Σε τροχιά επανεκκίνησης επιχειρεί να μπει η ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης–Κύπρου, με τον Σεπτέμβριο να διαμορφώνεται ως ο πρώτος πιθανός χρονικός ορίζοντας για την επιστροφή των ερευνητικών πλοίων στη θάλασσα. Η συμφωνία με τη γαλλική Meridiam, η οποία προβλέπει την απόκτηση του 66% της εταιρείας Great Sea Interconnector, αλλάζει αισθητά τις ισορροπίες γύρω από το έργο, χωρίς όμως να έχει ακόμη κλείσει το σύνολο των γεωπολιτικών, ρυθμιστικών και χρηματοδοτικών εκκρεμοτήτων που το συνοδεύουν.
Το πρώτο και πλέον ορατό βήμα αναμένεται να είναι η ολοκλήρωση των θαλάσσιων ερευνών για την τελική χάραξη της όδευσης του καλωδίου. Σύμφωνα με πληροφορίες, από τη στιγμή που θα δοθεί η σχετική εντολή στη Nexans, η γαλλική κατασκευάστρια του καλωδίου μπορεί να ενεργοποιήσει σε σύντομο χρόνο τη διαδικασία για το υπόλοιπο τμήμα των βυθομετρήσεων. Ανοιχτό παραμένει εάν το έργο θα ανατεθεί εκ νέου στην ιταλική NextGeo ή εάν θα επιλεγούν αυτή τη φορά γαλλικές εταιρείες, ενώ θα ακολουθήσουν και οι απαιτούμενες διαδικασίες για την έκδοση NAVTEX από τις ελληνικές αρχές.
Η κινητικότητα των τελευταίων ημερών ενισχύθηκε και από τις επαφές σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο. Σύμφωνα με κυπριακές πληροφορίες, Κυριάκος Μητσοτάκης, Νίκος Χριστοδουλίδης και Εμανουέλ Μακρόν είχαν τηλεφωνικές διαβουλεύσεις με αντικείμενο την επιτάχυνση του Great Sea Interconnector, με την ολοκλήρωση των βυθομετρήσεων να θεωρείται ένα από τα αναγκαία βήματα για να αποκτήσει ξανά επιχειρησιακό ρυθμό το έργο.
Περίπου το 40% των ερευνών βυθού παραμένει ανολοκλήρωτο, κυρίως σε διεθνή ύδατα μεταξύ Καρπάθου και Κύπρου. Οι εργασίες είχαν ουσιαστικά παγώσει μετά τα γεγονότα του καλοκαιριού του 2024, όταν η παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων στην περιοχή όπου επιχειρούσε το ιταλικό ερευνητικό Ievoli Relume ανέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο ότι η υλοποίηση του έργου δεν αποτελεί μόνο τεχνικό ή οικονομικό εγχείρημα, αλλά συνδέεται ευθέως με τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το πρώτο τεστ θα δοθεί ξανά στη θάλασσα
Η επιστροφή των ερευνητικών πλοίων θα αποτελέσει, επομένως, το πρώτο ουσιαστικό τεστ της νέας περιόδου για το έργο. Η Τουρκία εξακολουθεί να προβάλλει τις πάγιες αμφισβητήσεις της για τις θαλάσσιες ζώνες στην περιοχή, συνδέοντάς τες μεταξύ άλλων με το τουρκολιβυκό μνημόνιο και υποστηρίζοντας ότι συγκεκριμένες θαλάσσιες περιοχές εμπίπτουν στη δική της υφαλοκρηπίδα.
Η στάση αυτή έχει επανέλθει στο προσκήνιο και με τις πρόσφατες τουρκικές ανακοινώσεις για θαλάσσια πάρκα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι χαράξεις που παρουσίασε η Άγκυρα αντανακλούν σε σημαντικό βαθμό τις γνωστές τουρκικές θέσεις για τις θαλάσσιες ζώνες, τόσο στο Βορειοανατολικό Αιγαίο όσο και στην περιοχή του Καστελόριζου.
Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί να προεξοφληθεί η αντίδραση της Άγκυρας όταν επανεκκινήσουν οι έρευνες. Το γεγονός, ωστόσο, ότι το έργο αποκτά πλέον ισχυρότερη γαλλική επενδυτική και πολιτική διάσταση διαφοροποιεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα πραγματοποιηθούν οι επόμενες κινήσεις.
Η Meridiam δεν εξαλείφει τον γεωπολιτικό κίνδυνο. Η παρουσία της, όμως, προσθέτει έναν μεγάλο διεθνή επενδυτή υποδομών στο έργο, την ώρα που και η ίδια η Γαλλία εμφανίζεται περισσότερο εμπλεκόμενη στις εξελίξεις. Μαζί με τη Nexans, η οποία έχει αναλάβει την κατασκευή του καλωδίου, δημιουργείται πλέον ένα ισχυρό γαλλικό αποτύπωμα γύρω από μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές υποδομές της Ανατολικής Μεσογείου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι η Meridiam αναλαμβάνει, βάσει της συμφωνίας, να χρηματοδοτήσει το υπόλοιπο σκέλος των θαλάσσιων μελετών. Η επιλογή αυτή αποτελεί ένδειξη ότι το fund έχει συνεκτιμήσει τόσο τα οικονομικά χαρακτηριστικά όσο και τους κινδύνους που συνοδεύουν την ολοκλήρωση των ερευνών και θεωρεί ότι το έργο μπορεί να κινηθεί στην επόμενη φάση.
