Σημαντικές αλλαγές στο φορολογικό καθεστώς που διέπει την ενέργεια ζητάει η Κομισιόν από την Ελλάδα, βάζοντας στο «μικροσκόπιο» τη φορολόγηση των καυσίμων, τις επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιμα και συνολικά το πλέγμα των οικονομικών κινήτρων που τελικά επηρεάζει τις ενεργειακές επιλογές νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Οι Βρυξέλλες καλούν την Ελλάδα να ευθυγραμμίσει τη φορολογική της πολιτική με τους στόχους της ενεργειακής μετάβασης, δίνοντας ισχυρότερα κίνητρα στον εξηλεκτρισμό και βάζοντας σταδιακά τέλος στις επιδοτήσεις των ορυκτών καυσίμων, ιδίως στους ενεργοβόρους βιομηχανικούς κλάδους.

Στην ετήσια αξιολόγησή της για την ελληνική οικονομία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, η Κομισιόν διαπιστώνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα και ειδικότερα από το φυσικό αέριο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η εξάρτηση αυτή, σύμφωνα με την έκθεση, συμβάλλει στη διατήρηση υψηλότερων και πιο ευμετάβλητων τιμών ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παράλληλα, η Επιτροπή εκτιμά ότι το σημερινό φορολογικό πλαίσιο δεν ευθυγραμμίζεται πλήρως με τους στόχους της απανθρακοποίησης, καθώς εξακολουθεί να ευνοεί τα ορυκτά καύσιμα έναντι της ηλεκτρικής ενέργειας.

Παρά το γεγονός πως η Ελλάδα αυξάνει διαρκώς την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, το φορολογικό καθεστώς εξακολουθεί να «στέλνει» διαφορετικά μηνύματα στην αγορά. Η Κομισιόν διαπιστώνει ότι οι φόροι και οι επιβαρύνσεις συνεχίζουν να ευνοούν τα ορυκτά καύσιμα έναντι της ηλεκτρικής ενέργειας. Ως εκ τούτου, οι τελικές τιμές ενέργειας παραμένουν χαμηλότερες για καύσιμα όπως το φυσικό αέριο σε σχέση με το ηλεκτρικό ρεύμα, γεγονός που περιορίζει τα κίνητρα για εξηλεκτρισμό της βιομηχανίας, των μεταφορών και της θέρμανσης. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των κρατών-μελών στα οποία το κόστος του ηλεκτρισμού παραμένει συγκριτικά υψηλό έναντι του φυσικού αερίου, εξέλιξη που δεν ευνοεί την προσπάθεια εξηλεκτρισμού της οικονομίας.

Ξεχωριστή αναφορά κάνει η Κομισιόν και στη φορολόγηση των καυσίμων κίνησης, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα παραμένει η χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στο πετρέλαιο κίνησης είναι ιδιαίτερα χαμηλός σε σύγκριση με τον αντίστοιχο φόρο στη βενζίνη, παρότι το ντίζελ θεωρείται περιβαλλοντικά πιο επιβαρυντικό καύσιμο.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα ήταν από τις χώρες της Ευρωζώνης που δεν προχώρησαν σε μειώσεις φόρων στα καύσιμα, παρά το κύμα ανατιμήσεων που πυροδότησε η γεωπολιτική αναταραχή στη Μέση Ανατολή. Η εκρηκτική άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου παρέσυρε ολόκληρη την ευρωπαϊκή οικονομία σε έναν κυκλώνα ενεργειακών ανατιμήσεων, εκτοξεύοντας το κόστος μετακίνησης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να αντιμετωπίσει τις πιέσεις όχι μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων, αλλά με στοχευμένες επιδοτήσεις, όπως η επιδότηση του πετρελαίου κίνησης κατά 20 λεπτά ανά λίτρο και το πρόγραμμα Fuel Pass.

