Καθώς η ζήτηση για λίθιο, κοβάλτιο και νικέλιο εκτοξεύεται, ειδικοί προειδοποιούν ότι η πράσινη μετάβαση, μπορεί να επαναλάβει τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις της εποχής των ορυκτών καυσίμων. Η παγκόσμια στροφή προς την καθαρή ενέργεια και την ηλεκτροκίνηση επιταχύνεται με πρωτοφανή ρυθμό—όμως πίσω από την υπόσχεση ενός πιο «πράσινου» μέλλοντος κρύβεται μια αυξανόμενη ανησυχία. Τα ορυκτά που τροφοδοτούν αυτή τη μετάβαση εξορύσσονται όλο και περισσότερο υπό συνθήκες που οργανισμοί του ΟΗΕ και αυτόχθονες κοινότητες χαρακτηρίζουν περιβαλλοντικά καταστροφικές και κοινωνικά επιβλαβείς.
Λίθιο, κοβάλτιο, χαλκός, νικέλιο και στοιχεία σπάνιων γαιών αποτελούν βασικά συστατικά για μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων, ανεμογεννήτριες, ηλιακά πάνελ, ημιαγωγούς και σύγχρονα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας. Καθώς τα κράτη επεκτείνουν τις υποδομές ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η ζήτηση για αυτά τα «κρίσιμα ορυκτά» προβλέπεται να υπερδιπλασιαστεί έως το 2030 και να τετραπλασιαστεί έως τα μέσα του αιώνα. Ωστόσο, ειδικοί προειδοποιούν ότι χωρίς αυστηρότερο έλεγχο, η μάχη για τους πόρους μπορεί να επαναλάβει τη λογική εκμετάλλευσης της εποχής του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Οι ανησυχίες
«Τα κρίσιμα ορυκτά γίνονται γρήγορα το πετρέλαιο του 21ου αιώνα», δήλωσε ο Kaveh Madani του United Nations University Institute for Water, Environment and Health. «Αυτό που πουλάμε ως λύση βιωσιμότητας στην πραγματικότητα βλάπτει ανθρώπους αλλού στον κόσμο.»
Η εξόρυξη αυτών των πόρων συγκεντρώνεται σε λίγες πλούσιες σε ορυκτά χώρες, πολλές από τις οποίες βρίσκονται στον Παγκόσμιο Νότο. Αν και τα έσοδα μπορούν να στηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη, το περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος επιβαρύνει δυσανάλογα ευάλωτες κοινότητες. Έχουν καταγραφεί φαινόμενα εξάντλησης υδάτινων πόρων, τοξικής ρύπανσης και απώλειας γεωργικής γης σε μεγάλες περιοχές εξόρυξης.
Μια πρόσφατη έκθεση του UNU-INWEH αναδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος. Η ταχεία επέκταση της παραγωγής ορυκτών για μπαταρίες—ιδίως λιθίου, κοβαλτίου και νικελίου—ασκεί έντονη πίεση στα αποθέματα γλυκού νερού, συμβάλλει στην υποβάθμιση της γεωργίας και εκθέτει πληθυσμούς σε τοξικά βαρέα μέταλλα. Μόνο το 2024, η παραγωγή σπάνιων γαιών παρήγαγε περίπου 700 εκατομμύρια τόνους αποβλήτων, εντείνοντας τις ανησυχίες για μακροπρόθεσμη περιβαλλοντική ζημιά.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς κοβαλτίου στον κόσμο. Στην πλούσια σε ορυκτά νοτιοανατολική επαρχία Λουαλάμπα, η βιομηχανική και χειρωνακτική εξόρυξη έχει συνδεθεί με τη μόλυνση των ποταμών, με μη ασφαλές πόσιμο νερό και υποβαθμισμένα αγροκτήματα. Επίσης, υπάρχουν αναφορές για επιπτώσεις στην αναπαραγωγική υγεία γυναικών που εργάζονται ή ζουν κοντά σε μεταλλευτικές δραστηριότητες. Παρά τη σημασία του τομέα για την οικονομία, περίπου το 64% του πληθυσμού δεν είχε πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες ύδρευσης το 2024.
Παρόμοια μοτίβα εμφανίζονται σε όλη την Αφρική και τη Λατινική Αμερική: οικονομική ευκαιρία από τη μία πλευρά και περιβαλλοντική επιβάρυνση από την άλλη. Αν και τα ηλεκτρικά οχήματα και τα συστήματα ανανεώσιμης ενέργειας μειώνουν τις εκπομπές άνθρακα στις πλούσιες χώρες, το στάδιο της εξόρυξης επιβαρύνει κυρίως κοινότητες με περιορισμένη ρυθμιστική προστασία.
Πιέσεις
Οι κυβερνήσεις βρίσκονται πλέον υπό αυξανόμενη πίεση να εξασφαλίσουν σταθερές προμήθειες κρίσιμων ορυκτών, γεγονός που οδηγεί σε έναν γεωπολιτικό ανταγωνισμό που θυμίζει την εποχή των ορυκτών καυσίμων. Ορισμένες χώρες προωθούν επιθετικές στρατηγικές για τον έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας, συμπεριλαμβανομένων επενδύσεων σε ξένα ορυχεία και διερεύνησης νέων πηγών, όπως η εξόρυξη βαθέων θαλασσών. Ωστόσο, περιβαλλοντικές οργανώσεις προειδοποιούν ότι η εξόρυξη στον βυθό των ωκεανών μπορεί να προχωρήσει χωρίς επαρκή επιστημονική γνώση ή διεθνείς εγγυήσεις. Προς το παρόν δεν υπάρχει ολοκληρωμένο παγκόσμιο ρυθμιστικό πλαίσιο για την εξόρυξη στον βυθό, γεγονός που αυξάνει τους φόβους για ανεπανόρθωτη καταστροφή θαλάσσιων οικοσυστημάτων.
Οι προτάσεις του ΟΗΕ
Σε επίπεδο πολιτικής, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών έχει επιχειρήσει να θεσπίσει κατευθυντήριες αρχές για υπεύθυνη εξόρυξη. Το 2025 εξέδωσε πλαίσιο που τονίζει ότι η ανάπτυξη κρίσιμων ορυκτών πρέπει να δίνει προτεραιότητα στα ανθρώπινα δικαιώματα, την προστασία του περιβάλλοντος και τη δίκαιη οικονομική κατανομή των οφελών.
Παράλληλα, η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη υπογραμμίζει ότι οι χώρες παραγωγής θα μπορούσαν να αυξήσουν σημαντικά τα έσοδά τους αν προχωρήσουν πέρα από τις εξαγωγές πρώτων υλών και επενδύσουν σε εγχώρια επεξεργασία και προστιθέμενη αξία. Στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, για παράδειγμα, η τοπική επεξεργασία κοβαλτίου έχει αυξήσει σημαντικά την αξία των εξαγωγών, από εκατοντάδες εκατομμύρια σε δισεκατομμύρια δολάρια.
Ωστόσο, απαιτείται ισχυρή διακυβέρνηση, δίκαιες συμφωνίες με πολυεθνικές εταιρείες και επενδύσεις σε υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό. Χωρίς αυτά, οι χώρες κινδυνεύουν να παραμείνουν παγιδευμένες σε ένα μοντέλο χαμηλής αξίας εξόρυξης, επωμιζόμενες ταυτόχρονα το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό βάρος.
Διαβάστε ακόμη
