Νέα θέση στον παραγωγικό και χωρικό σχεδιασμό της χώρας αποκτούν οι κρίσιμες πρώτες ύλες, με το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία και την Εφοδιαστική Αλυσίδα να ανοίγει τον δρόμο για μεγαλύτερη καθετοποίηση της εξορυκτικής δραστηριότητας και να εντάσσει, για πρώτη φορά με τόσο σαφή τρόπο, τις κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες στον πυρήνα της βιομηχανικής πολιτικής. Η Κοινή Υπουργική Απόφαση που τέθηκε σε ισχύ στις 27 Αυγούστου αντικαθιστά το πλαίσιο του 2009 και διαμορφώνει το νέο χωρικό υπόβαθρο για τη βιομηχανία με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα το 2030 και μακροπρόθεσμο το 2040.
Για τον εξορυκτικό κλάδο, η αλλαγή δεν περιορίζεται στη διατήρηση των υφιστάμενων μεταλλευτικών και λατομικών δραστηριοτήτων. Η βασική κατεύθυνση είναι πλέον η σύνδεση των κοιτασμάτων με μεγαλύτερο τμήμα της παραγωγικής αλυσίδας στην Ελλάδα: επεξεργασία, μεταποίηση, ανακύκλωση, εφοδιαστική και, όπου είναι εφικτό, πλήρης καθετοποίηση. Στο επίκεντρο βρίσκονται ιδιαίτερα οι πρώτες ύλες που θεωρούνται κρίσιμες ή στρατηγικές για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς συνδέονται άμεσα με την ασφάλεια εφοδιασμού, την πράσινη μετάβαση και τη μείωση της ευρωπαϊκής εξάρτησης από τρίτες χώρες.
Το νέο Πλαίσιο, ωστόσο, δεν κλείνει ολόκληρο το θεσμικό κεφάλαιο της εξόρυξης. Η χωρική οργάνωση της ίδιας της εξορυκτικής δραστηριότητας παραπέμπεται κατά κύριο λόγο στο υπό διαμόρφωση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ορυκτές Πρώτες Ύλες, με την αγορά να θεωρεί την ολοκλήρωσή του το επόμενο κρίσιμο βήμα.
Οι κρίσιμες πρώτες ύλες γίνονται ειδικός στόχος
Η σημαντικότερη θεσμική αλλαγή βρίσκεται ήδη στους στόχους του νέου Χωροταξικού. Το κείμενο προβλέπει ρητά τη χωρική υποστήριξη βιομηχανικών εγκαταστάσεων που συνδέονται με την εξόρυξη, επεξεργασία, μεταποίηση, ανακύκλωση ή καθετοποίηση αλυσίδων αξίας ορυκτών και κρίσιμων πρώτων υλών, με ιδιαίτερη αναφορά στον ευρωπαϊκό Κανονισμό 2024/1252 για τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Η συγκεκριμένη κατεύθυνση συνδέεται ευθέως με τη στρατηγική αυτονομία, την ασφάλεια εφοδιασμού, την πράσινη μετάβαση και τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα τόσο της ΕΕ όσο και της Ελλάδας.
Παράλληλα, το Πλαίσιο επιδιώκει να διασφαλίσει τη συνέχεια και τη λειτουργική αναβάθμιση υφιστάμενων βιομηχανικών πόλων, ιδίως όπου έχουν ήδη δημιουργηθεί παραγωγικά συμπλέγματα που συνδυάζουν εξόρυξη, μεταποίηση ορυκτών, παραγωγή ενέργειας και εφοδιαστική. Πρόκειται για κρίσιμη μετατόπιση της χωροταξικής πολιτικής: το κοίτασμα δεν αντιμετωπίζεται πλέον απομονωμένα, αλλά ως δυνητικός πυρήνας ευρύτερης βιομηχανικής αλυσίδας.
