Η Δυτική Μακεδονία εισέρχεται σε μια νέα φάση, στην οποία η επόμενη ημέρα δεν περιγράφεται πλέον μόνο με όρους απολιγνιτοποίησης, αλλά με όρους δημιουργίας ενός διαφορετικού παραγωγικού και τεχνολογικού οικοσυστήματος. Στο επίκεντρο αυτού του σχεδιασμού βρίσκεται το mega data center που προωθεί η ΔΕΗ στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου στην Κοζάνη, σε συνδυασμό με επενδύσεις σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, αποθήκευση, ευέλικτη ηλεκτροπαραγωγή, δίκτυα και τηλεπικοινωνιακές υποδομές.

Η πρόσφατη κεφαλαιακή ενίσχυση του Ομίλου, ύψους περίπου 4,5 δισ. ευρώ μέσω της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου και της διάθεσης ιδίων μετοχών, διευρύνει τη χρηματοδοτική του ευχέρεια για την επιτάχυνση του επενδυτικού προγράμματος. Η ΔΕΗ δεν αντιμετωπίζει πλέον τη Δυτική Μακεδονία μόνο ως πεδίο σταδιακής απόσυρσης λιγνιτικών υποδομών, αλλά ως περιοχή όπου επιχειρεί να δημιουργήσει έναν κόμβο μεγάλης κλίμακας για την καθαρή ενέργεια, την ψηφιακή οικονομία και τις ενεργοβόρες τεχνολογικές δραστηριότητες.

Το mega data center αποτελεί το πιο φιλόδοξο σκέλος αυτής της στρατηγικής. Η πρώτη φάση αφορά εγκατάσταση ισχύος 300 MW, με συνολικό ύψος επένδυσης που υπολογίζεται περίπου στα 3,5 δισ. ευρώ. Από αυτό το ποσό, η συμμετοχή της ΔΕΗ εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί κοντά στο 1,2 δισ. ευρώ, ενώ το υπόλοιπο περίπου 2,3 δισ. ευρώ θα συνδεθεί με τη συμμετοχή στρατηγικών εταίρων και τη χρηματοδοτική αρχιτεκτονική του έργου.

Η διοίκηση της ΔΕΗ βρίσκεται σε συζητήσεις με μεγάλους διεθνείς παρόχους cloud και ψηφιακών υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων η Google, η Meta, η AWS του ομίλου Amazon και η Microsoft. Στόχος είναι ένας ή περισσότεροι hyperscalers να συμμετάσχουν σε κοινοπρακτικό σχήμα με τη ΔΕΗ, το οποίο θα αναλάβει την ανάπτυξη και τη διαχείριση της πρώτης φάσης της εγκατάστασης. Η έκβαση αυτών των διαπραγματεύσεων θα είναι καθοριστική, καθώς από τις δεσμεύσεις των μεγάλων χρηστών θα εξαρτηθεί η εμπορική ωρίμανση του έργου, η τελική τεχνική του διαμόρφωση και η ενεργοποίηση της αδειοδοτικής διαδικασίας.

Εφόσον οι εμπορικές συμφωνίες και οι αδειοδοτικές προϋποθέσεις προχωρήσουν σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η κατασκευή της πρώτης φάσης θα μπορούσε να ξεκινήσει ακόμη και εντός του 2026, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2028. Σε δεύτερη φάση, η ισχύς του έργου θα μπορούσε να αυξηθεί έως το 1 GW, μετατρέποντας την περιοχή σε έναν από τους μεγαλύτερους κόμβους data centers στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Αυτό είναι και το ουσιαστικό διακύβευμα για την περιοχή. Το data center να μη λειτουργήσει ως μια απομονωμένη εγκατάσταση υψηλής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά ως πυρήνας για την προσέλκυση τεχνογνωσίας, νέων επιχειρήσεων και εξειδικευμένου επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού. Σε αυτή την περίπτωση, η μετάβαση από τη λιγνιτική δραστηριότητα θα μπορεί να συνδεθεί με μια πιο διαφοροποιημένη παραγωγική βάση, με μεγαλύτερη διάρκεια και προστιθέμενη αξία για τη Δυτική Μακεδονία.

