Σε μια φιλόδοξη περίοδο ανοικοδόμησης εισέρχεται η Συρία, η οποία επιχειρεί να ανακάμψει μετά από περισσότερο από μία δεκαετία συγκρούσεων, που κατέστρεψαν κρίσιμες υποδομές, διέκοψαν την οικονομική δραστηριότητα και οδήγησαν εκατομμύρια ανθρώπους στον εκτοπισμό. Στο επίκεντρο της στρατηγικής ανάκαμψης βρίσκεται η ενέργεια, με τη μεταβατική κυβέρνηση να επιδιώκει την αποκατάσταση της εγχώριας παραγωγής, τον εκσυγχρονισμό της ηλεκτροπαραγωγής και την ανάδειξη της Συρίας σε δυνητικό διάδρομο διαμετακόμισης που θα συνδέει τους ενεργειακούς πόρους της Μέσης Ανατολής με τις ευρωπαϊκές αγορές.
Χρόνια πολεμικών συγκρούσεων, κατακερματισμένου εδαφικού ελέγχου και ανεπαρκών επενδύσεων έχουν αποδυναμώσει σοβαρά τις ενεργειακές υποδομές της χώρας. Ωστόσο, η Συρία εξακολουθεί να διαθέτει αξιόλογους πόρους πετρελαίου και φυσικού αερίου, σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και μια στρατηγική γεωγραφική θέση, η οποία θα μπορούσε να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη αξία στο πλαίσιο των μεταβαλλόμενων διεθνών ενεργειακών ισορροπιών.
Υπό τον πρόεδρο Άχμαντ αλ-Σαράα, η μεταβατική κυβέρνηση του οποίου σχηματίστηκε στις 29 Μαρτίου 2025, οι αρχές έχουν προωθήσει μεταρρυθμίσεις με στόχο τη σταθεροποίηση της οικονομίας, την αναδιοργάνωση των δημόσιων θεσμών και την ενθάρρυνση των ιδιωτικών επενδύσεων. Οι πρωτοβουλίες αυτές εντάσσονται σε μια ευρύτερη εθνική στρατηγική που επικεντρώνεται στην ενσωμάτωση των δυνάμεων ασφαλείας, την οικονομική ανάκαμψη και τη μεταβατική δικαιοσύνη, ενόψει των προγραμματισμένων εθνικών εκλογών του 2030.
Ο κατακερματισμένος ενεργειακός τομέας
Μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις είναι η εδραίωση του ελέγχου της κυβέρνησης επί των ενεργειακών πόρων της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του πετρελαϊκού κοιτάσματος Ομάρ και του συγκροτήματος φυσικού αερίου Ταμπίγιε.
Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, ο έλεγχος της ενεργειακής βιομηχανίας κατακερματίστηκε, καθώς η Δαμασκός έχασε την πρόσβαση σε αρκετές σημαντικές εγκαταστάσεις παραγωγής στα πλούσια σε πετρέλαιο βορειοανατολικά της χώρας. Ενώ η κυβέρνηση συνέχισε να εποπτεύει την παραγωγή φυσικού αερίου σε περιοχές της κεντρικής Συρίας, η εδαφική διαίρεση περιέπλεξε τη διαχείριση των ενεργειακών πόρων, διέκοψε τις εφοδιαστικές αλυσίδες και περιόρισε τη δυνατότητα του κράτους να δημιουργεί έσοδα.
Η κατάσταση αυτή άλλαξε ριζικά το 2026. Μια ιστορική συμφωνία μεταξύ της μεταβατικής κυβέρνησης και των υπό κουρδική ηγεσία Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) άνοιξε τον δρόμο για την ενσωμάτωση των δυνάμεων των SDF στις κρατικές δομές. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να ενοποιήσει πλήρως τη διακυβέρνηση του ενεργειακού τομέα, διασφαλίζοντας τη σταθερότητα. Παράλληλα, η άρση των κυρώσεων των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ακολούθησε την πτώση του καθεστώτος Άσαντ, σε συνδυασμό με την επανασύνδεση της χώρας στο διεθνές σύστημα τραπεζικών μεταφορών SWIFT, ήρε τα γραφειοκρατικά και οικονομικά εμπόδια, καθιστώντας τη Συρία έναν ελκυστικό προορισμό για διεθνείς επενδύσεις.
