσο, στην περίπτωση του Ιράκ, τα περιθώρια είναι πιο περιορισμένα. Ο αγωγός Kirkuk–Ceyhan προς την Τουρκία έχει, μεν, θεωρητική δυναμικότητα έως 1,6 εκατ. βαρέλια την ημέρα, όμως σήμερα οι ποσότητες που διακινούνται μέσω αυτού ανέρχονται σε μόλις περίπου 190.000 βαρέλια ημερησίως.
Τι συμβαίνει στο Ορμούζ
Οι αγωγοί δεν μπορούν να αναπληρώσουν το σύνολο των απωλειών, με αποτέλεσμα να καταβάλλονται προσπάθειες ώστε μέρος των πετρελαϊκών φορτίων να συνεχίσει να διακινείται μέσω του Ορμούζ. Ωστόσο, το ακριβές μέγεθος των ποσοτήτων που εξακολουθούν να περνούν από τα Στενά παραμένει αβέβαιο, καθώς οι εκτιμήσεις για τις πραγματικές ροές διαφέρουν σημαντικά. Ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ, Κρις Ράιτ, έχει κάνει λόγο για σχεδόν 9 εκατ. βαρέλια την ημέρα, ενώ ανεξάρτητοι αναλυτές τοποθετούν τις ροές αρκετά χαμηλότερα, στα 3 έως 5 εκατ. βαρέλια. Η Goldman Sachs εκτιμά ότι διακινούνται 8 έως 10 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ το Bloomberg υπολογίζει τις ποσότητες στα 6 έως 8 εκατ.
Παράλληλα, η μεταφορά του αργού γίνεται πλέον με έναν αρκετά περίπλοκο τρόπο. Μικρότερα δεξαμενόπλοια πραγματοποιούν δρομολόγια μεταξύ διαφορετικών σημείων, ενώ φορτία μεταφέρονται σε μεγαλύτερα πλοία μέσω μεταφορτώσεων από πλοίο σε πλοίο (ship-to-ship). Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, τα δεξαμενόπλοια απενεργοποιούν τα συστήματα AIS, περιορίζοντας την ορατότητά τους. Ο διευθύνων σύμβουλος της TotalEnergies, Patrick Pouyanné, επιβεβαίωσε στα τέλη Αυγούστου ότι το αργό εξακολουθεί να κινείται μέσω του Ορμούζ, αλλά με ιδιαίτερα διακριτικό τρόπο. Το τίμημα αυτής της προσπάθειας είναι, ωστόσο, υψηλό. Ένα ταξίδι ενός πολύ μεγάλου δεξαμενόπλοιου μέσω των Στενών και πίσω κοστίζει περίπου 20 εκατ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 10 δολάρια ανά βαρέλι για φορτίο 2 εκατ. βαρελιών.
Το πρόβλημα μεταφέρεται στα προϊόντα διύλισης
Η ανθεκτικότητα που δείχνει μέχρι στιγμής η τιμή του αργού δεν σημαίνει ότι η ενεργειακή αγορά έχει απορροφήσει εντελώς «ανώδυνα» το σοκ. Αντίθετα, η πίεση μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο στα προϊόντα διύλισης, με τη βενζίνη και το ντίζελ να βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο των προβλημάτων εφοδιασμού. Οι επιθέσεις σε εγκαταστάσεις διύλισης στον Κόλπο έχουν περιορίσει τη διαθέσιμη δυναμικότητα κατά περίπου 2 εκατ. βαρέλια την ημέρα, σύμφωνα με τη Vontobel, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο οι απώλειες ανέρχονται σε περίπου 7 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Από αυτή την ποσότητα, περίπου 3,5 εκατ. βαρέλια αφορούν τη Ρωσία, όπου η κατάσταση στον κλάδο της διύλισης έχει επιδεινωθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες. Οι ουκρανικές επιθέσεις έχουν θέσει εκτός λειτουργίας, σύμφωνα με τη Vontobel, το 50% έως 60% της ρωσικής δυναμικότητας διύλισης, περιορίζοντας παράλληλα τις διαθέσιμες ποσότητες για εξαγωγές. Η εξέλιξη αυτή έχει ήδη αποτυπωθεί στις διεθνείς αγορές, καθώς οι ρωσικές εξαγωγές ντίζελ και gasoil υποχώρησαν στις αρχές Αυγούστου σε περίπου 80.000 βαρέλια την ημέρα, έναντι περισσότερων από 1 εκατ. βαρελιών ημερησίως τα προηγούμενα χρόνια.
Το αποτέλεσμα είναι να διευρύνεται το έλλειμμα στην παγκόσμια αγορά ντίζελ, με τις διαθέσιμες εξαγωγικές ποσότητες να υπολείπονται περίπου 15% της ζήτησης. Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη στις ΗΠΑ, όπου τα αποθέματα ντίζελ στα τέλη Αυγούστου είχαν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, την ώρα που οι τιμές λιανικής είχαν ήδη ανέλθει σε νέο ρεκόρ. Έτσι, ενώ η τιμή του αργού παραμένει μέχρι στιγμής σχετικά συγκρατημένη, οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης γίνονται ολοένα πιο αισθητές στις τιμές των καυσίμων που επιβαρύνουν, τελικά, την τσέπη του τελικού καταναλωτή.
Το «μαξιλάρι» της Κίνας
Την ίδια ώρα, η Κίνα λειτουργεί ως σημαντικό «μαξιλάρι» για την αγορά αργού. Ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο είχε αυξήσει τις στρατηγικές του αποθήκες όταν οι τιμές ήταν χαμηλότερες και μπορεί πλέον να αξιοποιεί μέρος αυτών των αποθεμάτων, περιορίζοντας τις αγορές του από τη διεθνή αγορά. Τον Ιούνιο, οι εισαγωγές αργού της Κίνας υποχώρησαν στα 6,4 εκατ. βαρέλια την ημέρα, το χαμηλότερο επίπεδο από τον Οκτώβριο του 2016 και περίπου 4 έως 5 εκατ. βαρέλια κάτω από τα επίπεδα πριν από τη σύγκρουση. Παράλληλα, η κατανάλωση πετρελαίου μειώθηκε το δεύτερο τρίμηνο κατά 9% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με το Centre for Research on Energy and Clean Air, καθώς ενισχύεται και η ηλεκτροκίνηση.
Η συγκρατημένη τιμή του Brent, επομένως, δεν σημαίνει ότι η κρίση έχει ξεπεραστεί. Οι εναλλακτικές διαδρομές έχουν περιορισμένη δυναμικότητα, οι ροές από το Ορμούζ παραμένουν εξαιρετικά δύσκολες και τα αποθέματα μειώνονται. Σύμφωνα με τη Handelsblatt, τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου μειώθηκαν κατά 69 εκατ. βαρέλια μόνο τον Ιούλιο και υποχώρησαν για πρώτη φορά από τον Απρίλιο του 2025 κάτω από τα 7,9 δισ. βαρέλια. Από τα περίπου 400 εκατ. βαρέλια που διέθεσαν στην αγορά την άνοιξη οι χώρες του IEA, έχουν ήδη καταναλωθεί περίπου 290 εκατ.
Διαβάστε ακόμη
