Η μεγαλύτερη διαταραχή στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου των τελευταίων δεκαετιών δεν οδήγησε τελικά στην κατάρρευση του ενεργειακού συστήματος ούτε στις ακραίες εκτινάξεις τιμών που φοβούνταν οι αγορές. Αντίθετα, σύμφωνα με τον Jarand Rystad, ιδρυτή και διευθύνοντα σύμβουλο της Rystad Energy, η κρίση στα Στενά του Ορμούζ αποκάλυψε ότι το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα είναι σήμερα πολύ πιο ανθεκτικό απ’ ό,τι πίστευαν πολλοί αναλυτές.
Σε συνέντευξή του στη Marie de Vergès, ο επικεφαλής του νορβηγικού οίκου εκτιμά ότι η παραγωγή πετρελαίου στη Μέση Ανατολή θα ανακάμψει ταχύτερα από τις αρχικές προβλέψεις, ενώ προχωρά σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πρόβλεψη για τα επόμενα χρόνια: η μαζική επιστροφή παραγωγικής δυναμικότητας στην αγορά αναμένεται να δημιουργήσει ένα σημαντικό παγκόσμιο πλεόνασμα προσφοράς πετρελαίου το 2028 και αντίστοιχη υπερπροσφορά φυσικού αερίου από το 2029.
Σύμφωνα με τη LES ECHOS, η τοποθέτηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς προέρχεται από έναν από τους πλέον γνωστούς αναλυτές της διεθνούς πετρελαϊκής αγοράς, σε μια συγκυρία όπου οι ενεργειακές αγορές προσπαθούν ακόμη να αποτιμήσουν τις συνέπειες της σύγκρουσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν και του προσωρινού αποκλεισμού της σημαντικότερης ενεργειακής αρτηρίας του πλανήτη.
Η ανθεκτικότητα της αγοράς μετά το σοκ του Ορμούζ
Αναφερόμενος στις επιπτώσεις της κρίσης, ο Jarand Rystad σημειώνει ότι η συμπεριφορά των αγορών αποτέλεσε έκπληξη για πολλούς. «Οι αγορές είναι πιο ανθεκτικές από ό,τι πίστευαν πολλοί», τονίζει χαρακτηριστικά.
Όπως εξηγεί, η ανθεκτικότητα αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Αποτελεί αποτέλεσμα δεκαετιών προετοιμασίας που ακολούθησαν τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 και της δημιουργίας του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε επίσης το γεγονός ότι η κρίση ξέσπασε σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά διέθετε ήδη σημαντικά αποθέματα και πλεονάζουσα προσφορά. «Διανύαμε εδώ και αρκετούς μήνες έναν κύκλο ενεργειακής αφθονίας, τόσο για το πετρέλαιο όσο και για το φυσικό αέριο», επισημαίνει.
Κατά τον ίδιο, η εμπειρία της κρίσης θα οδηγήσει τα επόμενα χρόνια σε ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας. Ήδη πολλές χώρες, ιδιαίτερα στη Νοτιοανατολική Ασία που βρέθηκαν αντιμέτωπες με σοβαρές ελλείψεις κατά τη διάρκεια της κρίσης, σχεδιάζουν νέες επενδύσεις σε υποδομές στρατηγικής αποθήκευσης πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων. Παράλληλα, επιταχύνονται μεγάλα έργα αγωγών στη Μέση Ανατολή που θα επιτρέψουν στο μέλλον την παράκαμψη των Στενών του Ορμούζ.
Ο Rystad αναφέρει ότι το Ιράκ κατασκευάζει νέο πετρελαιαγωγό προς την Άκαμπα της Ιορδανίας και ταυτόχρονα ενισχύει τη δυναμικότητα του αγωγού που καταλήγει στη Μεσόγειο. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διπλασιάζουν τη μεταφορική ικανότητα του αγωγού προς τη Φουτζέιρα στον Κόλπο του Ομάν, ενώ και η Σαουδική Αραβία επεκτείνει σημαντικά τον αγωγό που οδηγεί στο Γιανμπού της Ερυθράς Θάλασσας. Το συμπέρασμά του είναι σαφές: αν μια ανάλογη κρίση επαναληφθεί στη δεκαετία του 2030, οι επιπτώσεις στην παγκόσμια αγορά θα είναι μικρότερες.
Τα ιστορικά μαθήματα των πετρελαϊκών σοκ
Η συνέντευξη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν ο επικεφαλής της Rystad Energy επιχειρεί να συγκρίνει τη σημερινή κατάσταση με τα μεγάλα πετρελαϊκά σοκ της δεκαετίας του 1970. Όπως υπενθυμίζει, η ζήτηση πετρελαίου μειώθηκε για πέντε συνεχόμενα χρόνια στη δεκαετία του 1980 και χρειάστηκαν δεκατέσσερα χρόνια προκειμένου να επανέλθει στα επίπεδα του 1979. «Οι πολύ υψηλές τιμές οδήγησαν σε τουλάχιστον τρεις δομικές αλλαγές που κανείς δεν είχε προβλέψει», σημειώνει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το πετρέλαιο έχασε σημαντικό μέρος της χρήσης του στην ηλεκτροπαραγωγή, περιορίστηκε δραστικά στη θέρμανση κατοικιών και παράλληλα βελτιώθηκε θεαματικά η ενεργειακή απόδοση των οχημάτων.
