Μπορεί ο παγκόσμιος στόχος για εξηλεκτρισμό 35% έως το 2035, από περίπου 20% σήμερα, να βρίσκεται στην κορυφή της ατζέντας που προωθεί η τουρκική προεδρία ενόψει της COP31, ωστόσο παραμένει ένα κρίσιμο ερώτημα: Από πού θα προέρχεται η ηλεκτρική ενέργεια και πόσο «πράσινη» θα είναι τελικά;

Η αύξηση του μεριδίου του ηλεκτρισμού στην τελική κατανάλωση ενέργειας θεωρείται βασικό εργαλείο για την απανθρακοποίηση της οικονομίας. Από τις μεταφορές και τη θέρμανση έως τη βιομηχανία, η αντικατάσταση του πετρελαίου και του φυσικού αερίου από πιο «πράσινες» λύσεις μπορεί να περιορίσει τις εκπομπές, αλλά και να βελτιώσει την ενεργειακή αποδοτικότητα. Η μετάβαση, ωστόσο, δεν είναι αυτομάτως πράσινη, καθώς εάν το ρεύμα εξακολουθεί να παράγεται από άνθρακα και φυσικό αέριο, το περιβαλλοντικό όφελος περιορίζεται σημαντικά. Αυτή είναι και η βασική πρόκληση για την τουρκική προεδρία της COP31, που ξεκινά στις 9 Νοεμβρίου στην Αττάλεια, σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα Handelsblatt. Ο στόχος που ανακοινώθηκε τον Ιούνιο προβλέπει την αύξηση του μεριδίου του ηλεκτρισμού στην παγκόσμια τελική κατανάλωση ενέργειας στο 35% έως το 2035. Η φιλοδοξία είναι σαφής, η επίτευξή της όμως προϋποθέτει όχι μόνο περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια, αλλά και μια αποφασιστική στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Ο Μαρκ Βάισγκερμπερ, επικεφαλής της δεξαμενής σκέψης E3G στη Γερμανία, προειδοποιεί ότι ο εξηλεκτρισμός από μόνος του δεν συνιστά πράσινη μετάβαση. Παράλληλα, εκτιμά ότι η επίτευξη μιας δεσμευτικής συμφωνίας για τον στόχο του 35%, με σαφή πρόβλεψη υπέρ των ΑΠΕ, θα είναι πολιτικά δύσκολη. Ένας συμβιβασμός με ηπιότερες διατυπώσεις θα μπορούσε, ωστόσο, να αποτελέσει αφετηρία για περαιτέρω πρόοδο, σύμφωνα με τον ίδιο.

Τα οφέλη του εξηλεκτρισμού

Η σημασία του εξηλεκτρισμού δεν περιορίζεται στην προστασία του κλίματος, αλλά συνδέεται άμεσα και με την ενεργειακή ασφάλεια και το ενεργειακό κόστος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γερμανία, η οποία δαπανά περίπου 80 δισ. ευρώ ετησίως για την εισαγωγή ορυκτών καυσίμων. Παράλληλα, η αξιοποίησή τους συνοδεύεται από σημαντικές ενεργειακές απώλειες: στους κινητήρες εσωτερικής καύσης, στους λέβητες φυσικού αερίου και σε πολλές βιομηχανικές διεργασίες, ένα μέρος της ενέργειας που περιέχεται στα καύσιμα μετατρέπεται σε θερμότητα και δεν αξιοποιείται για τον σκοπό για τον οποίο καταναλώνεται.

Αντίθετα, τεχνολογίες όπως οι ηλεκτροκινητήρες και οι αντλίες θερμότητας μπορούν να αξιοποιούν την ενέργεια πολύ πιο αποδοτικά. Για παράδειγμα, μια αντλία θερμότητας μπορεί να αποδίδει πολλαπλάσια θερμική ενέργεια από την ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνει, καθώς μεταφέρει θερμότητα από το περιβάλλον αντί να βασίζεται αποκλειστικά στην καύση ενός καυσίμου. Το όφελος, βέβαια, ως προς τις εκπομπές εξαρτάται και από το πώς παράγεται το ηλεκτρικό ρεύμα.

Παρά τις δυνατότητες αυτές, η Γερμανία εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα ορυκτά καύσιμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, αυτά καλύπτουν περίπου το 78% της ενεργειακής της κατανάλωσης, ενώ το μερίδιο του ηλεκτρισμού βρίσκεται λίγο πάνω από το 20%. Η εικόνα διαφέρει σε χώρες όπως η Κίνα, η Ιαπωνία και η Σουηδία, όπου το ποσοστό της ενέργειας που καταναλώνεται με τη μορφή ηλεκτρισμού έχει φτάσει στο 30%-33%.  Σε αυτό το πλαίσιο, η Κομισιόν έχει θέσει προς συζήτηση έναν στόχο αύξησης του εξηλεκτρισμού στο 46% έως το 2040. Η επιδίωξη είναι να επιταχυνθεί η αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων σε τομείς όπως οι μεταφορές και η θέρμανση, μέσω της διάδοσης των ηλεκτρικών αυτοκινήτων και των αντλιών θερμότητας. Η πρόταση, ωστόσο, δεν έχει ακόμη εξασφαλίσει πλήρη συμφωνία σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς παραμένουν διαφωνίες τόσο για το ύψος του στόχου όσο και για τον τρόπο εφαρμογής του.

Διαβάστε ακόμη