Το ρωσικού σχεδιασμού πυρηνικό εργοστάσιο Paks II στην Ουγγαρία, το οποίο προορίζεται να αποτελέσει τον βασικό πυλώνα ηλεκτροπαραγωγής της χώρας, αναμένεται να καθυστερήσει τουλάχιστον δύο χρόνια σε σχέση με τον αρχικό προγραμματισμό ολοκλήρωσής του. Όπως αποκαλύπτουν εσωτερικά έγγραφα της κατασκευάστριας εταιρείας Rosatom που περιήλθαν στην κατοχή του POLITICO, το εμπιστευτικό χρονοδιάγραμμα μεταθέτει την ημερομηνία παράδοσης στα τέλη Δεκεμβρίου του 2034, ανατρέποντας τον προηγούμενο στόχο του 2032. Πρόκειται για την πιο πρόσφατη ανατροπή σε ένα αμφιλεγόμενο ενεργειακό έργο, το οποίο ανατέθηκε το 2014 κατόπιν συμφωνίας του πρώην Ούγγρου πρωθυπουργού, Βίκτορ Όρμπαν, και του Ρώσου προέδρου, Βλαντιμίρ Πούτιν.

Το Paks II διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο για την ενεργειακή ασφάλεια της Ουγγαρίας. Το έργο επεκτείνει τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις της σοβιετικής εποχής που ήδη καλύπτουν το 50% της εγχώριας ζήτησης ρεύματος, αλλά προγραμματίζεται να παροπλιστούν την περίοδο 2032-2037. Οι δύο νέοι αντιδραστήρες της Rosatom θα παράγουν 2.400 μεγαβάτ (MW), υπερκαλύπτοντας τα 2.000 MW της παλαιάς μονάδας, εξασφαλίζοντας ισχύ ικανή για την ηλεκτροδότηση μιας πόλης εκατομμυρίων κατοίκων. Ωστόσο, η ρωσική εμπλοκή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Ο νέος πρωθυπουργός της χώρας, Πέτερ Μαγιάρ, ο οποίος διαδέχθηκε τον Όρμπαν τον Απρίλιο, τηρεί σκληρή στάση απέναντι στη Μόσχα και έχει ήδη θέσει το έργο υπό επανεξέταση.

Το επίμαχο έγγραφο —ένα αρχείο Excel με χιλιάδες καταχωρήσεις- έρχεται στο φως μετά το ρεπορτάζ του POLITICO για κενά ασφαλείας σε άλλη μονάδα της Rosatom στην Αίγυπτο, η οποία αξιοποιεί την ίδια τεχνολογία. Η ρωσική εταιρεία απέρριψε τους ισχυρισμούς περί αμέλειας, επικαλούμενη τα «υψηλά πρότυπα εργασίας» και την «κουλτούρα ασφάλειάς» της. Βάσει του χρονοδιαγράμματος, ο δεύτερος υπό κατασκευή αντιδραστήρας στην Ουγγαρία θα φτάσει στο στάδιο της «προσωρινής παραλαβής» στις 30 Δεκεμβρίου 2034. Τότε, η Rosatom θα παραδώσει το έργο, συνολικού προϋπολογισμού 12,5 δισ. ευρώ, στον ουγγρικό κρατικό φορέα για τους τελικούς ελέγχους.

Η εξέλιξη αυτή αναιρεί τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης Όρμπαν στις αρχές του έτους, που τοποθετούσαν την πλήρη λειτουργία στο 2031-2032. Η Rosatom αρνήθηκε να σχολιάσει το έγγραφο, το οποίο το POLITICO δεν δημοσιοποίησε για την προστασία της πηγής του. Η εταιρεία υποστήριξε ότι, βάσει της συμφωνίας με την «ουγγρική πλευρά», οι αντιδραστήρες θα παραδοθούν εντός χρονοδιαγράμματος. Πρόσθεσε χαρακτηριστικά: «Οι εργασίες θεμελίωσης στη Μονάδα 5 έχουν ολοκληρωθεί κατά 80% και θα τελειώσουν μέχρι το τέλος του έτους, οπότε θα ξεκινήσουν οι προετοιμασίες για την πρώτη έγχυση σκυροδέματος στη Μονάδα 6, όπου αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη οι εκσκαφές».