Το επόμενο ορόσημο των 1 δισ. ευρώ
Παράλληλα με τη θάλασσα, κρίσιμες εξελίξεις αναμένονται και στο χρηματοδοτικό μέτωπο. Ο συνολικός προϋπολογισμός του σκέλους Κρήτης–Κύπρου ανέρχεται σε περίπου 1,9 δισ. ευρώ και ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της χρηματοδοτικής του δομής αφορά το αίτημα προς την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για δάνειο της τάξης του 1 δισ. ευρώ.
Η απάντηση της ΕΤΕπ αναμένεται να αποτελέσει κομβικό σημείο για τα επόμενα βήματα. Μια θετική αξιολόγηση δεν θα περιοριζόταν στη χρηματοδότηση του έργου, αλλά θα ενίσχυε σημαντικά την επενδυτική του αξιοπιστία και θα μπορούσε να διευκολύνει την κινητοποίηση πρόσθετων διεθνών κεφαλαίων.
Η είσοδος της Meridiam ενισχύει αυτό το σενάριο, καθώς το γαλλικό fund διατηρεί ήδη σχέσεις με την ευρωπαϊκή τράπεζα. Η ΕΤΕπ έχει επενδύσει στο παρελθόν σε funds της Meridiam, μεταξύ άλλων στο Meridiam Infrastructure Africa Fund και στο Meridiam Green Impact Growth Fund, ενώ μέσα στο 2026 ανακοινώθηκε και προτεινόμενη στρατηγική συνεργασία για νέο fund, με σχεδιαζόμενη συμμετοχή της τράπεζας ύψους 100 εκατ. ευρώ.
Στο παρελθόν είχαν επίσης εξεταστεί διαφορετικά σενάρια διεύρυνσης της επενδυτικής βάσης του GSI, με ονόματα όπως η TAQA, η Masdar και η αμερικανική DFC να έχουν βρεθεί στο κάδρο, χωρίς όμως να προκύψουν δεσμευτικές συμφωνίες. Η παρουσία της Meridiam και μια ενδεχόμενη θετική απόφαση της ΕΤΕπ θα μπορούσαν να δημιουργήσουν διαφορετικές προϋποθέσεις για την επόμενη φάση.
Οι εκκρεμότητες με τη Λευκωσία
Η χρηματοδότηση από την ΕΤΕπ συνδέεται στενά και με το κυπριακό σκέλος της εξίσωσης. Παρά τη νέα δυναμική που δημιούργησε η συμφωνία με τη Meridiam, η Λευκωσία δεν έχει ακόμη κλείσει όλες τις οικονομικές και ρυθμιστικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διακρατική συμφωνία Ελλάδας–Κύπρου.
Μεταξύ αυτών βρίσκεται η προβλεπόμενη καταβολή 25 εκατ. ευρώ ετησίως για μία πενταετία, καθώς και η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας στη μετοχική σύνθεση του έργου. Παράλληλα παραμένει ανοικτό το ζήτημα των ανακτήσιμων δαπανών.
Ο ΑΔΜΗΕ έχει μέχρι σήμερα δηλώσει δαπάνες ύψους 251,4 εκατ. ευρώ, ενώ η κυπριακή Ρυθμιστική Αρχή έχει αναγνωρίσει ως ανακτήσιμο ποσό περίπου 82 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου το ένα τρίτο του συνολικού ποσού. Η διαφορά αυτή αποτελεί μία από τις βασικές ρυθμιστικές εκκρεμότητες που πρέπει να διευθετηθούν προκειμένου να σταθεροποιηθεί πλήρως το οικονομικό μοντέλο του έργου.
Η παρουσία ενός διεθνούς επενδυτή του μεγέθους της Meridiam μεταβάλλει, πάντως, και το συγκεκριμένο κεφάλαιο. Η παρατεταμένη ρυθμιστική αβεβαιότητα γίνεται δυσκολότερο να συντηρηθεί όταν στο έργο εισέρχεται ιδιωτικό κεφάλαιο που χρειάζεται σαφή εικόνα για τις ανακτήσιμες δαπάνες, τα ρυθμιζόμενα έσοδα και τις υποχρεώσεις κάθε πλευράς.
Πότε περνά ο έλεγχος στη Meridiam
Μέχρι να κλείσουν οι παραπάνω εκκρεμότητες, ο ΑΔΜΗΕ εξακολουθεί να λειτουργεί ως Project Promoter και να έχει την ευθύνη για τις ενέργειες υλοποίησης του GSI.