Η λογική αυτή γίνεται ακόμη σαφέστερη στο κεφάλαιο των στρατηγικών επενδύσεων. Στις βιομηχανικές επενδύσεις κρίσιμης ή στρατηγικής σημασίας για την ευρωπαϊκή αυτονομία εντάσσεται ρητά η μεταποίηση και επεξεργασία κρίσιμων πρώτων υλών, εφόσον πρόκειται για πρώτες ύλες για τις οποίες υπάρχουν ήδη εντοπισμένα αποθέματα και επενδυτικά σχέδια στη χώρα. Η κατηγορία συνδέεται συνολικά με την ευρωπαϊκή πολιτική για την Καθαρή Βιομηχανία, τον χάλυβα και τα μέταλλα, τις τεχνολογίες μηδενικών εκπομπών, την αυτοκινητοβιομηχανία, την άμυνα και τους ημιαγωγούς.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόβλεψη ότι οι επενδύσεις αυτών των τομέων, όταν έχουν χαρακτηριστεί στρατηγικά έργα ή έργα κρίσιμης σημασίας με βάση τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς Κανονισμούς, αποτελούν έργα υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος και αξιολογούνται ως τέτοια ιδίως κατά την αδειοδοτική διαδικασία. Η διατύπωση αυτή χρειάζεται προσοχή: δεν αποκτά αυτομάτως κάθε μονάδα που επεξεργάζεται μία κρίσιμη πρώτη ύλη το συγκεκριμένο καθεστώς, αλλά εκείνα τα έργα που πληρούν τις προϋποθέσεις και λαμβάνουν τον αντίστοιχο στρατηγικό χαρακτηρισμό βάσει του ευρωπαϊκού πλαισίου.
Το Χωροταξικό προβλέπει ακόμη ότι στα αναπτυξιακά προγράμματα θα εξετάζεται κατά προτεραιότητα η υλοποίηση δημόσιων υποδομών στις περιοχές όπου εγκαθίστανται έργα στρατηγικής ή κρίσιμης σημασίας. Η πρόβλεψη αποκτά ιδιαίτερη αξία για τον εξορυκτικό κλάδο, στον οποίο η ανταγωνιστικότητα ενός κοιτάσματος εξαρτάται όχι μόνο από τα γεωλογικά χαρακτηριστικά του, αλλά και από την πρόσβαση σε ενέργεια, οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, λιμενικές εγκαταστάσεις και υποδομές εφοδιαστικής.
Από την εξόρυξη στην καθετοποίηση
Η καθετοποίηση αποτελεί ένα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του νέου Πλαισίου. Οι σχετικές προβλέψεις δεν περιορίζονται στις νέες επενδύσεις, αλλά καλύπτουν και τη διατήρηση, επέκταση, τον εκσυγχρονισμό και την καθετοποίηση υφιστάμενων εγκαταστάσεων, οργανωμένων υποδοχέων και ευρύτερων βιομηχανικών πόλων, εφόσον συμμετέχουν ή μπορούν να συμμετάσχουν σε αλυσίδες αξίας ορυκτών, κρίσιμων ή στρατηγικών πρώτων υλών.
Παράλληλα, δημιουργείται ειδική κατηγορία δραστηριοτήτων που έχουν χωροθετική εξάρτηση από την εξόρυξη. Σε αυτή περιλαμβάνονται εγκαταστάσεις πρωτογενούς επεξεργασίας ΟΠΥ στους ίδιους τους χώρους εξόρυξης, μονάδες μεταποίησης που εγκαθίστανται σε περιοχές εκμετάλλευσης και καθετοποιούν την παραγόμενη πρώτη ύλη, καθώς και μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που εμφανίζουν άμεση εξάρτηση από τις ΟΠΥ της περιοχής.
Σε ήδη χωροθετημένα μεταλλεία και λατομεία οι μονάδες αυτές επιτρέπονται όταν τεκμηριώνεται η εξάρτησή τους από την τοπικά παραγόμενη πρώτη ύλη. Το Πλαίσιο καλύπτει επίσης δραστηριότητες σε καθορισμένες λατομικές περιοχές, ορυχεία και λατομεία βιομηχανικών ορυκτών, τόσο για την τροφοδοσία της τσιμεντοβιομηχανίας όσο και για εξαγωγικούς σκοπούς. Για επενδύσεις στρατηγικών πρώτων υλών ή μεγάλης κλίμακας, όπου απαιτείται σύνθετη στάθμιση αναπτυξιακών και περιβαλλοντικών παραμέτρων, προβλέπεται συντονισμένη εξέταση των φακέλων από τις συναρμόδιες υπηρεσίες, ιδίως του ΥΠΕΝ και του υπουργείου Ανάπτυξης.