Το data center ως πυρήνας ενός νέου ενεργειακού οικοσυστήματος

Το έργο δεν σχεδιάζεται ως μια μεμονωμένη ψηφιακή υποδομή, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου ενεργειακού οικοσυστήματος. Η λειτουργία ενός data center ισχύος 300 MW προϋποθέτει συνεχή, αξιόπιστη και τεχνικά ασφαλή ηλεκτροδότηση, καθώς και πρόσβαση σε ισχυρές τηλεπικοινωνιακές υποδομές και δίκτυα υψηλής και υπερυψηλής τάσης.

Αυτή ακριβώς η ανάγκη εξηγεί γιατί η ΔΕΗ συνδέει το project με ένα πλέγμα νέων έργων στη Δυτική Μακεδονία. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται φωτοβολταϊκά συνολικής ισχύος 1.200 MW, συστήματα αποθήκευσης με μπαταρίες ισχύος 300 MW, δύο έργα αντλησιοταμίευσης στην Καρδιά και στο Νότιο Πεδίο, η νέα μονάδα Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Αποδοτικότητας, καθώς και η μετατροπή της Πτολεμαΐδας V σε μονάδα φυσικού αερίου.

Η λογική είναι ότι η μεγάλη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ενός data center δεν πρέπει να επιβαρύνει το υπόλοιπο σύστημα, αλλά να στηρίζεται σε ένα προσαρμοσμένο χαρτοφυλάκιο παραγωγής, αποθήκευσης και δικτύων. Οι μπαταρίες και η αντλησιοταμίευση μπορούν να απορροφούν ενέργεια όταν υπάρχει υψηλή παραγωγή από ΑΠΕ και να την αποδίδουν όταν αυξάνεται η ζήτηση. Οι ευέλικτες μονάδες φυσικού αερίου μπορούν να καλύπτουν αιχμές και να εξασφαλίζουν εφεδρεία, ενώ η ισχυρή διασύνδεση της περιοχής με το σύστημα μεταφοράς αποτελεί προϋπόθεση για την ασφαλή λειτουργία μιας τέτοιας υποδομής.

Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, έχει περιγράψει το data center ως στοιχείο που μπορεί να αναδιατάξει συνολικά την οικονομική βάση της περιοχής. «Η ύπαρξη του data center δημιουργεί ένα τεράστιο οικοσύστημα ενεργειακό», ανέφερε, σημειώνοντας ότι τα έργα δεν συνδέονται μόνο με το αξιόλογο ενεργειακό δυναμικό της Δυτικής Μακεδονίας, αλλά και με τη δυνατότητα ανάπτυξης νέων αλυσίδων αξίας.

Όπως τόνισε, η επένδυση μπορεί να δώσει σε επιχειρήσεις της περιοχής νέες δυνατότητες δραστηριοποίησης και να δημιουργήσει υπεραξία που δεν δημιουργήθηκε ποτέ από τη μονοδιάστατη εξάρτηση από τον λιγνίτη. Η βασική προϋπόθεση, ωστόσο, είναι να αποσαφηνιστεί ο σχεδιασμός του data center και να ολοκληρωθούν οι συζητήσεις με τους hyperscalers, ώστε να προχωρήσει η αδειοδότηση του έργου σε σαφή και ώριμη βάση.

