Η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης περνά εκ νέου μέσα από τα Στενά του Ορμούζ, καθώς η παράταση της κρίσης στον Κόλπο συμπίπτει με την καθυστέρηση στην πλήρωση των ευρωπαϊκών αποθηκών φυσικού αερίου. Η αγορά κατάφερε μέχρι στιγμής να απορροφήσει ένα σημαντικό μέρος των απωλειών σε φορτία LNG, χωρίς να βρεθεί αντιμέτωπη με ανεξέλεγκτες ελλείψεις. Ωστόσο, όσο οι ροές παραμένουν περιορισμένες, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η Ευρώπη να εισέλθει στους ψυχρούς μήνες με μικρότερο ενεργειακό «μαξιλάρι» και μεγαλύτερη έκθεση στις διεθνείς τιμές.

Η ανησυχία αποτυπώνεται ήδη στα ευρωπαϊκά συμβόλαια φυσικού αερίου. Οι τιμές έχουν ενισχυθεί κατά σχεδόν 30% μέσα στον τελευταίο μήνα και βρίσκονται πλέον στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο. Η άνοδος δεν οφείλεται μόνο στη σημερινή μείωση των διαθέσιμων ποσοτήτων, αλλά κυρίως στην αβεβαιότητα για το πόσο θα διαρκέσουν οι περιορισμοί και εάν η αγορά θα προλάβει να αναπληρώσει τα αποθέματά της πριν από την έναρξη της χειμερινής περιόδου.

Η συνέχιση της ανταλλαγής πληγμάτων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχει διαψεύσει, τουλάχιστον προς το παρόν, τις προσδοκίες για γρήγορη αποκατάσταση των ενεργειακών ροών. Κάθε επιπλέον ημέρα με τα Στενά του Ορμούζ εν μέρει κλειστά περιορίζει τα περιθώρια προσαρμογής και μεταφέρει μεγαλύτερη πίεση στο τελευταίο τμήμα του έτους.

Πώς καλύφθηκε η απώλεια του 20% του παγκόσμιου LNG

Η διεθνής αγορά έχει ήδη κληθεί να διαχειριστεί την απώλεια περίπου του 20% της παγκόσμιας προσφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράν. Παρά το μέγεθος της διαταραχής, η επίπτωση δεν μεταφέρθηκε μέχρι στιγμής αυτούσια στις τιμές και στην επάρκεια εφοδιασμού.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η συγκυρία έναρξης νέων έργων LNG. Σύμφωνα με στοιχεία της Wood Mackenzie, περισσότερο από το ήμισυ του ελλείμματος καλύφθηκε από νέες εγκαταστάσεις που είχαν τεθεί πρόσφατα σε λειτουργία, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πρόσθετη αυτή παραγωγή λειτούργησε ως βασικός μηχανισμός εξισορρόπησης, περιορίζοντας το εύρος της αναταραχής.

Το υπόλοιπο κενό απορροφήθηκε κυρίως από την πλευρά της ζήτησης. Στην Ασία, η κατανάλωση LNG περιορίστηκε, καθώς αυξήθηκε η ηλεκτροπαραγωγή από μονάδες άνθρακα. Στην Ευρώπη, αντίστοιχα, οι χώρες αξιοποίησαν τη χαμηλότερη ανοιξιάτικη κατανάλωση για να επιβραδύνουν τον ρυθμό πλήρωσης των υπόγειων αποθηκών τους.

Η επιλογή αυτή διευκόλυνε τη βραχυπρόθεσμη ισορροπία της αγοράς, αφήνει όμως τώρα την Ευρώπη περισσότερο εκτεθειμένη. Οι αποθήκες βρίσκονται λίγο πάνω από το 50% της χωρητικότητάς τους, όταν την ίδια περίοδο άλλων ετών η πληρότητα ξεπερνούσε συνήθως το 60%. Η διαφορά δεν σημαίνει από μόνη της ότι επίκειται πρόβλημα επάρκειας, περιορίζει όμως το περιθώριο ασφαλείας σε περίπτωση παρατεταμένης διαταραχής ή αυξημένης χειμερινής κατανάλωσης.

