Στην τρέχουσα εικόνα που διαμορφώνεται στις διεθνείς και εγχώριες αγορές ενέργειας αναφέρθηκε ο γενικός διευθυντής του ΕΣΑΗ, Γιώργος Στάμτσης, μιλώντας στο podcast «Στην Πρίζα» του ΑΔΜΗΕ, δίνοντας μια συνολική αποτύπωση των τάσεων στο φυσικό αέριο, την ηλεκτροπαραγωγή και τις προκλήσεις της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής.

Αναφερόμενος στις τιμές ενέργειας, σημείωσε ότι έχουν πράγματι κινηθεί ανοδικά, αν και όχι στα ακραία επίπεδα του 2022. Όπως εξήγησε, τότε η αγορά δεν προέβλεπε γρήγορη αποκλιμάκωση της πολεμικής σύρραξης, ενώ σήμερα η εκτίμηση που ενσωματώνεται στις τιμές είναι ότι μέσα στους επόμενους μήνες ενδέχεται να υπάρξει κάποια μορφή λήξης ή αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης. Αυτό, όπως είπε, περιορίζει και το γεωπολιτικό ρίσκο που θα μπορούσε υπό διαφορετικές συνθήκες να εκτοξεύσει τις τιμές του φυσικού αερίου ακόμη και στα 150 ευρώ/MWh, από περίπου 45 ευρώ σήμερα.

Παράλληλα, τόνισε ότι η αγορά επηρεάζεται ήδη από τις εξελίξεις στις υποδομές LNG, καθώς έχουν πληγεί εγκαταστάσεις υγροποίησης, μεταξύ των οποίων και μεγάλες μονάδες στο Κατάρ. Το γεγονός αυτό περιορίζει το αναμενόμενο πλεόνασμα LNG για την περίοδο 2026–2029, με αποτέλεσμα να μειώνονται οι πιθανότητες μιας σημαντικής αποκλιμάκωσης των τιμών όπως αρχικά αναμενόταν.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην ευρωπαϊκή περίοδο πλήρωσης αποθηκών φυσικού αερίου, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη με τιμές της τάξης των 45–50 ευρώ. Όπως υπογράμμισε, εφόσον η αναπλήρωση συνεχιστεί σε αυτά τα επίπεδα, το κόστος θα μετακυλιστεί και στον χειμώνα 2026–2027, καθώς ακόμη και αν οι αποθήκες γεμίσουν στο 80%, η ενέργεια θα έχει «κλειδώσει» σε υψηλές τιμές, οδηγώντας σε ένα περιβάλλον διατηρούμενης ακρίβειας στο φυσικό αέριο.

Στο σκέλος της ενεργειακής ασφάλειας, ο κ. Στάμτσης στάθηκε στην ανάγκη αντικατάστασης του ρωσικού αερίου, το οποίο αντιστοιχεί σε περίπου 11–12% των ευρωπαϊκών εισαγωγών και σε πάνω από 40% για χώρες όπως η Ελλάδα. Με την προοπτική πλήρους απεξάρτησης εντός 18 μηνών, όπως ανέφερε, οι διαθέσιμες επιλογές είναι περιορισμένες, με βασική λύση την αύξηση εισαγωγών LNG, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και πιθανές πρόσθετες ποσότητες μέσω του αγωγού TAP και μια σταδιακή μείωση της ζήτησης λόγω της αυξημένης διείσδυσης των ΑΠΕ.

Ωστόσο, επισήμανε ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική απανθρακοποίησης δημιουργεί μια εγγενή αντίφαση: οι παραγωγοί φυσικού αερίου ζητούν μακροχρόνιες συμβάσεις για να επενδύσουν, την ώρα που η Ευρώπη στοχεύει σε σημαντική μείωση της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη δέσμευση σε τέτοιου είδους συμφωνίες χωρίς ρίσκο υπερδέσμευσης στο μέλλον.

Τέλος, αναφέρθηκε στην ανάγκη ανάπτυξης αγοράς διαθέσιμης ισχύος στην Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι η αύξηση της ζήτησης μέσω εξηλεκτρισμού είναι κρίσιμη για το ενεργειακό σύστημα. Σε διαφορετική περίπτωση, όπως προειδοποίησε, η πρόκληση δεν θα αφορά μόνο τις μονάδες φυσικού αερίου αλλά και τη συνολική επάρκεια του συστήματος, ειδικά αν αποσυρθούν μη βιώσιμες μονάδες. Η αγορά ισχύος, όπως είπε, μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποζημίωσης για κάθε πηγή που προσφέρει ελεγχόμενη και διαθέσιμη ισχύ στον διαχειριστή, ακολουθώντας πρακτικές που εφαρμόζονται ήδη σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.

Διαβάστε ακόμη