Η συμφωνία με τη Meridiam προβλέπει διαφορετική εικόνα για την επόμενη φάση. Όταν ολοκληρωθούν οι αναγκαίες θεσμικές και ρυθμιστικές διαδικασίες και το έργο μεταφερθεί στην εταιρεία ειδικού σκοπού Great Sea Interconnector, η Meridiam θα αποκτήσει τον έλεγχο με ποσοστό 66%.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας, το γαλλικό fund θα καταβάλει το 66% των 251,4 εκατ. ευρώ που έχει ήδη επενδύσει ο ΑΔΜΗΕ, με συμψηφισμό και των ποσών που θα διαθέσει η ίδια η Meridiam για το υπόλοιπο 40% των θαλάσσιων ερευνών.
Η αλλαγή δεν είναι μόνο μετοχική. Θα απαιτηθεί και η μεταφορά του ρόλου του Project Promoter από τον ΑΔΜΗΕ στον GSI, εξέλιξη που θα καθορίσει ποιος φορέας θα εκπροσωπεί το έργο έναντι κυβερνήσεων, ρυθμιστικών αρχών, χρηματοδοτών και αναδόχων στην επόμενη περίοδο.
Το δεύτερο μέτωπο από την Κύπρο προς το Ισραήλ
Την ώρα που το Κρήτη–Κύπρος επιχειρεί να επιστρέψει στη θάλασσα, το δεύτερο σκέλος του Great Sea Interconnector αρχίζει να αποκτά τη δική του ρυθμιστική διαδρομή.
Ο ΑΔΜΗΕ έχει ήδη καταθέσει στις αρμόδιες Ρυθμιστικές Αρχές Κύπρου και Ισραήλ το επενδυτικό αίτημα για τη μεταξύ τους ηλεκτρική διασύνδεση. Πρόκειται για το επόμενο βήμα μετά τις μελέτες κόστους–οφέλους και την επεξεργασία πρότασης για τον διασυνοριακό επιμερισμό του κόστους.
Το βάρος περνά πλέον στους δύο Ρυθμιστές, οι οποίοι θα πρέπει να συμφωνήσουν στον τρόπο με τον οποίο θα κατανέμεται το κόστος που θα ανακτηθεί μέσω των ρυθμιζόμενων εσόδων του έργου. Σύμφωνα με τις μελέτες που έχουν προηγηθεί, η διασύνδεση κρίνεται οικονομικά βιώσιμη σε όλα τα σενάρια που εξετάστηκαν, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη της ζήτησης, την ανάπτυξη των ΑΠΕ και τις ανάγκες των ηλεκτρικών συστημάτων των δύο χωρών.
Εφόσον υπάρξει συμφωνία μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ για το ρυθμιστικό και χρηματοδοτικό μοντέλο, θα ανοίξει ο δρόμος για την τελική επενδυτική απόφαση και, στη συνέχεια, για τη χρηματοδότηση και την αναζήτηση επενδυτών.
Και σε αυτό το σκέλος ο ΑΔΜΗΕ έχει αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο εισόδου μετοχικού εταίρου. Στο παρελθόν είχε υπάρξει ενδιαφέρον από ισραηλινό fund χωρίς να αποκτήσει συγκεκριμένη μορφή, ενώ το μοντέλο που διαμορφώνεται σήμερα στο Κρήτη–Κύπρος με τη Meridiam μπορεί να λειτουργήσει ως οδηγός και για το δεύτερο τμήμα του GSI.
Η τεχνική διάσταση του Κύπρος–Ισραήλ είναι ήδη σε σημαντικό βαθμό προσδιορισμένη. Το έργο σχεδιάζεται για μεταφορική ικανότητα 1.000 MW, με τεχνολογία HVDC στα 500 kV και υποθαλάσσιο καλώδιο μήκους περίπου 324 χιλιομέτρων. Η πόντιση προβλέπεται σε βάθη που φθάνουν τα 2.200 έως 2.400 μέτρα, με σύνδεση στην Κοφίνου στην Κύπρο και στην περιοχή της Hadera στο Ισραήλ και δυνατότητα αμφίδρομης μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο Great Sea Interconnector βρίσκεται, επομένως, μπροστά σε δύο διαφορετικές αλλά αλληλένδετες διαδρομές. Στο Κρήτη–Κύπρος, το ζητούμενο είναι να επιστρέψουν τα πλοία στη θάλασσα, να κλείσει το χρηματοδοτικό σχήμα και να επιλυθούν οι εκκρεμότητες με τη Λευκωσία. Στο Κύπρος–Ισραήλ, η διαδικασία ξεκινά από τους Ρυθμιστές και τον επιμερισμό του κόστους και οδηγεί στη συνέχεια προς την τελική επενδυτική απόφαση και την αναζήτηση κεφαλαίων.
Κοινός παρονομαστής είναι ότι, μετά την είσοδο της Meridiam, το έργο αποκτά μεγαλύτερο διεθνές επενδυτικό βάθος και εντονότερη ευρωπαϊκή διάσταση. Το κατά πόσο αυτή η μεταβολή θα αρκέσει για να μετατρέψει τη νέα κινητικότητα σε πραγματική επανεκκίνηση θα φανεί στα αμέσως επόμενα βήματα – αρχής γενομένης από την επιστροφή των ερευνών στη θάλασσα.
Διαβάστε ακόμα
