Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός πως η Ευρώπη έχει χάσει κρίσιμο έδαφος σε σχέση με τις κρίσιμες πρώτες ύλες, με την Κίνα να αποτελεί τη χώρα όπου παράγονται τα δύο τρίτα της παγκόσμιας παραγωγής για τις μισές από τις 34 κρίσιμες πρώτες ύλες. Στην τελική λίστα των Κρίσιμων και Στρατηγικών Ορυκτών εντάσσονται και σημαντικές πρώτες ύλες που υπάρχουν ή παράγονται στην Ελλάδα, όπως ο βωξίτης, η αλουμίνα, το αλουμίνιο, το κοβάλτιο, ο χαλκός, οι άστριοι, το γάλλιο, το γερμάνιο και το μεταλλικό πυρίτιο.

Πρόσφατη μελέτη της ΕΤΕπ αναφέρει πως απαιτούνται 2 δισ. ευρώ ετησίως για την επόμενη πενταετία για κοιτασματολογική έρευνα για Κρίσιμες Ορυκτές Πρώτες Ύλες, από 0,2 δισ. ευρώ που ανέρχονται αυτή τη στιγμή, προκειμένου να καταφέρει να φτάσει τον στόχο τουλάχιστον το 10% της ετήσιας κατανάλωσης των στρατηγικών πρώτων υλών της να προέρχεται από εγχώρια εξόρυξη έως το 2030, με βάση τον Κανονισμό CRM Act, και να πάψει να είναι εξαρτώμενη από άλλες χώρες.

Όπως ανέφερε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου, για τα μισά από τα ορυκτά της λίστας ο στόχος δεν θα επιτευχθεί για τον απλούστατο λόγο ότι, τρία χρόνια πριν από τη λήξη της προθεσμίας, δεν έχει κατατεθεί καμία πρόταση η οποία να τα αφορά. Για τα άλλα μισά, αναμένουμε να δούμε αν ο «φιλόδοξος» στόχος θα επιτευχθεί.

Μιλώντας σε εκδήλωση που διοργάνωσε η Ελληνικός Χρυσός στο πλαίσιο της ΔΕΘ, ανέφερε πως «το υπερβολικό ρυθμιστικό περιβάλλον μπορεί για κάποιους να είναι απλώς ευτράπελο, αλλά για πολλές επιχειρήσεις έχει άμεσο αντίκτυπο στο κόστος και την ανταγωνιστικότητά τους. Αυτόν τον αντίκτυπο κάποιος πρέπει να τον αποτιμήσει και να μας πει πώς θα τον αντιμετωπίσουμε. Το αφήγημα ότι τα ευρωπαϊκά προϊόντα είναι ανώτερα ποιοτικά και άρα δικαιολογούν την ακριβότερη τιμή τους δεν ισχύει για τις ορυκτές πρώτες ύλες».

Σημείωσε πως «η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει την ακριβότερη ηλεκτρική ενέργεια στον πλανήτη. Σήμερα η τιμή της μεγαβατώρας είναι τριπλάσια στη χώρα μας από ό,τι στην Τουρκία. Αυτό δεν οφείλεται ούτε στις διεθνείς συγκυρίες, ούτε στην παγκόσμια κρίση, ούτε βεβαίως στο κόστος παραγωγής. Απλοί πολλαπλασιασμοί το αποδεικνύουν. Η Ευρώπη δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε πως η πράσινη ενέργεια, σε συνδυασμό με τη δημιουργία μιας ουτοπικής ελεύθερης αγοράς, θα οδηγούσε σε εκτόξευση του κόστους για τον καταναλωτή. Απλά επέλεξε να αδιαφορήσει για τις συνέπειες».

Παράλληλα, αναφερόμενος στο ελληνικό υπέδαφος, το χαρακτήρισε πλούσιο, λέγοντας πως από τα ορυκτά που σήμερα η Ευρώπη χαρακτηρίζει κρίσιμα και στρατηγικά, στη χώρα μας υπάρχει βωξίτης και αλουμίνιο, χαλκός, γάλλιο και γερμάνιο, αντιμόνιο, νικέλιο και κοβάλτιο και, ενδεχομένως, σκάνδιο και ορισμένες σπάνιες γαίες.

«Με πρόχειρους υπολογισμούς, αυτό σημαίνει ότι η εξορυκτική δραστηριότητα στη χώρα μας μπορεί τουλάχιστον να διπλασιαστεί. Είναι γνωστό ότι διαθέτουμε και το ανθρώπινο δυναμικό και την τεχνογνωσία. Σε ό,τι αφορά το εθνικό θεσμικό πλαίσιο, ο διάλογος με την πολιτεία είναι ανοιχτός και κάποια βήματα γίνονται. Εδώ θα χρειαστεί το Ελληνικό κράτος να επενδύσει λίγο παραπάνω στη Δημόσια Διοίκηση, στο ανθρώπινο δυναμικό που ασχολείται με τον κλάδο μας», επεσήμανε.

Όπως έχουμε αναφέρει, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας προσανατολίζεται στην επικαιροποίηση του Μεταλλευτικού Κώδικα, επιχειρώντας να εκσυγχρονίσει ένα θεσμικό πλαίσιο που θεσπίστηκε πριν από αρκετές δεκαετίες και πλέον δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις σύγχρονες διοικητικές, θεσμικές και επιχειρησιακές απαιτήσεις της εξορυκτικής δραστηριότητας.

Ακόμα, να σημειωθεί πως το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία και την Εφοδιαστική Αλυσίδα, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, δίνει σαφή προτεραιότητα στις επενδύσεις που αφορούν κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες, οι οποίες υπάρχουν σε σημαντικές ποσότητες στη χώρα μας, καθώς αναγνωρίζει τις κρίσιμες πρώτες ύλες ως αυτοτελή στρατηγική προτεραιότητα στον εθνικό χωρικό σχεδιασμό.

Παράλληλα, προβλέπει τη χωρική υποστήριξη βιομηχανικών εγκαταστάσεων που συνδέονται με την εξόρυξη, επεξεργασία, μεταποίηση, ανακύκλωση ή καθετοποίηση αλυσίδων αξίας ορυκτών και κρίσιμων πρώτων υλών. Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόβλεψη ότι οι επενδύσεις μεταποίησης και επεξεργασίας κρίσιμων πρώτων υλών δύναται να αποτελέσουν έργα υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος και αξιολογούνται ως τέτοια, ιδίως κατά την αδειοδοτική διαδικασία.

Πάντως, πηγές της αγοράς διευκρινίζουν πως ορισμένα ζητήματα αναμένεται να αποσαφηνιστούν με το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ορυκτές Πρώτες Ύλες. Για παράδειγμα, το χωροταξικό πλαίσιο για τη Βιομηχανία ρυθμίζει το σκέλος της μεταποίησης και της επεξεργασίας των κρίσιμων πρώτων υλών και όχι της εξόρυξης, κάτι που αναμένεται να γίνει με το Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΟΠΥ.

Διαβάστε ακόμη