Πίσω από τις διαπιστώσεις της Κομισιόν βρίσκεται η ευρύτερη επιδίωξη των Βρυξελλών να μετατραπεί η φορολογία της ενέργειας σε μοχλό της πράσινης μετάβασης, επιβραβεύοντας τον εξηλεκτρισμό και απομακρύνοντας σταδιακά την κατανάλωση από τα ορυκτά καύσιμα.

Οι συστάσεις προς την Ελλάδα έρχονται μάλιστα σε μια συγκυρία κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοινώνει πρόσθετη δημοσιονομική ευελιξία για επενδύσεις που ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και περιορίζουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Όπως ανέφερε χθες ο Επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις, τα κράτη-μέλη θα μπορούν να αξιοποιήσουν δημοσιονομικό περιθώριο έως 0,3% του ΑΕΠ ετησίως για την περίοδο 2026-2028 προκειμένου να χρηματοδοτήσουν παρεμβάσεις όπως η ενίσχυση των δικτύων, η αποθήκευση ενέργειας, η ηλεκτροκίνηση και άλλες επενδύσεις που συμβάλλουν στην ενεργειακή μετάβαση. Πρόκειται ουσιαστικά για τις ίδιες κατηγορίες έργων που η Κομισιόν ζητά να επιταχυνθούν και στην περίπτωση της Ελλάδας, ώστε να ενισχυθεί η συμμετοχή της καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας στο ενεργειακό μίγμα.

Πίσω από την απόφαση για πρόσθετη δημοσιονομική ευελιξία βρίσκεται η προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιταχύνει την απεξάρτησή της από εξωτερικές ενεργειακές εξαρτήσεις και να ενισχύσει τη στρατηγική της αυτονομία. Οι Βρυξέλλες αντιμετωπίζουν πλέον τις επενδύσεις στην ενεργειακή μετάβαση με τρόπο αντίστοιχο εκείνου που υιοθέτησαν τα τελευταία χρόνια για την άμυνα, θεωρώντας ότι η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί βασικό μοχλό της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας και ανθεκτικότητας.

Στο στόχαστρο και οι επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιμα

Πέρα από τη φορολογία, η έκθεση στρέφει την προσοχή της και στις επιδοτήσεις που εξακολουθούν να συνδέονται με ορυκτά καύσιμα. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικές επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιμα χωρίς να προβλέπεται η κατάργησή τους έως το 2030, αναφέροντας μεταξύ άλλων τις ενισχύσεις που συνδέονται με τη χρήση άνθρακα και κωκ στη βιομηχανία. Παράλληλα, σημειώνει ότι προτεραιότητα για σταδιακή απόσυρση θα μπορούσαν να αποτελέσουν οι επιδοτήσεις που δεν συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας, δεν ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και δεν θεωρούνται κρίσιμες για τη διατήρηση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας, καθώς συντηρούν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και επιβραδύνουν τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας.

Η Επιτροπή συνδέει επίσης τη συζήτηση για τη φορολογία και τις επιδοτήσεις με την αξιοποίηση των εσόδων από το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS). Όπως επισημαίνει, η αποτελεσματικότερη και πιο στοχευμένη χρήση των διαθέσιμων πόρων μπορεί να συμβάλει στη χρηματοδότηση της ενεργειακής μετάβασης, στηρίζοντας επενδύσεις που επιταχύνουν την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας και των μεταφορών, αλλά και τη λειτουργία βασικών μηχανισμών στήριξης του ενεργειακού συστήματος.

Το ενεργειακό μοντέλο που ζητούν οι Βρυξέλλες

Η αναμόρφωση της ενεργειακής φορολογίας αποτελεί, σύμφωνα με την έκθεση, μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου περιορισμού της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Για τον λόγο αυτό, η Κομισιόν ζητά την επιτάχυνση των έργων που μπορούν να μειώσουν τη χρήση φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή και να ενισχύσουν τη συμμετοχή της καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας στο ενεργειακό μίγμα.

