Οι φορτιστές αυξάνονται, οι εταιρικοί στόλοι επενδύουν σε ηλεκτρικά οχήματα και οι μεγάλες πλατφόρμες μεταφορών προετοιμάζονται για ένα πιο «πράσινο» μοντέλο λειτουργίας. Παρ’ όλα αυτά, η αγορά θεωρεί ότι η Ελλάδα απέχει ακόμη σημαντικά από τη μαζική υιοθέτηση της ηλεκτροκίνησης. Το υψηλό κόστος αγοράς, οι ελλείψεις στις υποδομές φόρτισης εκτός μεγάλων αστικών κέντρων, το αυξημένο κόστος δημόσιας φόρτισης, ο γερασμένος στόλος οχημάτων και οι ανάγκες αναβάθμισης των ενεργειακών δικτύων συνθέτουν το παζλ των προκλήσεων που καλείται να αντιμετωπίσει η χώρα μέχρι το τέλος της δεκαετίας.

Η εικόνα που προκύπτει από τις τοποθετήσεις ανθρώπων της αγοράς είναι ότι η συζήτηση έχει πλέον μετατοπιστεί από το ίδιο το όχημα στο οικοσύστημα που απαιτείται για να το υποστηρίξει.

Η μετάβαση αυτή δεν αφορά μόνο τους ιδιώτες οδηγούς. Επεκτείνεται στα ταξί, στις πλατφόρμες μετακίνησης, στις υπηρεσίες διανομών, στα αστικά logistics και στους μεγάλους εταιρικούς στόλους που πραγματοποιούν καθημερινά χιλιάδες μετακινήσεις. Σε όλους αυτούς τους κλάδους η ηλεκτροκίνηση αντιμετωπίζεται πλέον ως αναπόφευκτη κατεύθυνση. Το ερώτημα δεν είναι αν θα συμβεί, αλλά με ποια ταχύτητα θα εξελιχθεί και ποια εμπόδια θα πρέπει να ξεπεραστούν.

Το 2025 τα αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα αντιπροσώπευαν περίπου το 8% των νέων ταξινομήσεων στην Ελλάδα, όταν ο στόχος του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα προβλέπει ότι έως το 2030 το ποσοστό αυτό θα πρέπει να φτάσει στο 50%. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται ήδη κοντά στο 18%, γεγονός που δείχνει ότι η ελληνική αγορά εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Παράλληλα, η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει έναν από τους γηραιότερους στόλους οχημάτων στην Ευρώπη, καθώς ένα στα δύο αυτοκίνητα που κυκλοφορούν στους ελληνικούς δρόμους έχει ηλικία μεγαλύτερη των 20 ετών. Η εικόνα αυτή δυσκολεύει την ανανέωση του στόλου και επιβραδύνει τη διείσδυση των νέων τεχνολογιών.

Τα εμπόδια που εξακολουθούν να φρενάρουν την αγορά

Παρά την πρόοδο που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια, ο Εμμανουήλ Βράϊλας, Immediate Past President της HELLASTRON, εκτίμησε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τους στόχους που έχουν τεθεί για το 2030. Όπως ανέφερε, η τεχνολογία των οχημάτων έχει πλέον ωριμάσει, ωστόσο η αγορά συνεχίζει να αντιμετωπίζει μια σειρά από διαρθρωτικά προβλήματα που επιβραδύνουν τη μετάβαση.

Πρώτο ζήτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η άνιση ανάπτυξη των υποδομών φόρτισης. Όπως ανέφερε, το 92% των ταχυφορτιστών βρίσκεται σήμερα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ενώ τα νησιά και μεγάλο μέρος της περιφέρειας εξακολουθούν να εξυπηρετούνται κυρίως από φορτιστές χαμηλότερης ισχύος. Η γεωγραφική αυτή ανισορροπία δημιουργεί περιορισμούς τόσο για τους ιδιώτες οδηγούς όσο και για επαγγελματικές χρήσεις που απαιτούν καθημερινές μετακινήσεις μεγάλων αποστάσεων.

