Τι συμβαίνει στο Νεπάλ; Η ορεινή χώρα της Νότιας Ασίας, στην καρδιά των Ιμαλαΐων, φαίνεται να δοκιμάζεται από ένα ορμητικό «κύμα» φυσικών καταστροφών, που αφήνει στο πέρασμά του ανθρώπινες απώλειες, εκτεταμένες ζημιές στις υποδομές και ένα κόστος που ανέρχεται σε δισεκατομμύρια δολάρια.
Στις 26 Αυγούστου, η κατάρρευση πάγου και βράχων και οι επακόλουθες πλημμύρες στον ποταμό Bhotekoshi προκάλεσαν μία από τις σοβαρότερες καταστροφές που έχει αντιμετωπίσει η χώρα, με εικόνες που θυμίζουν Βιβλική Καταστροφή. Σύμφωνα με το πιο πρόσφατο διαθέσιμο ρεπορτάζ του Reuters, στις 25 Σεπτεμβρίου ο απολογισμός είχε ανέλθει σε τουλάχιστον 1.450 νεκρούς, ενώ χιλιάδες άνθρωποι εξακολουθούν να αγνοούνται.
Σχεδόν έναν μήνα αργότερα, το Νεπάλ βρέθηκε ξανά αντιμέτωπο με ακραία καιρικά φαινόμενα. Οι ισχυρές βροχοπτώσεις που άρχισαν στις 24 Σεπτεμβρίου προκάλεσαν εκτεταμένες πλημμύρες και κατολισθήσεις, με τον αριθμό των νεκρών να ανέρχεται σε 35 έως τις 30 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με την Αστυνομία του Νεπάλ. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα δεν περιορίστηκαν στο Νεπάλ, αλλά επηρέασαν και τη γειτονική Ινδία. Στο Ούταρ Πραντές, οι αρχές ανέφεραν 81 νεκρούς από τις ισχυρές βροχοπτώσεις της 25ης έως τις 27ης Σεπτεμβρίου. Ενδεικτικές της έντασης των φαινομένων είναι οι εικόνες από την περιοχή Lete, όπου μεγάλο τμήμα μιας βουνοπλαγιάς κατέρρευσε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα στον ποταμό Kali Gandaki, προκαλώντας προσωρινή απόφραξη της ροής του. Οι εικόνες από τις πλημμύρες και τις κατολισθήσεις που κάνουν τον γύρο του διαδικτύου μοιάζουν βγαλμένες από κινηματογραφικές παραγωγές, μόνο που αυτή τη φορά δεν πρόκειται για κινηματογραφικό σενάριο, αλλά για μια πραγματική καταστροφή που εκτυλίσσεται μπροστά στις κάμερες.
Αν και τα δύο περιστατικά δεν αποτελούν ένα ενιαίο φυσικό γεγονός, η χρονική τους εγγύτητα έχει ιδιαίτερη σημασία για μια χώρα που διαθέτει εκτεταμένες κατοικημένες και ενεργειακές υποδομές σε στενές ορεινές κοιλάδες.
Η καταστροφή του Αυγούστου ξεκίνησε από την περιοχή του Langtang Lirung, όπου η κατάρρευση βράχων και παγετωνικού πάγου δημιούργησε μια αλυσιδωτή εξέλιξη γεγονότων. Η μάζα νερού, πάγου, βράχων και ιζημάτων κινήθηκε προς τις κοιλάδες των ποταμών Bhotekoshi και Trishuli, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές σε κατοικημένες περιοχές και υποδομές. Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι έντονες βροχοπτώσεις του Σεπτεμβρίου δημιούργησαν ένα διαφορετικό σκηνικό, με πλημμύρες και κατολισθήσεις σε αρκετές περιοχές του Νεπάλ. Στην περιοχή Lete, η κατάρρευση της πλαγιάς στον Kali Gandaki ήταν ένα από τα χαρακτηριστικότερα περιστατικά, καθώς η κατολίσθηση δημιούργησε προσωρινό φυσικό φράγμα στην κοίτη του ποταμού. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο επεισόδια είναι σημαντική. Το πρώτο συνδέθηκε με μια σύνθετη γεωλογική και παγετωνική διεργασία, ενώ το δεύτερο με ακραίες βροχοπτώσεις. Ωστόσο, και τα δύο ανέδειξαν την ίδια αδυναμία: την έκθεση των ορεινών υποδομών σε φαινόμενα που μπορούν να εξελιχθούν μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Το κόστος της καταστροφής σε υποδομές και ενέργεια
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται πλέον και στους οικονομικούς δείκτες. Σύμφωνα με την προκαταρκτική Rapid Damage and Needs Assessment (RDNA) της κυβέρνησης του Νεπάλ, οι πλημμύρες και οι κατολισθήσεις προκάλεσαν περίπου 1,81 δισ. δολάρια σε άμεσες υλικές ζημιές και επιπλέον 883 εκατ. δολάρια σε οικονομικές απώλειες. Το συνολικό αποτύπωμα ανέρχεται έτσι σε περίπου 2,7 δισ. δολάρια.