«Η κατανάλωση βενζίνης των αυτοκινήτων μειώθηκε, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών όπου αντικαταστάθηκαν τα μεγάλα αμερικανικά αυτοκίνητα που ήταν πολύ ενεργοβόρα σε καύσιμα από ιαπωνικά αυτοκίνητα. Αυτό αποτέλεσε μια πραγματική έκπληξη για την αγορά που περίμενε, αντίθετα, μια γρήγορη άνοδο της κατανάλωσης», αναφέρει.
Παρότι αποφεύγει να προβλέψει εάν θα υπάρξει ανάλογη δομική μεταβολή σήμερα, εκτιμά ότι η διπλή ενεργειακή κρίση του 2022 και του 2026 ενδέχεται να αφήσει βαθύ αποτύπωμα στις ενεργειακές στρατηγικές κρατών και επιχειρήσεων.
Η επιστροφή της Μέσης Ανατολής και το πλεόνασμα του 2028
Το πλέον ηχηρό μήνυμα της συνέντευξης αφορά τις προβλέψεις για την προσφορά πετρελαίου τα επόμενα χρόνια. Πριν από την κρίση, η παραγωγή της Μέσης Ανατολής ανερχόταν σε περίπου 25 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης υποχώρησε στα 12,5 εκατ. βαρέλια. Ο Jarand Rystad εκτιμά ότι η παραγωγή θα ανακάμψει ταχύτατα. «Υπολογίζω σε 22,5 εκατομμύρια τον Οκτώβριο», δηλώνει. Η πλήρης αποκατάσταση δεν αναμένεται πριν από τις αρχές του 2027, ωστόσο θεωρεί ότι η αγορά θα βρίσκεται πολύ κοντά στα προ κρίσης επίπεδα ήδη μέσα στους επόμενους μήνες.
Οι εκτιμήσεις του βασίζονται στην ανάλυση των ζημιών στις εγκαταστάσεις, στην πρόοδο των επισκευών αλλά και στην επιστροφή εξειδικευμένου προσωπικού και εφοδιαστικών αλυσίδων. Όπως σημειώνει, το 2027 θα αποτελέσει έτος ταχείας παραγωγικής ανάκαμψης.
«Το έτος 2027 θα είναι επομένως εκείνο μιας προοδευτικής αλλά μαζικής ανασυγκρότησης, πολύ περισσότερο νέο πετρέλαιο πρόκειται να φτάσει στην αγορά και, το 2028, θα βρεθούμε εκ νέου αντιμέτωποι με ένα μαζικό παγκόσμιο πλεόνασμα», τονίζει.
Παρόμοια εικόνα προβλέπει και για την αγορά φυσικού αερίου, με χρονική υστέρηση περίπου ενός έτους. Οι ζημιές στις εγκαταστάσεις LNG, ιδιαίτερα στο Κατάρ, εκτιμάται ότι θα χρειαστούν περισσότερο χρόνο για να αποκατασταθούν, ωστόσο η κατάληξη θα είναι παρόμοια. «Θα υπάρξει επίσης ένα πλεόνασμα και πολύ χαμηλότερες τιμές από το 2029», αναφέρει.
Η κρίση ως επιταχυντής της ενεργειακής μετάβασης
Παράλληλα με τις εξελίξεις στις αγορές υδρογονανθράκων, ο επικεφαλής της Rystad Energy θεωρεί ότι η κρίση ενδέχεται να λειτουργήσει ως καταλύτης για την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης. «Απολύτως», απαντά όταν ερωτάται εάν η κρίση μπορεί να ενισχύσει τη στροφή προς καθαρές μορφές ενέργειας. Όπως εξηγεί, οι μεγάλες εισαγωγικές οικονομίες της Ευρώπης και της Ασίας αντιλήφθηκαν εκ νέου το γεωπολιτικό ρίσκο που συνεπάγεται η εξάρτηση από ενεργειακά φορτία τα οποία διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ.
«Το διακύβευμα είναι το να στραφούν περισσότερο στις δικές τους πηγές. Δηλαδή, κυρίως, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας: την ηλιακή, την αιολική και τις μπαταρίες», υπογραμμίζει. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στην πορεία της ηλεκτροκίνησης, την οποία θεωρεί έναν ακόμη δείκτη της μεταβολής που συντελείται στις ενεργειακές αγορές.
«Αυτό που δείχνει προς μια επιτάχυνση της μετάβασης, είναι επίσης οι πωλήσεις ηλεκτρικών οχημάτων: μετά από δύο πολύ χαμηλούς μήνες, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, αυτές ανακάμπτουν εκ νέου με μια όμορφη ανάπτυξη στην Ευρώπη και την Ασία», σημειώνει. Ανατρέχοντας στα δεδομένα της τελευταίας τριετίας, ο Rystad υποστηρίζει ότι η πραγματική εξέλιξη της ενεργειακής μετάβασης υπήρξε ταχύτερη από τις περισσότερες προβλέψεις.
«Η πραγματικότητα είναι ότι η ηλιακή ενέργεια και οι μπαταρίες αναπτύχθηκαν πολύ πέρα από τις προσδοκίες μας», αναφέρει, προσθέτοντας ότι η αιολική ενέργεια κινήθηκε ελαφρώς χαμηλότερα των αρχικών εκτιμήσεων, ενώ το υδρογόνο και οι τεχνολογίες δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα δεν έχουν ακόμη επιτύχει την αναμενόμενη ωρίμανση.
Διαβάστε ακόμη