Ο ξένες επενδύσεις
Πριν από το ξέσπασμα της σύγκρουσης το 2011, η Συρία παρήγαγε κατά μέσο όρο 380.000 βαρέλια αργού πετρελαίου την ημέρα και 900 εκατομμύρια κυβικά πόδια φυσικού αερίου. Ο πόλεμος συρρίκνωσε δραματικά αυτά τα νούμερα, μειώνοντας την παραγωγή πετρελαίου κατά 80% και του φυσικού αερίου στο μισό, σύμφωνα με στοιχεία της Wood Mackenzie. Παρά την καταστροφή, η Συρία εξακολουθεί να διαθέτει εκτιμώμενα αποθέματα 1,3 δισεκατομμυρίων βαρελιών ισοδυνάμου πετρελαίου, καθώς και τεράστιες ανεξερεύνητες χερσαίες εκτάσεις και έναν εντελώς παρθένο θαλάσσιο (offshore) τομέα. Η εισροή ξένων κεφαλαίων θεωρείται το «κλειδί» για την επιτάχυνση της ανάκαμψης των ορυκτών πόρων.
Το μεγάλο άλμα έγινε τον φετινό Μάιο, όταν η Συρία ανακοίνωσε την παραχώρηση ενός θαλάσσιου οικοπέδου για το πρώτο της έργο εξερεύνησης πετρελαίου και φυσικού αερίου σε βαθιά ύδατα. Το έργο θα αναπτυχθεί από κοινού από τον αμερικανικό κολοσσό Chevron, την UCC Holding του Κατάρ και τη Συριακή Εταιρεία Πετρελαίου (SPC). Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει την ικανότητα της κυβέρνησης να προσελκύει κορυφαίους παγκόσμιους παίκτες, ενώ και άλλες ενεργειακές εταιρείες από τις ΗΠΑ έχουν εκδηλώσει έντονο ενδιαφέρον για συμμετοχή σε συριακά έργα, διευρύνοντας τις επενδυτικές προοπτικές.
Μια γεωπολιτική «γέφυρα» για την Ευρώπη
Οι τρέχουσες γεωπολιτικές προκλήσεις στην παγκόσμια ενεργειακή σκακιέρα ενισχύουν περαιτέρω τις προοπτικές της Συρίας. Οι περιορισμοί που επιβάλλει το Ιράν στο ενεργειακό εμπόριο μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν στρέψει το διεθνές ενδιαφέρον στη Συρία ως μια εναλλακτική, ασφαλή διαδρομή διαμετακόμισης. Αγωγοί που θα μεταφέρουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο από τον Περσικό Κόλπο προς τη Μεσόγειο μπορούν πλέον να διέλθουν από το συριακό έδαφος.
Επιπλέον, τα βόρεια σύνορα της Συρίας με την Τουρκία προσφέρουν άμεση πρόσβαση στα μεγάλα υφιστάμενα δίκτυα αγωγών που τροφοδοτούν την Ευρώπη. Με τις κατάλληλες επενδύσεις, η Συρία μπορεί να λειτουργήσει ως μια στρατηγική «ενεργειακή χερσαία γέφυρα» παράκαμψης των Στενών του Ορμούζ, μια εκτίμηση που υποστηρίζεται θερμά και από σχετικές αναλύσεις του Ινστιτούτου Baker (Baker Institute).
Η πράσινη στροφή
Παράλληλα με την αναζωογόνηση των παραδοσιακών πηγών ενέργειας, η μεταβατική κυβέρνηση υλοποιεί ένα εντυπωσιακό πλάνο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ). Ήδη, μικρής κλίμακας ηλιακά έργα έχουν αρχίσει να αλλάζουν το τοπίο στην επαρχία, με τις εκτιμήσεις να δείχνουν ότι η αυτόνομη (off-grid) ηλιακή ισχύς της χώρας εκτοξεύτηκε από τα 250 MW το 2022 σε πάνω από 2 GW το 2025.
