Μια νέα, ελάχιστα ορατή έως σήμερα, απειλή αναδύεται πίσω από την ταχεία εξάπλωση της ηλεκτροκίνησης: σημαντικές ποσότητες ουρανίου φαίνεται ότι ταξιδεύουν μαζί με το κοβάλτιο που εξάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δημιουργώντας κινδύνους για την υγεία των εργαζομένων, την ασφάλεια των μεταφορών και τον διεθνή έλεγχο των πυρηνικών υλικών.

Έρευνα των Financial Times και της δημοσιογραφικής μη κερδοσκοπικής οργάνωσης Lighthouse Reports αποκαλύπτει ότι η παρουσία ραδιενεργών υλικών δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά επαναλαμβανόμενο πρόβλημα σε ορισμένα από τα μεγαλύτερα ορυχεία χαλκού και κοβαλτίου της χώρας. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς το Κονγκό είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός κοβαλτίου παγκοσμίως, ενώ το συγκεκριμένο μέταλλο αποτελεί βασική πρώτη ύλη για τις μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων και άλλες τεχνολογίες της ενεργειακής μετάβασης.

Το ουράνιο απαντάται φυσικά στη λεγόμενη «ζώνη χαλκού» στο νότιο τμήμα της χώρας, όπου βρίσκονται τα σημαντικότερα κοιτάσματα κοβαλτίου. Στην ίδια περιοχή βρίσκεται και το ορυχείο από το οποίο είχε προέλθει το ουράνιο που χρησιμοποιήθηκε στις ατομικές βόμβες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications, οι εξαγωγές υδροξειδίου του κοβαλτίου από το Κονγκό περιείχαν, μεταξύ 2000 και 2024, τουλάχιστον 2.000 τόνους φυσικού ουρανίου. Πρόκειται, σε θεωρητικούς όρους και εφόσον το υλικό διαχωριζόταν και εμπλουτιζόταν, για ποσότητα αρκετή ώστε να παραχθεί το υλικό περίπου 600 πυρηνικών όπλων ή να τροφοδοτηθεί ένας μεγάλος πυρηνικός αντιδραστήρας ισχύος 1 GW επί μία δεκαετία.

Το κενό στους διεθνείς ελέγχους

Το πρόβλημα εντείνεται από τα εκτεταμένα και πορώδη σύνορα του Κονγκό, τη συνεχιζόμενη ένοπλη σύγκρουση στο ανατολικό τμήμα της χώρας και την περιορισμένη κρατική εποπτεία στις μεταλλευτικές περιοχές. Κονγκολέζοι αξιωματούχοι και ειδικοί στη μη διάδοση πυρηνικών όπλων προειδοποιούν ότι μεταλλεύματα κοβαλτίου με ουράνιο ή άλλα ραδιενεργά υλικά θα μπορούσαν να διοχετευθούν σε παράνομα δίκτυα ή να πέσουν στα χέρια ένοπλων οργανώσεων.

Ο επικεφαλής της υπηρεσίας πυρηνικής ασφάλειας του Κονγκό, Florimond Kabanda, δήλωσε στους FT ότι η παράνομη διακίνηση ραδιενεργού υλικού αποτελεί αυξανόμενο κίνδυνο για τη διεθνή ασφάλεια. Ραδιενεργά υλικά έχουν εντοπιστεί όχι μόνο στη νότια μεταλλευτική ζώνη, αλλά και σε ανατολικές επαρχίες που ελέγχονται από ανταρτικές ομάδες.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του κοβαλτίου του Κονγκό καταλήγει στην Κίνα, τον μεγαλύτερο επεξεργαστή κοβαλτίου παγκοσμίως και ταυτόχρονα πυρηνική δύναμη. Ειδικοί εκτιμούν ότι είναι τεχνικά δυνατό να ανακτηθεί το ουράνιο κατά την επεξεργασία του μεταλλεύματος, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν αποδείξεις ότι αυτό συμβαίνει συστηματικά στην Κίνα.

Το υφιστάμενο διεθνές πλαίσιο αφήνει ένα σημαντικό κενό. Ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας παρακολουθεί την παραγωγή και τη διακίνηση ουρανίου, αλλά τα χαμηλής περιεκτικότητας μεταλλεύματα που εξάγονται για μη πυρηνική χρήση δεν υπάγονται υποχρεωτικά στο σύστημα αναφοράς. Ειδικός του Οργανισμού ανέφερε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πως το Κονγκό παραβιάζει τις υποχρεώσεις του, σημειώνοντας ότι στις περισσότερες περιπτώσεις το ουράνιο καταλήγει στα μεταλλευτικά απόβλητα.

Ωστόσο, εσωτερικό υπόμνημα του 2009, το οποίο εξέτασαν οι FT, χαρακτήριζε ήδη τη ζώνη χαλκού περιοχή παράνομων εξαγωγών μεταλλευμάτων με ουράνιο και επισήμαινε ειδικά τον κίνδυνο που συνδέεται με το κοβάλτιο. Ακόμη και αν όλες οι εξαγωγές παρέμεναν κάτω από το νόμιμο όριο των 75 μερών ανά εκατομμύριο, οι τεράστιοι όγκοι του εμπορίου θα μπορούσαν να μεταφέρουν εκτός χώρας περίπου 40 τόνους ουρανίου τον χρόνο.