Δεύτερο εμπόδιο αποτελεί το κόστος φόρτισης. Ο κ. Βράϊλας σημείωσε ότι η ηλεκτροκίνηση παραμένει ιδιαίτερα ανταγωνιστική όταν υπάρχει δυνατότητα οικιακής φόρτισης, όμως η εικόνα αλλάζει σημαντικά όταν ο χρήστης εξαρτάται από δημόσιες υποδομές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, το κόστος μετακίνησης ενός αμιγώς ηλεκτρικού οχήματος διαμορφώνεται περίπου στα 6 ευρώ ανά 100 χιλιόμετρα όταν η φόρτιση γίνεται στο σπίτι. Ωστόσο, η χρήση δημόσιων ταχυφορτιστών ανεβάζει το κόστος στα 12 ευρώ ανά 100 χιλιόμετρα, ενώ στους υπερταχυφορτιστές υψηλής ισχύος μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και τα 15 ευρώ. Όπως επισήμανε, η διαφορά αυτή μπορεί να περιορίσει σημαντικά το οικονομικό πλεονέκτημα της ηλεκτροκίνησης, ιδίως για επαγγελματίες οδηγούς και στόλους οχημάτων.

Το τρίτο ζήτημα αφορά την ετοιμότητα του ενεργειακού συστήματος. Σύμφωνα με τη HELLASTRON, η Ελλάδα διαθέτει σήμερα λιγότερα από 100 MW εγκατεστημένης αποθήκευσης ενέργειας, όταν οι ανάγκες που δημιουργεί η ενεργειακή μετάβαση εκτιμάται ότι θα απαιτήσουν περίπου 3 GW έως το τέλος της δεκαετίας. Ο κ. Βράϊλας υπογράμμισε ότι η ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης δεν μπορεί πλέον να εξεταστεί ανεξάρτητα από την ενίσχυση των δικτύων και των υποδομών αποθήκευσης.

Τέταρτο και ίσως σημαντικότερο πρόβλημα είναι ο ιδιαίτερα γερασμένος στόλος οχημάτων της χώρας. Όπως ανέφερε, ένα στα δύο οχήματα που κυκλοφορούν σήμερα στους ελληνικούς δρόμους έχει ηλικία μεγαλύτερη των 20 ετών. Η εικόνα αυτή καθιστά εξαιρετικά αργή την ανανέωση του στόλου και δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στην επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί για την επόμενη δεκαετία.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο παραμένει η χρηματοδότηση

Το ζήτημα της χρηματοδότησης αναδείχθηκε έντονα από τον Λεωνίδα Βέργο, Investment Director – Partner της SIREC ENERGY, η οποία αναπτύσσει το μοντέλο ηλεκτρικών ταξί Zap Taxi. Όπως εξήγησε, οι επαγγελματίες οδηγοί ταξί αποτελούν ίσως την κατηγορία χρηστών που μπορεί να ωφεληθεί περισσότερο από την ηλεκτροκίνηση, καθώς διανύουν πολύ περισσότερα χιλιόμετρα σε σχέση με έναν ιδιώτη οδηγό και επομένως απολαμβάνουν μεγαλύτερη εξοικονόμηση από τη μείωση του κόστους καυσίμων και συντήρησης.

Ωστόσο, το υψηλό αρχικό κόστος αγοράς εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό εμπόδιο. Μεγάλο μέρος του σημερινού στόλου ταξί αποτελείται από οχήματα ηλικίας 10 έως 15 ετών με εξαιρετικά υψηλά χιλιόμετρα χρήσης. Για πολλούς επαγγελματίες, η μετάβαση σε ένα νέο ηλεκτρικό όχημα απαιτεί κεφάλαια που δύσκολα μπορούν να εξασφαλιστούν χωρίς πρόσθετη χρηματοδοτική στήριξη.

Σύμφωνα με την αγορά, η επόμενη φάση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ανάπτυξη νέων χρηματοδοτικών εργαλείων που θα επιτρέψουν στους επαγγελματίες να αποκτήσουν ηλεκτρικά οχήματα χωρίς να επιβαρυνθούν με μεγάλο αρχικό κόστος, αξιοποιώντας τα λειτουργικά οφέλη που προσφέρει η ηλεκτροκίνηση.

