Μέχρι το τέλος Οκτωβρίου θα πρέπει οι επιχειρήσεις που εντάσσονται στο πρόγραμμα «Συστήματα Αποθήκευσης στις Επιχειρήσεις» να έχουν υλοποιήσει την επένδυση για την προσθήκη συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας, προκειμένου να αποθηκεύουν την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από τα φωτοβολταϊκά. Μετά από σημαντική καθυστέρηση στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του προγράμματος, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας προχώρησε στην επόμενη φάση της διαδικασίας, δίνοντας τη δυνατότητα στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να κινηθούν προς την ολοκλήρωση των επενδύσεών τους.
Η πορεία του προγράμματος, ωστόσο, χαρακτηρίστηκε από διαδοχικές παρατάσεις, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε καθεστώς αβεβαιότητας. Η παρατεταμένη αναμονή δημιούργησε ένα περιβάλλον «ομηρίας» για τους ενδιαφερόμενους, καθώς δεν ήταν σαφές εάν και με ποιον τρόπο θα προχωρούσε τελικά η χρηματοδότηση των επενδύσεων.
Σύμφωνα με πληροφορίες, παρά το γεγονός ότι είχαν παρέλθει οι προθεσμίες που είχαν τεθεί από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), βρέθηκε τελικά η απαραίτητη «φόρμουλα», ώστε η χρηματοδότηση να προέλθει από το συγκεκριμένο ταμείο και όχι από κάποιο άλλο πρόγραμμα.
Η εξέλιξη αυτή ανοίγει τον δρόμο για την προώθηση των επενδύσεων που έχουν ενταχθεί προσωρινά στο πρόγραμμα, με τις επιχειρήσεις να καλούνται πλέον να ολοκληρώσουν τις απαιτούμενες διαδικασίες και να προχωρήσουν στην υλοποίηση των έργων τους μέσα στα προβλεπόμενα χρονικά περιθώρια.
Στο πλαίσιο της επόμενης φάσης, οι ενδιαφερόμενοι έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν ενστάσεις έως και τις 25 Σεπτεμβρίου. Η διαδικασία υποβολής πραγματοποιείται αποκλειστικά ηλεκτρονικά, μέσω της σχετικής πλατφόρμας, ενώ κάθε ένσταση θα πρέπει να συνοδεύεται από την κατάλληλη τεκμηρίωση.
Ακτινογραφία των επιλέξιμων επιχειρήσεων
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του σχετικού πίνακα, οι προσωρινά επιλέξιμες αιτήσεις ανέρχονται σε 209, με τη συνολική επιλέξιμη ενίσχυση να διαμορφώνεται σε 8.153.922,25 ευρώ.
Η συγκεκριμένη ενίσχυση αφορά την επιδότηση συστημάτων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, με χωρητικότητα αποθήκευσης έως δύο ωρών. Από την εικόνα των προσωρινά επιλέξιμων αιτήσεων προκύπτει ότι οι επιδοτήσεις συνδέονται, κατά συντριπτική πλειοψηφία, με μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες επιδιώκουν να ενισχύσουν την ενεργειακή τους αυτονομία και να περιορίσουν το κόστος λειτουργίας τους.
Το ποσοστό της επιδότησης φτάνει έως το 50%, ενώ το είδος της σύνδεσης των φωτοβολταϊκών συστημάτων αφορά είτε το net billing είτε το zero feed-in. Παράλληλα, το ύψος της ενίσχυσης μπορεί να αγγίξει ακόμη και τις 400.000 ευρώ.
Η καταληκτική ημερομηνία υλοποίησης της επένδυσης για κάθε ωφελούμενο έχει οριστεί η 31η Οκτωβρίου 2026, με τις επιχειρήσεις να καλούνται να ολοκληρώσουν έως τότε τις προβλεπόμενες παρεμβάσεις.
Η συγκεκριμένη επένδυση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις επιχειρήσεις που έχουν ήδη εγκαταστήσει φωτοβολταϊκά στις στέγες των εγκαταστάσεών τους τα προηγούμενα χρόνια, με βασικό στόχο την εξοικονόμηση χρημάτων από την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Ωστόσο, η αξιοποίηση της παραγόμενης ενέργειας δεν περιορίζεται πλέον μόνο στις ώρες ηλιοφάνειας. Η προσθήκη μπαταριών επιτρέπει την αποθήκευση της περίσσειας ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από τα φωτοβολταϊκά και τη μεταγενέστερη χρήση της, ιδιαίτερα κατά τις βραδινές ώρες, όταν δεν υπάρχει παραγωγή από τα φωτοβολταϊκά συστήματα. Με αυτόν τον τρόπο, οι επιχειρήσεις μπορούν να αξιοποιούν την ενέργεια που έχουν ήδη παραγάγει και αποθηκεύσει, περιορίζοντας την ανάγκη αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από το δίκτυο και, κατ’ επέκταση, το ενεργειακό τους κόστος.
Η ανάγκη των επιχειρήσεων για περαιτέρω εξοικονόμηση ενέργειας
Η ανάγκη για περαιτέρω εξοικονόμηση ενέργειας συνδέεται άμεσα με τις συνεχιζόμενες πιέσεις που δέχεται το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων. Οι αυξήσεις στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, των καυσίμων, αλλά και των πρώτων υλών και προμηθειών εξακολουθούν να επιβαρύνουν σημαντικά την καθημερινή λειτουργία τους, περιορίζοντας τα περιθώρια οικονομικής τους αντοχής.
Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία της έρευνας του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ για το πρώτο εξάμηνο του 2026, σύμφωνα με την οποία το λειτουργικό κόστος παραμένει ο κυριότερος επιβαρυντικός παράγοντας για τις επιχειρήσεις.
Ειδικότερα, σε σύγκριση με το 2025, το 73,3% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι πληρώνει ακριβότερα την ηλεκτρική ενέργεια, το 73,2% τα καύσιμα και το 77,5% τις πρώτες ύλες και τις προμήθειες που χρειάζεται για τη λειτουργία του. Οι μεσοσταθμικές αυξήσεις διαμορφώνονται αντίστοιχα στο 26,03%, στο 27,75% και στο 24,75%.
Όπως επισημαίνεται στην έρευνα, η επιβάρυνση αυτή μετακυλίεται εν μέρει στις τελικές τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, το 40,3% των επιχειρήσεων προχώρησε σε ανατιμήσεις, έναντι μόλις του 7,2% που προχώρησε σε μειώσεις τιμών. Η εξέλιξη αυτή ανατρέπει τη σταδιακή αποκλιμάκωση των διαδοχικών ανατιμήσεων που είχε καταγραφεί κατά τα προηγούμενα πέντε εξάμηνα.
Διαβάστε ακόμη