Υπερβάσεις σε μεγάλα ορυχεία

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Tenke Fungurume, ενός από τα μεγαλύτερα ορυχεία χαλκού και κοβαλτίου στον κόσμο, το οποίο ανήκει στην κινεζική CMOC. Εταιρικά αρχεία της περιόδου Ιουνίου 2016-Δεκεμβρίου 2020 δείχνουν ότι η περιεκτικότητα του παραγόμενου υλικού σε ουράνιο ξεπερνούσε το κονγκολέζικο όριο σε περισσότερο από το 70% των ημερών για τις οποίες υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα. Τον Δεκέμβριο του 2016, λίγο μετά την εξαγορά του μεριδίου της αμερικανικής Freeport-McMoRan από την CMOC, καταγράφηκαν επίπεδα έως και 15 φορές υψηλότερα από το όριο.

Τα αρχεία δεν αποδεικνύουν ότι φορτία με αυτές τις συγκεντρώσεις εξήχθησαν. Σύμφωνα πάντως με πηγές των FT, το ορυχείο δεν διαθέτει ειδική διαδικασία απομάκρυνσης του ουρανίου. Η CMOC απάντησε ότι δεν γνωρίζει τα ιστορικά δεδομένα, υποστήριξε ότι δεν υπάρχουν υπερβάσεις των ισχυόντων ορίων και διαβεβαίωσε ότι το υδροξείδιο του κοβαλτίου συμμορφώνεται τόσο με τις τοπικές απαιτήσεις όσο και με τις προδιαγραφές των διεθνών πελατών της. Η Freeport δεν σχολίασε.

Ανάλογο πρόβλημα είχε εντοπίσει τον Νοέμβριο του 2018 η Glencore στο ορυχείο Kamoto Copper Company. Η εταιρεία διέκοψε για πέντε μήνες τις εξαγωγές υδροξειδίου του κοβαλτίου και ανασχεδίασε τη διαδικασία επεξεργασίας, χρησιμοποιώντας φωσφορικό οξύ για την απομάκρυνση του ουρανίου. Παρόμοια τεχνολογία εγκαταστάθηκε και στο Metalkol της Eurasian Resources Group. Η ERG δηλώνει ότι η μονάδα της συμμορφώνεται πλήρως με τις ισχύουσες κανονιστικές και περιβαλλοντικές απαιτήσεις.

Το πρόβλημα παραμένει ενεργό. Τον περασμένο Μάρτιο, η παράνομη εξόρυξη στην ιστορική εγκατάσταση αποβλήτων T17 της Glencore παραβίασε τα μέτρα ελέγχου της ακτινοβολίας, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να εκδώσει προειδοποίηση ασφαλείας.

Οι επιπτώσεις στη δημόσια υγεία

Πέρα από τον κίνδυνο παράνομης διακίνησης, οι αρχές επισημαίνουν τις συνέπειες για τους εργαζομένους και τις τοπικές κοινωνίες. Κατά τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν στο υδροξείδιο του κοβαλτίου το τελευταίο δωδεκάμηνο, ο μέσος ρυθμός δόσης ακτινοβολίας ξεπέρασε το όριο έκθεσης για τον γενικό πληθυσμό, σύμφωνα με την πυρηνική υπηρεσία της χώρας.

Η μακροχρόνια έκθεση ακόμη και σε χαμηλές δόσεις ή η εισπνοή ραδονίου μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρκίνου και άλλων προβλημάτων υγείας. Μελέτη του 2020 σε νεογνά με εμφανείς συγγενείς ανωμαλίες στην πόλη Λουμπουμπάσι διαπίστωσε ότι η εργασία του πατέρα σε ορυχείο συνδεόταν με πενταπλάσια πιθανότητα εμφάνισης τέτοιων προβλημάτων.

Θεωρητικά, κάθε φορτηγό που εγκαταλείπει τη χώρα ελέγχεται χειροκίνητα για ραδιενέργεια. Στην πράξη, αξιωματούχοι παραδέχονται ότι το σύστημα δεν διασφαλίζει τον εντοπισμό όλων των προβληματικών φορτίων. Όταν οι συγκεντρώσεις είναι πολύ υψηλές, το υλικό μπορεί να ταφεί, αν και αυτό συμβαίνει εξαιρετικά σπάνια. Συχνότερα επιστρέφεται στον παραγωγό για νέα επεξεργασία.

Οι αρχές του Κονγκό ζητούν πλέον χρηματοδότηση για την εγκατάσταση αυτόματων ανιχνευτών ακτινοβολίας στα φορτηγά που κινούνται από τη ζώνη χαλκού προς τη Ζάμπια μέσω της Εθνικής Οδού 1. Το πρώτο σύστημα υπολογίζεται ότι θα κοστίσει 12 έως 15 εκατ. δολάρια, ενώ η κάλυψη ολόκληρης της χώρας θα απαιτούσε περίπου είκοσι φορές μεγαλύτερο ποσό. Ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες με τις ΗΠΑ, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει επιβεβαιωθεί η διάθεση χρηματοδότησης.

Η υπόθεση αναδεικνύει μια δύσκολη αντίφαση της ενεργειακής μετάβασης: το κοβάλτιο που τροφοδοτεί την ανάπτυξη των ηλεκτρικών οχημάτων μπορεί να μεταφέρει μαζί του έναν κίνδυνο ο οποίος παραμένει σε μεγάλο βαθμό εκτός των διεθνών μηχανισμών ελέγχου. Και όσο η παγκόσμια ζήτηση για μπαταρίες αυξάνεται, τόσο επιτακτικότερη γίνεται η ανάγκη να ελεγχθεί όχι μόνο η προέλευση των κρίσιμων πρώτων υλών, αλλά και όσα κρύβονται μέσα σε αυτές.

Διαβάστε ακόμη