Παράλληλα, ο κ. Βέργος υπογράμμισε ότι τα οφέλη δεν περιορίζονται μόνο στη μείωση των εκπομπών. Η αντικατάσταση χιλιάδων συμβατικών ταξί από ηλεκτρικά οχήματα μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά και στη μείωση της ηχορύπανσης, βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Το παράδειγμα της Λισαβόνας και το τρίπτυχο της επιτυχίας

Την ίδια ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα στήριξης ανέδειξε και η Σαρίτα Βαρούχ, General Manager Greece της Uber. Παρουσιάζοντας την εμπειρία της Λισαβόνας, μίας από τις πρώτες ευρωπαϊκές πόλεις που υιοθέτησαν ευρέως το πρόγραμμα Uber Green, εξήγησε ότι η επιτυχία δεν προήλθε από έναν μόνο παράγοντα.

Βασίστηκε σε τρεις πυλώνες: οικονομικά κίνητρα για τους επαγγελματίες οδηγούς, σταθερό και προβλέψιμο ρυθμιστικό πλαίσιο και εκτεταμένη ανάπτυξη υποδομών φόρτισης.

Η ίδια επισήμανε ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει πρόοδο τα τελευταία χρόνια, ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά στο δίκτυο φόρτισης, ιδιαίτερα εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ανασφάλεια σε επαγγελματίες οδηγούς που εξετάζουν τη μετάβαση σε ηλεκτρικά οχήματα και περιορίζει την ανάπτυξη της αγοράς.

«Η ηλεκτροκίνηση δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στις επιδοτήσεις αγοράς οχημάτων. Χρειάζεται μια μακροπρόθεσμη στρατηγική που να συνδυάζει υποδομές, κίνητρα και σταθερό θεσμικό περιβάλλον», τόνισε.

Στο επίκεντρο και οι αστικές διανομές

Ένας ακόμη κλάδος που βρίσκεται στο επίκεντρο της μετάβασης είναι οι αστικές διανομές. Ο Χρόνης Κοτζιάς, Project Manager της Skroutz Last Mile, περιέγραψε μια αγορά η οποία μετασχηματίζεται με γρήγορους ρυθμούς εξαιτίας της ανάπτυξης του ηλεκτρονικού εμπορίου και της διαρκώς αυξανόμενης ζήτησης για ταχύτερες παραδόσεις.

Οι εταιρείες διανομών αναζητούν πλέον τρόπους να μειώσουν το λειτουργικό κόστος και το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα. Ηλεκτρικά οχήματα μικρών αποστάσεων, έξυπνη διαχείριση στόλων, βελτιστοποίηση δρομολογίων μέσω ψηφιακών εργαλείων και καλύτερη οργάνωση των αστικών logistics αποτελούν τα βασικά εργαλεία αυτής της μετάβασης.

Καθώς οι παραδόσεις εντός των πόλεων αυξάνονται διαρκώς, το λεγόμενο «τελευταίο μίλι» αναδεικνύεται σε έναν από τους τομείς όπου η ηλεκτροκίνηση μπορεί να προσφέρει ταχύτερα οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη.

Οι εταιρικοί στόλοι

Ανάλογη εικόνα παρουσίασε και ο Χρήστος Ριζογιάννης, Head of Logistics Services, Warehousing & Distribution του Ομίλου ΟΤΕ. Οι μεγάλοι εταιρικοί στόλοι θεωρούνται από την αγορά ένας από τους βασικούς μοχλούς επιτάχυνσης της ηλεκτροκίνησης, καθώς διαθέτουν την κλίμακα που απαιτείται για να επενδύσουν σε νέα οχήματα και σε ιδιωτικές υποδομές φόρτισης. Ταυτόχρονα, όμως, η μετάβαση δεν είναι απλή. Οι επιχειρήσεις καλούνται να ανασχεδιάσουν δρομολόγια, να επενδύσουν σε νέα συστήματα διαχείρισης στόλου και να προσαρμόσουν τις επιχειρησιακές διαδικασίες τους στα νέα δεδομένα.
Η αγορά θεωρεί ότι οι βασικές προτεραιότητες της επόμενης πενταετίας είναι πλέον σαφείς: επιτάχυνση της ανανέωσης του στόλου, ενίσχυση των οικονομικών κινήτρων, επέκταση των υποδομών φόρτισης στην περιφέρεια, ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης ενέργειας και αναβάθμιση των δικτύων ηλεκτροδότησης.

Διαβάστε ακόμη