Η ΔΕΗ υποστηρίζει επίσης ότι το ζήτημα της κατανάλωσης νερού, το οποίο συχνά συνοδεύει τις επενδύσεις σε data centers, θα είναι σαφώς περιορισμένο σε σχέση με το ιστορικό αποτύπωμα της λιγνιτικής δραστηριότητας. Η ετήσια κατανάλωση νερού της νέας υποδομής εκτιμάται ότι δεν θα ξεπερνά τις 400.000 κυβικές μέτρα, όταν η παλαιά λιγνιτική δραστηριότητα στο λεκανοπέδιο συνδεόταν με αδειοδοτήσεις δεκάδων εκατομμυρίων κυβικών μέτρων ετησίως. Το σύστημα ψύξης προβλέπεται να λειτουργεί σε κλειστό και ανακυκλούμενο κύκλο, με πρόσθετη χρήση νερού μόνο σε περιόδους ιδιαίτερα υψηλών θερμοκρασιών.

Η απολιγνιτοποίηση δεν ξεκίνησε το 2019

Η νέα επενδυτική στρατηγική της ΔΕΗ έρχεται να καλύψει το κενό που δημιουργεί η υποχώρηση της λιγνιτικής δραστηριότητας. Ο Νίκος Τσάφος υποστηρίζει ότι η σταδιακή απομάκρυνση από τον λιγνίτη δεν αποτελεί πρόσφατη πολιτική επιλογή, αλλά μια διαδικασία που είχε ήδη ξεκινήσει από τα μέσα της δεκαετίας του 2000.

Σύμφωνα με τον υφυπουργό, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη βρισκόταν σε πτωτική πορεία ήδη από τη δεκαετία του 2010. Όταν η κυβέρνηση ανακοίνωσε το 2019 τον στόχο για οριστική έξοδο από τον λιγνίτη, η παραγωγή είχε ήδη μειωθεί περίπου κατά τα δύο τρίτα σε σχέση με τα προηγούμενα επίπεδα.

Η μεταβολή αυτή, όπως υποστήριξε, δεν προέκυψε κυρίως από μια πολιτική απόφαση, αλλά από τη σταδιακή απώλεια ανταγωνιστικότητας του ελληνικού λιγνίτη. Το κενό καλύφθηκε σε σημαντικό βαθμό από τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, οι οποίες άλλαξαν το ενεργειακό μείγμα της χώρας και ενίσχυσαν τη δυνατότητα εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο κ. Τσάφος υποστήριξε ότι η αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ έχει επιτρέψει στην Ελλάδα να αναβαθμίσει τη θέση της στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού, φθάνοντας σήμερα, όπως ανέφερε, να αποτελεί τον τέταρτο μεγαλύτερο καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Παράλληλα, σημείωσε ότι την περίοδο 2018-2019, όταν ο λιγνίτης εξακολουθούσε να έχει σημαντικό βάρος στο ενεργειακό μείγμα, η Ελλάδα βρισκόταν στις υψηλότερες θέσεις της Ευρώπης ως προς τις τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας και, κατά μέσο όρο το 2019, στην πρώτη θέση.

Η επισήμανση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη δημόσια συζήτηση γύρω από το κόστος της απολιγνιτοποίησης. Η επιστροφή σε ένα μοντέλο εκτεταμένης λιγνιτικής παραγωγής δεν θα αποτελούσε σήμερα εγγύηση χαμηλών τιμών. Αντίθετα, θα συνεπαγόταν υψηλή επιβάρυνση από τα δικαιώματα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και, τελικά, μεγαλύτερο κόστος για το ηλεκτρικό σύστημα.

Το κόστος των ρύπων και η οικονομική πίεση στην Πτολεμαΐδα V

Το βασικό πρόβλημα του λιγνίτη δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό. Είναι πλέον πρωτίστως οικονομικό. Λόγω των ποιοτικών χαρακτηριστικών του ελληνικού λιγνίτη και του χαμηλού βαθμού φόρτισης των λιγνιτικών μονάδων, οι ειδικές εκπομπές κυμαίνονται από περίπου 1,15 έως 1,6 τόνους CO2 ανά παραγόμενη μεγαβατώρα ηλεκτρικής ενέργειας.

Με την τιμή των δικαιωμάτων εκπομπών να κινείται γύρω από τα 80 ευρώ ανά τόνο, το κόστος των ρύπων και μόνο υπολογίζεται σε περίπου 92 ευρώ ανά MWh για την Πτολεμαΐδα V. Για τις παλαιότερες μονάδες, το κόστος αυτό μπορεί να φθάσει ακόμη και τα 160 ευρώ ανά MWh, πριν υπολογιστούν τα έξοδα εξόρυξης, οι μισθοί, οι συντηρήσεις και τα υπόλοιπα λειτουργικά κόστη.

Ο Νίκος Τσάφος υπενθύμισε ότι ακόμη και όταν εγκρίθηκε η κατασκευή της Πτολεμαΐδας V, το 2013, η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού λιγνίτη είχε ήδη αμφισβητηθεί από τα οικονομικά στοιχεία της ίδιας της ΔΕΗ. Όπως ανέφερε, τότε το κόστος του λιγνίτη στην Ελλάδα είχε υπολογιστεί στα 60 ευρώ, έναντι 54 ευρώ στη Ρουμανία, 39 ευρώ στην Τσεχία και 32 ευρώ στη Βουλγαρία.

«Η ΔΕΗ ήξερε ότι δεν είναι ανταγωνιστικός. Έλεγε ότι το κόστος παραγωγής της Πτολεμαΐδας 5 ήταν 70 ευρώ, όταν εκείνη την εποχή οι ρύποι ήταν στα 4-5 ευρώ», σημείωσε ο υφυπουργός.

Αναφερόμενος στη λειτουργία της Πτολεμαΐδας V το προηγούμενο έτος, επισήμανε ότι η παραγωγή της διαμορφώθηκε στη 1 TWh, με εκπομπές 1,14 εκατ. τόνων CO2. Με τιμή δικαιωμάτων εκπομπών στα 79 ευρώ ανά τόνο, το κόστος των ρύπων αντιστοιχεί σε περίπου 91 ευρώ ανά MWh μόνο για τις εκπομπές. Την ίδια ώρα, η μεσοσταθμική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στο σύστημα κινήθηκε κοντά στα 92 ευρώ ανά MWh.

Η σύγκριση δείχνει γιατί ακόμη και η πιο σύγχρονη λιγνιτική μονάδα της χώρας συμμετέχει περιορισμένα στην παραγωγή. Η λειτουργία της δεν εξαρτάται μόνο από την τεχνική της διαθεσιμότητα, αλλά κυρίως από το κατά πόσο μπορεί να ανταγωνιστεί άλλες μονάδες παραγωγής στην αγορά ηλεκτρισμού.

Από τις μονάδες βάσης στην ευελιξία του νέου συστήματος

Η μετάβαση δεν αφορά μόνο την αντικατάσταση ενός καυσίμου. Αφορά τη συνολική αρχιτεκτονική του ηλεκτρικού συστήματος. Οι λιγνιτικές μονάδες λειτούργησαν επί δεκαετίες ως μονάδες βάσης, δηλαδή με δυνατότητα σταθερής παραγωγής όλο το 24ωρο. Ωστόσο, έχουν υψηλή τεχνική δυσκαμψία, καθώς απαιτούν μεγάλο χρόνο για να τεθούν σε λειτουργία ή να περιορίσουν την παραγωγή τους.

Σε ένα σύστημα όπου η συμμετοχή των ΑΠΕ αυξάνεται, η ανάγκη μετατοπίζεται σε τεχνολογίες που μπορούν να ανταποκρίνονται γρήγορα στις μεταβολές της ζήτησης και της παραγωγής. Οι μονάδες φυσικού αερίου, οι μπαταρίες, η αντλησιοταμίευση και οι σύγχρονες υπηρεσίες ευελιξίας αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τη διατήρηση μεγάλων, άκαμπτων μονάδων βάσης.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η μετατροπή της Πτολεμαΐδας V σε μονάδα φυσικού αερίου. Ο σχεδιασμός προβλέπει λειτουργία ως μονάδας ανοιχτού κύκλου στις αρχές του 2028 και ως μονάδας συνδυασμένου κύκλου το 2029. Παράλληλα, η νέα μονάδα ΣΗΘΥΑ αναμένεται να διασφαλίσει τη συνέχιση της τηλεθέρμανσης των πόλεων της περιοχής, με στόχο λειτουργίας προς το τέλος του 2026.