Η κυβέρνηση στοχεύει πλέον σε έργα μεγάλης κλίμακας:
- Συμφωνία Μαμούθ 7 δισ. δολαρίων (Ιούνιος 2025): Υπογράφηκε με κοινοπραξία εταιρειών από το Κατάρ, την Τουρκία και τις ΗΠΑ για την πλήρη ανοικοδόμηση του ηλεκτρικού δικτύου. Περιλαμβάνει την κατασκευή τεσσάρων εργοστασίων παραγωγής ενέργειας με καύση αερίου και ενός γιγαντιαίου ηλιακού πάρκου ισχύος 1 GW. Το έργο θα προσθέσει συνολικά 5 GW στο δίκτυο, καλύπτοντας σχεδόν το μισό της τρέχουσας εγχώριας ζήτησης.
- Σύμπραξη με την ACWA Power (Σεπτέμβριος 2025): Υπογραφή Συμφωνίας Κοινής Ανάπτυξης με τον σαουδαραβικό ενεργειακό όμιλο για τον εντοπισμό κατάλληλων τοποθεσιών. Ο στόχος είναι η ανάπτυξη 1 GW φωτοβολταϊκών και 1,5 GW αιολικής ενέργειας, σε συνδυασμό με συστήματα αποθήκευσης μπαταριών μεγάλης κλίμακας για τη διασφάλιση της σταθερότητας του δικτύου.
- Το Αιολικό Πάρκο της Χομς (Φεβρουάριος): Συμφωνία με την εταιρεία Marv Energy, με έδρα το Ντουμπάι, για την κατασκευή αιολικού πάρκου ισχύος 700 MW. Το έργο προβλέπει την εγκατάσταση 140 ανεμογεννητριών, οι οποίες θα κατασκευαστούν εγχώρια στο εργοστάσιο της εταιρείας στην πόλη Χομς της δυτικής Συρίας, ενισχύοντας την τοπική απασχόληση. Ο ορίζοντας ολοκλήρωσης είναι πέντε έως επτά έτη.
Η πράσινη στρατηγική ολοκληρώνεται με τη στροφή στα υδροηλεκτρικά έργα. Πριν από λίγες ημέρες, τον Οκτώβριο, το Υπουργείο Ενέργειας εξέδωσε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για το φιλόδοξο έργο του Φράγματος Halabiya-Zalabiya στον ποταμό Ευφράτη. Με εκτιμώμενο κόστος επένδυσης 1,16 δισεκατομμύρια δολάρια, το έργο περιλαμβάνει την κατασκευή ενός φράγματος μήκους 1.200 μέτρων και ύψους 23 μέτρων. Εκεί θα φιλοξενηθεί ένας υδροηλεκτρικός σταθμός ισχύος 81 MW (με τρεις στροβίλους των 27 MW) καθώς και μια μονάδα αντλησιοταμίευσης ισχύος 1,2 GW, η οποία θα λειτουργεί ως φυσική «μπαταρία» για το εθνικό δίκτυο.
Το στοίχημα του μέλλοντος
Ωστόσο, η επιτυχία της στρατηγικής δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό των έργων που ανακοινώνονται. Οι συμφωνίες πρέπει να μετατραπούν σε χρηματοδοτούμενες κατασκευές, λειτουργικές εγκαταστάσεις και αξιόπιστες προμήθειες ηλεκτρικής ενέργειας και καυσίμων. Οι επενδυτές θα χρειαστούν διαβεβαιώσεις ότι οι συμβάσεις θα τηρούνται, οι υποδομές θα προστατεύονται και το κανονιστικό πλαίσιο θα παραμένει προβλέψιμο.
Η χώρα θα πρέπει επίσης να εξισορροπήσει τις επενδύσεις σε ενεργειακά έργα που προορίζονται για εξαγωγές με τις άμεσες ανάγκες των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, οι οποίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αναξιόπιστη ηλεκτροδότηση και κατεστραμμένες υποδομές.
Ο μετασχηματισμός αυτός δεν θα πραγματοποιηθεί από τη μια μέρα στην άλλη. Ωστόσο, οι τεράστιες ανάγκες ανοικοδόμησης, οι ανεκμετάλλευτοι φυσικοί πόροι και η στρατηγική θέση της χώρας ανάμεσα στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη προσφέρουν στη Συρία την ευκαιρία να μετατρέψει τον ενεργειακό της τομέα από θύμα των συγκρούσεων σε κινητήρια δύναμη οικονομικής ανάκαμψης.
Διαβάστε ακόμη
