Το μέλλον της Ευρώπης στις κρίσιμες πρώτες ύλες ξεκινά από την εξερεύνηση. Η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση εξαρτάται από την ασφαλή πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Ωστόσο, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση προσελκύει μόλις το 3% των παγκόσμιων επενδύσεων στην έρευνα ορυκτών, έναντι 20% του Καναδά και 16% της Αυστραλίας.
Μια πρόσφατη μελέτη της ΕΤΕπ αναδεικνύει το μέγεθος της πρόκλησης: οι ετήσιες δαπάνες για την έρευνα ορυκτών στην ΕΕ θα πρέπει να αυξηθούν κατά δέκα φορές, από περίπου 0,2 δισ. ευρώ σε 2 δισ. ευρώ την επόμενη πενταετία, προκειμένου να συμβάλουν στην επίτευξη των στρατηγικών στόχων της Ευρώπης.
Ποιες είναι όμως οι χώρες της ΕΕ που δίνουν τα περισσότερα χρήματα για την εξερεύνηση του εδάφους με σκοπό τη μελλοντική εξόρυξη πρώτων υλών; Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΤΕπ, στην κορυφή βρίσκονται χώρες όπως η Ιρλανδία, η Φινλανδία, η Πορτογαλία και η Σουηδία. Πιο συγκεκριμένα, ο μέσος ετήσιος προϋπολογισμός της Ιρλανδίας για μεταλλευτικές έρευνες (από το 1997 έως το 2024) ήταν 246 δολάρια ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Ακολουθεί η Φινλανδία με 191 δολάρια/τετραγωνικό χιλιόμετρο, ενώ στην Πορτογαλία ο μέσος προϋπολογισμός ήταν 143 δολάρια και στη Σουηδία 140 δολάρια.
Η Σλοβακία δίνει για έρευνα 101 δολάρια/τετραγωνικό χιλιόμετρο, η Βουλγαρία 75 δολάρια, η Κύπρος 56 δολάρια, ενώ η Ελλάδα δίνει 49 δολάρια και η Ισπανία 48. Οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ δίνουν λιγότερα χρήματα για μεταλλευτικές έρευνες, με βάση το ίδιο μέτρο σύγκρισης.
Μεταξύ των βασικών εμποδίων που καταγράφονται για να πετύχει η ΕΕ αυτονομία σε κρίσιμα ορυκτά είναι οι πολύπλοκες και χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης, η έλλειψη σύγχρονων γεωλογικών δεδομένων, η περιορισμένη πρόσβαση μικρών εταιρειών σε χρηματοδότηση και η ανεπαρκής ενημέρωση της κοινής γνώμης για τη σημασία των κρίσιμων πρώτων υλών.
Η μελέτη της ΕΤΕπ προτείνει την απλούστευση των αδειοδοτήσεων, την ενίσχυση της δημόσιας γεωλογικής έρευνας, τη δημιουργία στοχευμένων χρηματοδοτικών κινήτρων και την αξιοποίηση τεχνολογιών όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η τηλεπισκόπηση και η προηγμένη γεωλογική μοντελοποίηση. Παράλληλα, εξετάζει και τη δυνατότητα ανάκτησης κρίσιμων πρώτων υλών από ιστορικά μεταλλευτικά απόβλητα, ως συμπληρωματική πηγή εφοδιασμού.
Διαβάστε ακόμη
