Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει σημαντικά, αλλά σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητα, κοιτάσματα κρίσιμων ορυκτών, ωστόσο η χρόνια υποεπένδυση στην έρευνα έχει περιορίσει δραστικά τον αριθμό των έργων που μπορούν να οδηγηθούν σε εξόρυξη. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας τεχνικής μελέτης που εκπονήθηκε για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), η οποία υπογραμμίζει ότι η Ευρώπη θα πρέπει να αυξήσει κατακόρυφα τις επενδύσεις της στην εξερεύνηση κοιτασμάτων προκειμένου να επιτύχει τους στόχους του Κανονισμού για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες (Critical Raw Materials Act).
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι ετήσιες δαπάνες για έρευνα ορυκτών στην ΕΕ θα πρέπει να αυξηθούν από περίπου 200 εκατ. ευρώ σήμερα σε περίπου 2 δισ. ευρώ ετησίως για την επόμενη πενταετία. Μόνο έτσι θα δημιουργηθεί επαρκής «δεξαμενή» έργων που θα μπορέσουν να εξελιχθούν σε νέα μεταλλεία, συμβάλλοντας στον ευρωπαϊκό στόχο να καλύπτεται έως το 2030 τουλάχιστον το 10% της ετήσιας κατανάλωσης στρατηγικών πρώτων υλών από εγχώρια εξόρυξη.
Η έκθεση επισημαίνει ότι η εξορυκτική έρευνα αποτελεί το πιο ριψοκίνδυνο στάδιο της αλυσίδας αξίας, καθώς μόλις μία στις 10.000 αρχικές γεωλογικές ενδείξεις και μία στις 1.000 πιο ώριμες ερευνητικές προσπάθειες καταλήγει τελικά στη λειτουργία μεταλλείου.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση προσελκύει μόλις το 3% των παγκόσμιων επενδύσεων στην εξερεύνηση ορυκτών, όταν ο αντίστοιχος δείκτης διαμορφώνεται στο 20% για τον Καναδά και στο 16% για την Αυστραλία. Ωστόσο, η μελέτη αναδεικνύει ως θετικά παραδείγματα τη Φινλανδία και τη Σουηδία, οι οποίες αποδεικνύουν ότι η ανάπτυξη της μεταλλευτικής έρευνας στην Ευρώπη είναι εφικτή.
Η αντιπρόεδρος της ΕΤΕπ, Nicola Beer, τόνισε ότι η ευρωπαϊκή συζήτηση για τις κρίσιμες πρώτες ύλες επικεντρώνεται συνήθως στις εισαγωγές, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η Ένωση θα παραμείνει εξαρτημένη από τρίτες χώρες. Όπως σημείωσε, η νέα μελέτη αποδεικνύει ότι η Ευρώπη διαθέτει σημαντικό ορυκτό δυναμικό, αρκεί να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για την αξιοποίησή του.
Μεταξύ των βασικών εμποδίων που καταγράφονται είναι οι πολύπλοκες και χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης, η έλλειψη σύγχρονων γεωλογικών δεδομένων, η περιορισμένη πρόσβαση μικρών εταιρειών σε χρηματοδότηση και η ανεπαρκής ενημέρωση της κοινής γνώμης για τη σημασία των κρίσιμων πρώτων υλών.
Η μελέτη προτείνει την απλούστευση των αδειοδοτήσεων, την ενίσχυση της δημόσιας γεωλογικής έρευνας, τη δημιουργία στοχευμένων χρηματοδοτικών κινήτρων και την αξιοποίηση τεχνολογιών όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η τηλεπισκόπηση και η προηγμένη γεωλογική μοντελοποίηση. Παράλληλα, εξετάζει και τη δυνατότητα ανάκτησης κρίσιμων πρώτων υλών από ιστορικά μεταλλευτικά απόβλητα, ως συμπληρωματική πηγή εφοδιασμού.
Διαβάστε ακόμη