Το κρίσιμο στοίχημα των επόμενων μηνών

Η νέα δυναμικότητα LNG θα μπορούσε να διατηρήσει την παγκόσμια προσφορά του 2026 περίπου στα επίπεδα του προηγούμενου έτους, ακόμη και εάν η διαταραχή στα Στενά του Ορμούζ διαρκέσει συνολικά έξι μήνες. Πρόκειται, ωστόσο, για μια ισορροπία που εξαρτάται από την ομαλή και σταθερή αύξηση της παραγωγής των νέων έργων.

Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας εκτιμά ότι, εφόσον οι ροές αποκατασταθούν μέσα στους επόμενους μήνες, οι απώλειες του προηγούμενου διαστήματος θα μπορούσαν σε γενικές γραμμές να εξομαλυνθούν έως το τέλος του έτους. Το θετικό αυτό σενάριο δεν είναι δεδομένο. Η κίνηση μέσω των Στενών έχει μειωθεί ξανά απότομα, περιορίζοντας σταδιακά το πλεόνασμα ασφαλείας που δημιούργησαν οι νέες εξαγωγικές εγκαταστάσεις.

Παράλληλα, η τελική εικόνα θα κριθεί όχι μόνο από την προσφορά, αλλά και από τις καιρικές συνθήκες. Ένας στατιστικά ψυχρός χειμώνας μπορεί να προσθέσει περίπου 20 δισ. κυβικά μέτρα στην ευρωπαϊκή κατανάλωση φυσικού αερίου. Περιορισμένες βροχοπτώσεις, που συμπιέζουν την υδροηλεκτρική παραγωγή, και χαμηλές ταχύτητες ανέμου μπορούν επίσης να αυξήσουν τις ανάγκες των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο το αέριο.

Ο κίνδυνος ανταγωνισμού Ευρώπης και Ασίας

Εάν η προσφορά παραμείνει περιορισμένη την ώρα που θα αυξάνεται η χειμερινή ζήτηση, η Ευρώπη και η Ασία θα κληθούν να διεκδικήσουν τα ίδια διαθέσιμα φορτία LNG. Καθώς οι δύο αγορές αντιμετωπίζουν συνήθως τις χαμηλότερες θερμοκρασίες περίπου την ίδια περίοδο, η πίεση δεν θα μπορεί εύκολα να εκτονωθεί μέσω της μεταφοράς φορτίων από τη μία περιοχή στην άλλη.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι τιμές θα πρέπει να αυξηθούν αρκετά ώστε να ανακατευθύνουν τα διαθέσιμα φορτία προς τους αγοραστές που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν περισσότερο. Η επιβάρυνση δεν θα περιοριστεί στους λογαριασμούς θέρμανσης. Επειδή το φυσικό αέριο εξακολουθεί να καθορίζει την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας για πολλές ώρες της ημέρας, μια νέα άνοδος στην αγορά αερίου θα μεταφερθεί και στο κόστος ηλεκτρισμού.

Η εξέλιξη αυτή θα δοκίμαζε εκ νέου τους προϋπολογισμούς των ευρωπαϊκών νοικοκυριών και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικές εταιρείες θα εξακολουθούσαν να επωφελούνται από το φθηνότερο εγχώριο φυσικό αέριο, διευρύνοντας το ενεργειακό πλεονέκτημά τους έναντι της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν θα επανέλθουν οι ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ, αλλά και πόσο γρήγορα θα συμβεί αυτό. Για την Ευρώπη, ο χρόνος που απομένει για την ενίσχυση των αποθεμάτων πριν από τον χειμώνα περιορίζεται και η σημερινή εύθραυστη ισορροπία μπορεί να ανατραπεί είτε από μια νέα διαταραχή στην προσφορά είτε από μια απότομη μεταβολή του καιρού.

Διαβάστε ακόμη