Ωστόσο, το ποσό που απαιτείται για την αποκατάσταση είναι ακόμη μεγαλύτερο. Οι ανάγκες για την ανάκαμψη και την ανασυγκρότηση εκτιμώνται σε περίπου 4,78 δισ. δολάρια, καθώς η αποκατάσταση δεν αφορά μόνο τις ζημιές που έχουν ήδη καταγραφεί, αλλά και την επαναφορά βασικών υποδομών και υπηρεσιών. Ιδιαίτερα μεγάλο είναι το βάρος για τις υποδομές μεταφορών και ενέργειας. Δρόμοι και γέφυρες υπέστησαν σοβαρές ζημιές, δυσκολεύοντας την πρόσβαση σε απομακρυσμένες περιοχές και, κατ’ επέκταση, την προσπάθεια αποκατάστασης των ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Το ενεργειακό σκέλος της καταστροφής αποκτά ιδιαίτερη σημασία για το Νεπάλ, καθώς η χώρα έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια στην ανάπτυξη της υδροηλεκτρικής παραγωγής. Σύμφωνα με την RDNA, επηρεάστηκαν 13 υδροηλεκτρικά έργα συνολικής ισχύος 759 MW, ενώ ζημιές καταγράφηκαν και σε πέντε φωτοβολταϊκά έργα συνολικής ισχύος 24,36 MW. Το κόστος αποκατάστασης των ενεργειακών υποδομών και των ηλεκτρικών δικτύων υπολογίζεται σε περίπου 2,58 δισ. δολάρια. Το ποσό αφορά όχι μόνο τις μονάδες παραγωγής, αλλά και τις υποδομές μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας που υπέστησαν ζημιές.
Αυτό είναι κρίσιμο για την επόμενη ημέρα. Η καταστροφή μιας μονάδας παραγωγής αποτελεί από μόνη της σημαντικό πρόβλημα, όμως όταν παράλληλα καταστρέφονται δρόμοι, γέφυρες και γραμμές μεταφοράς, η αποκατάσταση γίνεται πολύ πιο σύνθετη. Ακόμη και όταν μια μονάδα μπορεί να επανέλθει τεχνικά σε λειτουργία, η ηλεκτρική ενέργεια πρέπει να μπορεί να μεταφερθεί στο υπόλοιπο δίκτυο.
Είναι υπεύθυνη η κλιματική αλλαγή;
Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η αλληλουχία των γεγονότων αποτελεί απλώς μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία ή αν εντάσσεται σε μια ευρύτερη μεταβολή των κλιματικών συνθηκών στα Ιμαλάια. Η πρόσφατη ανάλυση του World Weather Attribution δείχνει ότι η μακροχρόνια άνοδος της θερμοκρασίας μεταβάλλει ήδη τις συνθήκες στα μεγάλα υψόμετρα και μπορεί να ενισχύσει την αλληλουχία φυσικών κινδύνων.
Στην περίπτωση του Langtang Lirung, οι ερευνητές δεν αποδίδουν την καταστροφή αποκλειστικά στην κλιματική αλλαγή. Η γεωλογική δομή της περιοχής, αλλά και οι επιπτώσεις του σεισμού του 2015, θεωρούνται σημαντικοί παράγοντες που μπορεί να είχαν προετοιμάσει την πλαγιά για την κατάρρευση. Ωστόσο, Η άνοδος της θερμοκρασίας φαίνεται να λειτούργησε ως καταλύτης σε ένα ήδη ευάλωτο ορεινό σύστημα. Συγκεκριμένα, οι παγετώνες στην περιοχή χάνουν μάζα εδώ και δεκαετίες, με ρυθμό που αντιστοιχεί σε περισσότερο από μισό μέτρο λέπτυνσης τον χρόνο. Παράλληλα, η έκταση του παγετώνα Langtang-Lirung υποχωρεί ταχύτερα τα τελευταία χρόνια. Η απώλεια πάγου μπορεί να μειώσει τη στήριξη των γειτονικών βραχωδών πρανών και να μεταβάλει τις τάσεις στις ήδη υπάρχουσες ρωγμές. Την ίδια στιγμή, η απόψυξη του μόνιμα παγωμένου εδάφους αποδυναμώνει τους δεσμούς πάγου μέσα στις ρωγμές του βράχου, ενώ το νερό από το λιώσιμο των πάγων μπορεί να αυξήσει την πίεση στο εσωτερικό τους. Έτσι, η κλιματική αλλαγή δεν λειτουργεί απαραίτητα ως η μοναδική αιτία ενός τέτοιου γεγονότος, αλλά ως παράγοντας που μπορεί να κάνει ένα ήδη ασταθές ορεινό περιβάλλον ακόμη πιο ευάλωτο.
Διαβάστε ακόμη