Μεταξύ άλλων, προτείνει την ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών πάρκων, την ολοκλήρωση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων των νησιών, την αναβάθμιση της χωρητικότητας και της ποιότητας των δικτύων διανομής, την προώθηση λύσεων ευελιξίας και αποθήκευσης ενέργειας, καθώς και την επιτάχυνση της εγκατάστασης έξυπνων μετρητών. Κατά την Επιτροπή, οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της εξάρτησης από το φυσικό αέριο, στη συγκράτηση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και στη δημιουργία των προϋποθέσεων για μεγαλύτερη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών στο σύστημα.

Από τη λειψυδρία έως τα απορρίμματα: τα ανοιχτά περιβαλλοντικά μέτωπα

Πέρα από τις παρεμβάσεις στην αγορά ενέργειας, η Κομισιόν αφιερώνει σημαντικό μέρος της αξιολόγησής της στις περιβαλλοντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα, προειδοποιώντας ότι η κλιματική αλλαγή, η διαχείριση των υδάτινων πόρων και τα απορρίμματα εξελίσσονται σε κρίσιμα ζητήματα για την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα είναι όπως διαπιστώνεται ιδιαίτερα ευάλωτη απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως οι παρατεταμένες ξηρασίες, οι πλημμύρες, οι δασικές πυρκαγιές και οι καύσωνες, τα οποία προκαλούν ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις σε υποδομές, δασικά οικοσυστήματα και αγροτικές εκμεταλλεύσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνει την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης της ιδιωτικής ασφάλισης έναντι φυσικών καταστροφών, σημειώνοντας ότι, παρά τις παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, τα ποσοστά ασφαλιστικής κάλυψης παραμένουν από τα χαμηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Κομισιόν θεωρεί ότι η αύξηση της ασφαλιστικής κάλυψης, σε συνδυασμό με καλύτερο σχεδιασμό και προληπτικές επενδύσεις, μπορεί να περιορίσει τις οικονομικές επιπτώσεις από πλημμύρες, πυρκαγιές και άλλα ακραία καιρικά φαινόμενα που γίνονται ολοένα συχνότερα. Θεμέλιος λίθος σε αυτή την προσπάθεια είναι για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικού κράτους, περιφερειών και τοπικής αυτοδιοίκησης.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στο ζήτημα των υδάτων. Η έκθεση κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των πλέον υδατικά πιεσμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σημειώνοντας ότι η γεωργία απορροφά περισσότερο από το 80% των διαθέσιμων υδάτινων πόρων. Η εικόνα επιβαρύνεται περαιτέρω από τις παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας, την περιορισμένη δυνατότητα συλλογής και αποθήκευσης επιφανειακών και όμβριων υδάτων, αλλά και τη χαμηλή αξιοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων. Αν και αναγνωρίζει ως θετική εξέλιξη τη νέα Εθνική Στρατηγική για το Νερό, η Κομισιόν υπογραμμίζει ότι το κρίσιμο ζητούμενο είναι πλέον η εφαρμογή της μέσω επενδύσεων σε σύγχρονες υποδομές και βιώσιμες πρακτικές διαχείρισης των υδάτινων πόρων.

Αντίστοιχα αυστηρή είναι η αποτίμηση για τα απορρίμματα. Παρά την επιβολή τέλους ταφής από το 2022, περίπου το 80% των δημοτικών αποβλήτων εξακολουθεί να οδηγείται σε χώρους ταφής, ενώ το ποσοστό ανακύκλωσης παραμένει μόλις στο 17,4%, σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Για τον λόγο αυτό η Επιτροπή ζητά την επικαιροποίηση των περιφερειακών σχεδίων διαχείρισης αποβλήτων, την επιτάχυνση των επενδύσεων σε υποδομές, την εφαρμογή συστημάτων «Πληρώνω όσο Πετάω» και την ενίσχυση της επιχειρησιακής ικανότητας των φορέων διαχείρισης αποβλήτων, ιδιαίτερα στις νησιωτικές περιοχές όπου οι πιέσεις αυξάνονται κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου.