Η Μονάδα Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας της Eurobank εξέδωσε σήμερα την έκδοση «Global & Regional Focus Notes», η οποία αναλύει τα πιθανά σενάρια νομισματικής πολιτικής των μεγάλων κεντρικών τραπεζών, σε συνάρτηση με την ένταση και τη διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων που ενδέχεται να προκύψουν από τις διαταραχές στις αγορές ενέργειας λόγω της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή και των διαταραχών στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Συγγραφείς της μελέτης είναι ο Marcus Bensasson, Ερευνητής Οικονομολόγος και η Παρασκευή Πετροπούλου, Ανώτερη Οικονομολόγος.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση, το κρίσιμο ερώτημα για τις κεντρικές τράπεζες δεν είναι τόσο το μέγεθος της ανόδου της τιμής του πετρελαίου, όσο η χρονική διάρκεια του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Ειδικότερα, η νομισματική πολιτική θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο το αυξημένο κόστος ενέργειας — μέσω των τιμών του φυσικού αερίου, του μεταφορικού κόστους, των ασφαλίστρων και των διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες — θα αποδειχθεί αρκετά επίμονο ώστε να ενσωματωθεί στον υποκείμενο πληθωρισμό και να αποσταθεροποιήσει τις πληθωριστικές προσδοκίες.
Το βασικό σενάριο προβλέπει σταδιακή αποκλιμάκωση των εντάσεων μέσω διαπραγμάτευσης και επαναφορά της ομαλότητας, χωρίς όμως να αποκλείεται η διατήρηση ορισμένων διαταραχών στις αγορές ενέργειας και στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Βάσει αυτού του σεναρίου, οι τιμές του πετρελαίου ενδέχεται να υποχωρήσουν, ωστόσο η βραδύτερη εξομάλυνση των μεταφορών και των εφοδιαστικών ροών αναμένεται να διατηρήσει αυξημένο το κόστος φυσικού αερίου, μεταφορών και ασφάλισης. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα παραμείνει υψηλότερα από τους στόχους των κεντρικών τραπεζών για μεγαλύτερο από το αρχικά προβλεπόμενο χρονικό διάστημα.
Πώς μεταδίδεται το ενεργειακό σοκ στην οικονομία
Το ενεργειακό σοκ μεταδίδεται στην οικονομία μέσω τριών βασικών διαύλων: των άμεσων επιδράσεων των υψηλότερων τιμών ενέργειας, της έμμεσης σταδιακής μετακύλισης του αυξημένου κόστους παραγωγής και μεταφοράς στις τελικές τιμές και των δευτερογενών επιδράσεων μέσω των μακροχρόνιων πληθωριστικών προσδοκιών και των μισθών. Επί του παρόντος, οι άμεσες επιδράσεις είναι ήδη εμφανείς, η μετακύλιση του κόστους ενισχύεται σταδιακά, ενώ οι δευτερογενείς επιδράσεις δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί.
Σε δύσκολη θέση η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) βρίσκεται στην πιο δύσκολη θέση σε σύγκριση με τις άλλες δύο μεγάλες κεντρικές τράπεζες. Η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση της Ευρωζώνης και η εμπειρία από τον πληθωριστικό κύκλο του 2021-2022 περιορίζουν τη δυνατότητά της να αγνοήσει το νέο ενεργειακό σοκ. Ταυτόχρονα, η πιθανότητα διεύρυνσης των spreads κρατικού χρέους μεταξύ των κρατών-μελών και η ανομοιογενής μετάδοση της νομισματικής πολιτικής περιορίζουν τα περιθώρια για μια ιδιαίτερα επιθετική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) φαίνεται να διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια να θεωρήσει τις επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ ως παροδικές, καθώς η ενεργειακή της θέση ως καθαρός εξαγωγέας πετρελαίου και φυσικού αερίου τα τελευταία χρόνια μετριάζει τις αρνητικές επιπτώσεις του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Εντούτοις, οι δασμοί λειτουργούν ως μια πρόσθετη πηγή πληθωριστικών πιέσεων, περιπλέκοντας την αξιολόγηση των μεσοπρόθεσμων προοπτικών για τον πληθωρισμό.
Η Τράπεζα της Αγγλίας (BoE) βρίσκεται σε ενδιάμεση θέση μεταξύ της Fed και της ΕΚΤ. Η αναπροσαρμογή των ρυθμιζόμενων τιμών ενέργειας το τρίτο τρίμηνο αναμένεται να ενισχύσει μηχανικά τον πληθωρισμό, ενώ η επίμονη δυναμική των τιμών στις υπηρεσίες αυξάνει τον κίνδυνο δευτερογενών πληθωριστικών επιδράσεων. Ως αποτέλεσμα, το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζεται περισσότερο εκτεθειμένο στον κίνδυνο μονιμοποίησης των πληθωριστικών πιέσεων σε σύγκριση με την Ευρωζώνη και τις ΗΠΑ.
Διαβάστε ακόμη