Στη νέα ενεργειακή εικόνα περιλαμβάνεται και η συμμετοχή της ΔΕΗ, μέσω της Hellenic Hydrogen, στην ανάπτυξη μονάδας παραγωγής πράσινου υδρογόνου στο Αμύνταιο. Τόσο η υπό μετατροπή Πτολεμαΐδα V όσο και η ΣΗΘΥΑ προβλέπεται να διαθέτουν τεχνική δυνατότητα μελλοντικής μερικής αξιοποίησης υδρογόνου. Στον ΑΗΣ Καρδιάς, οι παλαιές γεννήτριες σχεδιάζεται να μετατραπούν σε σύγχρονους πυκνωτές, ώστε να συμβάλουν στη σταθερότητα του συστήματος υπερυψηλής τάσης.

Οι εκσκαφείς, οι αποκαταστάσεις και η νέα χρήση της γης

Η αλλαγή αυτή αποτυπώνεται και στην καθημερινή διαχείριση των παλιών λιγνιτικών υποδομών. Η ελεγχόμενη κατεδάφιση τριών παροπλισμένων εκσκαφέων στα κλειστά ορυχεία της Πτολεμαΐδας προκάλεσε έντονη συζήτηση, ωστόσο η ΔΕΗ επισημαίνει ότι επρόκειτο για μηχανήματα ηλικίας άνω των 50 ετών, τα οποία βρίσκονταν εκτός λειτουργίας εδώ και χρόνια.

Σύμφωνα με την εταιρεία, οι εκσκαφείς παρουσίαζαν εκτεταμένη δομική κόπωση και διάβρωση των μεταλλικών τους στοιχείων, γεγονός που τους καθιστούσε στατικά ασταθείς. Η κατεδάφιση με ελεγχόμενη χρήση εκρηκτικών επιλέχθηκε ως ασφαλέστερη λύση, καθώς η εναλλακτική αποσυναρμολόγησης θα απαιτούσε εργασία σε μεγάλο ύψος επάνω σε φθαρμένες μεταλλικές κατασκευές.

Μετά την καθαίρεση, τα μέταλλα θα οδηγηθούν προς ανακύκλωση. Η διαδικασία αυτή συνδέεται με την απόδοση των εκτάσεων στη ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε. και, στη συνέχεια, στο Ελληνικό Δημόσιο για νέες χρήσεις. Η ΔΕΗ αναφέρει ότι έχουν ήδη αποκατασταθεί περισσότερα από 80.000 στρέμματα πρώην λιγνιτωρυχείων, ενώ περίπου 55.000 στρέμματα παραχωρούνται σταδιακά για αξιοποίηση από την τοπική κοινωνία και νέες επενδυτικές δραστηριότητες.

Η επιχείρηση σχεδιάζει παράλληλα την ανάδειξη επιλεγμένων τμημάτων της βιομηχανικής κληρονομιάς της περιοχής, μέσω της δημιουργίας Μουσείου Βιομηχανικής Κληρονομιάς στην Πτολεμαΐδα. Η επιδίωξη είναι η μετάβαση να μην ισοδυναμεί με σβήσιμο της ιστορίας του λιγνίτη, αλλά με οργανωμένη και ασφαλή διατήρηση των στοιχείων που μπορούν να αποτελέσουν μέρος της συλλογικής μνήμης της περιοχής.

Διαβάστε ακόμη