Το περιβαλλοντικό σκέλος και οι συγκρούσεις χρήσεων
Η προτεραιότητα στις κρίσιμες πρώτες ύλες δεν καταργεί το ισχύον πλαίσιο περιβαλλοντικής προστασίας. Για τη χωροθέτηση εξακολουθούν να συνεκτιμώνται προστατευόμενες περιοχές, δάση και δασικές εκτάσεις, αρχαιολογικοί χώροι, προστατευόμενα τοπία, υδατικά συστήματα και περιοχές με κίνδυνο μεγάλων βιομηχανικών ατυχημάτων. Στην ειδική περίπτωση εγκαταστάσεων που συνδέονται με ορυκτές, κρίσιμες ή στρατηγικές πρώτες ύλες, τα στοιχεία αυτά σταθμίζονται μαζί με την ανάγκη περιβαλλοντικά συμβατής διατήρησης, αναβάθμισης ή καθετοποίησης των δραστηριοτήτων, χωρίς όμως να παρακάμπτεται η εθνική και ενωσιακή περιβαλλοντική νομοθεσία.
Αντίστοιχα, σε προστατευόμενες περιοχές ή δασικές εκτάσεις οι δυνατότητες εγκατάστασης εξακολουθούν να εξαρτώνται από το ειδικό καθεστώς προστασίας και τη δασική νομοθεσία. Στα Natura 2000 εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες διαδικασίες περιβαλλοντικής αξιολόγησης, ενώ για τις δασικές περιοχές το Πλαίσιο επιτρέπει υπό προϋποθέσεις εγκαταστάσεις όταν δεν είναι τεχνικοοικονομικά πρόσφορη ή εφικτή άλλη θέση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση με τον τουρισμό. Το Χωροταξικό ορίζει ότι η εξόρυξη, η πρωτογενής επεξεργασία των ΟΠΥ στους χώρους εξόρυξης και η εξασφάλιση των αναγκαίων θαλάσσιων διεξόδων για τη μεταφορά των προϊόντων δεν μπορούν να αποκλείονται αποκλειστικά και μόνο επειδή μια περιοχή έχει τουριστική προτεραιότητα. Ακόμη και η επέκταση προς περιοχές όπου εντοπίζονται νέα κοιτάσματα μπορεί να εξεταστεί κατά την προβλεπόμενη αδειοδοτική διαδικασία, ύστερα από στάθμιση κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών δεδομένων, των μεθόδων εξόρυξης και επεξεργασίας, της διαχείρισης αποβλήτων και της αποκατάστασης του τοπίου.
Η πρόβλεψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε περιοχές όπως η Χαλκιδική και το νησιωτικό Αιγαίο, όπου ο τουρισμός και η εξορυκτική δραστηριότητα καλούνται συχνά να συνυπάρξουν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο.
Στερεά Ελλάδα: βωξίτης, σιδηρονικέλιο και Άσπρα Σπίτια
Η Στερεά Ελλάδα αποτελεί έναν από τους κεντρικότερους άξονες του νέου χάρτη. Το Πλαίσιο προβλέπει διατήρηση της εξόρυξης και επεξεργασίας στις υφιστάμενες περιοχές εκμετάλλευσης και διασφάλιση της δυνατότητας επέκτασης όπου εντοπίζονται νέα κοιτάσματα. Κατονομάζει τον βωξίτη σε Φωκίδα, Βοιωτία και Φθιώτιδα και τα σιδηρονικελιούχα μεταλλεύματα σε Βοιωτία, Φθιώτιδα και Εύβοια, δηλαδή δύο από τις πλέον παραδοσιακές εξορυκτικές αλυσίδες της χώρας.
Ιδιαίτερος είναι ο ρόλος της Φωκίδας. Το μεγαλύτερο τμήμα της χαρακτηρίζεται ευρεία περιοχή στήριξης της βιομηχανίας λόγω των δυνατοτήτων καθετοποίησης της εξόρυξης, ενώ το Πλαίσιο της αποδίδει κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων μεταποίησης και logistics που συμμετέχουν στις αλυσίδες αξίας για την ευρωπαϊκή αυτονομία σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Οι πρώτες ύλες της περιοχής συνδέονται άμεσα με τον ευρύτερο βιομηχανικό πόλο των Άσπρων Σπιτιών, για τον οποίο δίδεται κατεύθυνση υποστήριξης και ενδυνάμωσης.
Στη Βοιωτία ενισχύεται επίσης ο πόλος των Άσπρων Σπιτιών ως σύμπλεγμα μεταποίησης και ενέργειας, ενώ τα Δερβενοχώρια, λόγω της παραγωγής τσιμέντου και της αξιοποίησης βιομηχανικών ορυκτών, αντιμετωπίζονται ως στρατηγικός κόμβος δομικών υλικών και συναφών δραστηριοτήτων. Στην Εύβοια, το βόρειο και κεντρικό τμήμα αναγνωρίζεται ως σημαντικός εξορυκτικός πόλος, ενώ ο βιομηχανικός πόλος της Λάρυμνας, που συνδέεται λειτουργικά και με Βοιωτία και Φθιώτιδα, προβλέπεται να συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως ενιαία παραγωγική ενότητα.