Το αρχείο προέρχεται από δέσμη εγγράφων που διέρρευσε αξιωματούχος των μυστικών υπηρεσιών. Μέσω της ίδιας πηγής είχαν αποκαλυφθεί τον προηγούμενο μήνα και τα ζητήματα στο αιγυπτιακό εργοστάσιο. Η ουγγρική κυβέρνηση απέφυγε τον σχολιασμό (σημειώνεται ότι ο Όρμπαν παραχώρησε συνέντευξη Τύπου στη Βουδαπέστη στις 22 Ιουλίου 2026), ενώ το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε το ρεπορτάζ «ψευδές».

Αναλύοντας τα δεδομένα, η έγχυση του πρώτου σκυροδέματος για τη Μονάδα 6 προγραμματιζόταν για τις 6 Σεπτεμβρίου του τρέχοντος έτους, με την τελική άδεια λειτουργίας και την προσωρινή παραλαβή της μονάδας να τοποθετούνται στις 30 Δεκεμβρίου 2034. Αν και η Rosatom ανακοίνωσε την πρώτη έγχυση σκυροδέματος για τη Μονάδα 5 τον Φεβρουάριο, το έγγραφο αποκαλύπτει ότι η διαδικασία αυτή αναμενόταν αρχικά σχεδόν ένα χρόνο νωρίτερα, τον Μάρτιο του 2025. Αυτό υποδηλώνει απώλεια ορόσημων κατά ένα έτος και κίνδυνο περαιτέρω καθυστερήσεων πέραν του 2034. Η ανάλυση των μεταδεδομένων δείχνει ότι το αρχείο δημιουργήθηκε το 2015 και ενημερωνόταν συνεχώς επί μία δεκαετία.

Στα τέλη Αυγούστου, ο Βλαντιμίρ Πούτιν εξήρε το ιστορικό ασφαλείας της Rosatom και τις 28 υπό κατασκευή μονάδες της παγκοσμίως. Στην ίδια συνάντηση, ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Αλεξέι Λιχατσόφ, διαβεβαίωσε ότι τα έργα σε Ινδία, Κίνα, Τουρκία, Αίγυπτο, Ιράν, Μπαγκλαντές και Ουγγαρία προχωρούν ομαλά. Η Rosatom συνεργάζεται με ένα ευρύ δίκτυο εργολάβων από Ουγγαρία, Γαλλία και Ρωσία. Το έργο επιβλέπεται από την κρατική Paks II, ενώ υπενθυμίζεται ότι η γερμανική Siemens Energy αποχώρησε από την κοινοπραξία τον Φεβρουάριο του 2026, λόγω άρνησης του Βερολίνου να εκδώσει τη σχετική άδεια εξαγωγής.

Εκπρόσωπος της Paks II δήλωσε στο POLITICO ότι η επένδυση είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και αποτελεί μια αναγκαστικά χρονοβόρα διαδικασία, επισημαίνοντας ότι θα υπάρξουν περισσότερες πληροφορίες μόλις ολοκληρωθεί η επανεξέταση του έργου από την κυβέρνηση Μαγιάρ. Τον Φεβρουάριο, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Πέτερ Σιγιάρτο —ο οποίος παραιτήθηκε τον Ιούλιο εν μέσω ερευνών για ρωσικούς δεσμούς— χαρακτήριζε «απολύτως ρεαλιστική» την ολοκλήρωση το 2031-2032. Από την πλευρά του, ο πρώην βουλευτής των Πρασίνων, Μπένεντεκ Γιάβορ, επισήμανε ότι το κράτος έχει ήδη δαπανήσει 2,7 δισ. ευρώ. «Όσο πιο γρήγορα η κυβέρνηση αναγνωρίσει τους ανεξέλεγκτους κινδύνους και εγκαταλείψει το έργο, τόσο χαμηλότερο επίπεδο οικονομικής ζημιάς θα μπορεί να υπολογιστεί», κατέληξε.