Χαλκιδική, Βόρεια Ελλάδα και τα μάρμαρα
Στην Κεντρική Μακεδονία, η Χαλκιδική κατονομάζεται πλέον ως εξορυκτικός πόλος, με κατεύθυνση για υποστήριξη μονάδων καθετοποίησης της παραγωγής ορυκτών υλών. Η χωρική πολιτική καλείται παράλληλα να διαχειριστεί την έντονη τουριστική δραστηριότητα της περιοχής, χωρίς να διακόπτεται η λειτουργική συνέχεια της εξόρυξης. Ιδιαίτερη πρόβλεψη υπάρχει για τη σύνδεση των εξορυκτικών δραστηριοτήτων με το βασικό οδικό δίκτυο και, όπου απαιτείται, με το θαλάσσιο μέτωπο.
Κατευθύνσεις υποστήριξης ή καθετοποίησης της εξόρυξης υπάρχουν επίσης σε Κιλκίς, Πέλλα, Ημαθία, Πιερία και Σέρρες. Στην Πέλλα αναφέρεται συγκεκριμένα δραστηριότητα εξόρυξης ποζολάνης κοντά στον άξονα Έδεσσας–Αριδαίας, για την οποία υποστηρίζονται η διατήρηση και η καθετοποίηση.
Στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, η μεταποίηση λατομικών προϊόντων περιγράφεται ως συγκριτικό πλεονέκτημα με έντονο εξαγωγικό χαρακτήρα και προωθείται η έρευνα και αξιοποίηση ΟΠΥ με χρήση βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών. Ειδική αναφορά γίνεται στα μάρμαρα, με τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις να εντοπίζονται σε Δράμα και Καβάλα.
Διαφορετική είναι η λογική στη Δυτική Μακεδονία. Η απολιγνιτοποίηση καθιστά αναγκαία την αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου και το νέο Πλαίσιο στηρίζει την ανάπτυξη άλλων εξορυκτικών δραστηριοτήτων, με ρητή εξαίρεση του λιγνίτη. Σε Κοζάνη και Φλώρινα προβλέπεται διερεύνηση της ανάπτυξης καθετοποιημένων εξορυκτικών δραστηριοτήτων, ενώ οι πρώην εξορυκτικές εκτάσεις μπορούν να αξιοποιηθούν και για οργανωμένους υποδοχείς νέων βιομηχανικών και εφοδιαστικών δραστηριοτήτων. Στα Γρεβενά το Πλαίσιο κατονομάζει τον ατταπουλγίτη και τον σαπωνίτη ως ενδεικτικές ΟΠΥ των οποίων η αξιοποίηση μπορεί να υποστηριχθεί, μαζί με την ανάπτυξη καθετοποιημένων δραστηριοτήτων.
Χίος και Νότιο Αιγαίο
Ιδιαίτερα ευδιάκριτη είναι η περίπτωση της Χίου. Το νησί χαρακτηρίζεται πόλος εξόρυξης λόγω της ύπαρξης σημαντικών κοιτασμάτων ΟΠΥ και κρίσιμων πρώτων υλών, με το Πλαίσιο να προωθεί την καθετοποίηση. Η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου συνδέει μάλιστα την αναπτυξιακή της προοπτική με την αξιοποίηση πρώτων υλών εξαγωγικού προσανατολισμού, περιλαμβανομένων εκείνων που έχουν χαρακτηριστεί κρίσιμες από την ΕΕ.
Στο Νότιο Αιγαίο, αντίστοιχα, επιδιώκεται η διατήρηση των υφιστάμενων εξορυκτικών δραστηριοτήτων αλλά και η δυνατότητα επέκτασης και καθετοποιημένης μεταποίησης όταν εντοπίζονται νέα κοιτάσματα, νέα ορυκτά ή κρίσιμες πρώτες ύλες του ευρωπαϊκού καταλόγου. Το Πλαίσιο αναφέρει ποζολάνη, περλίτη και μπεντονίτη, καθώς και γενικότερα βιομηχανικά ορυκτά, με βασικούς εξορυκτικούς πόλους τη Μήλο, τη Νίσυρο, το Γυαλί και την Τήνο.
Η εξορυκτική δραστηριότητα συνδέεται άμεσα και με την εφοδιαστική. Τα έξι σημαντικότερα λιμάνια για στερεά χύδην φορτία —Μύκονος, Θήρα, Κως, Νίσυρος, Μήλος-Αδάμας και Λέρος-Λακκί— αντιπροσωπεύουν περίπου το 75% των αντίστοιχων φορτίων της Περιφέρειας, γεγονός που αποτυπώνει τον ρόλο των θαλάσσιων μεταφορών στη διακίνηση βιομηχανικών ορυκτών.
Στην Κρήτη, τέλος, το Λασίθι αποκτά ειδική αναφορά λόγω της δραστηριότητας εξόρυξης γύψου στην περιοχή Άλτσι του Δήμου Σητείας, την οποία ο υποκείμενος σχεδιασμός καλείται να συνδυάσει με την ισχυρή τουριστική ανάπτυξη της περιοχής.
Θετικό το πρώτο σήμα της αγοράς, αλλά με δύο βασικές εκκρεμότητες
Η πρώτη ανάγνωση από την αγορά των ορυκτών πρώτων υλών είναι θετική, κυρίως επειδή το νέο Χωροταξικό ενσωματώνει πλέον με σαφή τρόπο τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό γύρω από τις κρίσιμες πρώτες ύλες και αντιμετωπίζει την καθετοποίηση ως στρατηγική επιλογή. Για τον κλάδο, η δυνατότητα να προστατευθούν χωρικά υφιστάμενοι πόλοι, να επεκταθούν ή να εκσυγχρονιστούν εγκαταστάσεις και να συνδεθούν τα κοιτάσματα με μεταποίηση και υποδομές αποτελεί ουσιαστική βελτίωση σε σχέση με το παλαιότερο πλαίσιο.
Την ίδια στιγμή, παράγοντες του κλάδου επισημαίνουν ότι η χαρτογράφηση δεν αποτυπώνει με την ίδια ακρίβεια όλους τους πόλους κρίσιμων πρώτων υλών ούτε διαχωρίζει πάντοτε καθαρά τις ΚΠΥ του ευρωπαϊκού Κανονισμού από άλλα βιομηχανικά ορυκτά μεγάλης οικονομικής και εξαγωγικής σημασίας. Η διάκριση δεν είναι αμελητέα, καθώς το ειδικό καθεστώς που συνδέεται με τα ευρωπαϊκά στρατηγικά έργα δεν επεκτείνεται αυτοδικαίως σε κάθε ορυκτή πρώτη ύλη.
Στην αγορά αναφέρεται ενδεικτικά ως περιοχή που χρειάζεται σαφέστερη αποτύπωση ο ευρύτερος νικελιο-κοβαλτιούχος λατεριτικός άξονας, ενώ υπογραμμίζεται ότι η Ελλάδα διαθέτει ορυκτούς πόλους που μπορεί να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς η ΕΕ επιχειρεί να περιορίσει την εξάρτησή της από εισαγωγές κρίσιμων υλικών. Το ίδιο το Χωροταξικό καταγράφει ήδη τα σιδηρονικελιούχα μεταλλεύματα σε Βοιωτία, Φθιώτιδα και Εύβοια, χωρίς όμως να επιχειρεί μια πλήρη, αυτοτελή χαρτογράφηση όλων των ΚΠΥ ως τέτοιων.
Η μεγαλύτερη, πάντως, εκκρεμότητα αφορά την ίδια την εξορυκτική φάση. Το ΕΧΠ Βιομηχανίας δηλώνει ρητά ότι η χωρική οργάνωση της εξόρυξης, της επεξεργασίας, της αποθήκευσης και της διαχείρισης των προϊόντων εξορυκτικών δραστηριοτήτων αντιμετωπίζεται κατά κύριο λόγο από το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ορυκτές Πρώτες Ύλες, το οποίο θα λειτουργήσει σε συνέργεια με το νέο πλαίσιο της βιομηχανίας. Όπου απαιτείται θαλάσσια μεταφορά ή εξαγωγική διακίνηση, προβλέπεται επίσης η δυνατότητα εξέτασης των αναγκαίων λιμενικών και παραλιμενικών υποδομών.
Για τον κλάδο, επομένως, το νέο Χωροταξικό αποτελεί περισσότερο την αρχή παρά το τέλος της θεσμικής αναδιάρθρωσης. Η βιομηχανική πλευρά της αλυσίδας των κρίσιμων πρώτων υλών αποκτά σαφέστερη χωρική υπόσταση και οι υφιστάμενοι παραγωγικοί πόλοι ισχυρότερη βάση για καθετοποίηση.
Διαβάστε ακόμη
