Η θέρμανση των ελληνικών νοικοκυριών βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη αλλαγή των τελευταίων δεκαετιών. Η ενεργειακή κρίση των προηγούμενων ετών, η μεταβλητότητα στις τιμές των ορυκτών καυσίμων, οι ευρωπαϊκοί στόχοι για μείωση των εκπομπών άνθρακα και τα προγράμματα επιδότησης έχουν επιταχύνει μια αλλαγή που μέχρι πρόσφατα εξελισσόταν με αργούς ρυθμούς. Στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης βρίσκονται οιαντλίες θερμότητας, που το 2026 καταγράφουν την καλύτερη χρονιά τους έως σήμερα στην ελληνική αγορά αντλιών θερμότητας, καθώς οι πωλήσεις ενισχύονται σημαντικά από το πρόγραμμα Αλλάζω Σύστημα Θέρμανσης και Θερμοσίφωνα, αλλά και από τη γενικότερη στροφή των καταναλωτών προς πιο αποδοτικές τεχνολογίες.
Παράλληλα, η ευρωπαϊκή πολιτική για την απανθρακοποίηση των κτιρίων δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον, στο οποίο οι ηλεκτρικές λύσεις θέρμανσης αναμένεται να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο τα επόμενα χρόνια.
Η εικόνα της ελληνικής αγοράς
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία που παρουσιάζει ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι η διείσδυση των αντλιών θερμότητας στην Ελλάδα έχει ήδη αποκτήσει σημαντική δυναμική. Το συνολικό εγκατεστημένο απόθεμα, σύμφωνα με στοιχεία του 2023 ανέρχεται σε περίπου 633.000 μονάδες, εκ των οποίων η συντριπτική πλειονότητα αφορά αερόθερμες αντλίες θερμότητας, ενώ μικρότερο αλλά αυξανόμενο τμήμα αφορά γεωθερμικά συστήματα. Συγκεκριμένα:
- Συνολικό εγκατεστημένο απόθεμα: 633.573 μονάδες
- Αερόθερμες αντλίες θερμότητας: 628.983 μονάδες
- Γεωθερμικές αντλίες θερμότητας: 4.590 μονάδες
- Πυκνότητα εγκαταστάσεων: περίπου 61 αντλίες ανά 1.000 κατοίκους
- Εγκατεστημένη θερμική ισχύς: περίπου 11.517 MW
Η τεχνολογία που κυριαρχεί στην ελληνική αγορά είναι η αερόθερμη αντλία θερμότητας αέρα–αέρα, καθώς προσαρμόζεται καλύτερα στις κλιματικές συνθήκες της χώρας και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για θέρμανση όσο και για ψύξη.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με βορειότερες ευρωπαϊκές χώρες: τις ηπιότερες θερμοκρασίες κατά τους χειμερινούς μήνες. Ωστόσο, η υψηλή ανάγκη για ψύξη το καλοκαίρι καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικές τις λύσεις που μπορούν να καλύψουν και τις δύο ανάγκες.
Από τον λέβητα φυσικού αερίου στην ηλεκτρική θέρμανση
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, περίπου 800.000 ελληνικά νοικοκυριά χρησιμοποιούν λέβητες φυσικού αερίου για θέρμανση, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο 18% του συνόλου των κατοικιών.
Η σταδιακή αντικατάσταση αυτών των συστημάτων αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της ενεργειακής μετάβασης, καθώς οι αντλίες θερμότητας μπορούν να προσφέρουν σημαντικά υψηλότερη ενεργειακή απόδοση.
Σε σύγκριση με έναν συμβατικό λέβητα φυσικού αερίου, μια σύγχρονη ηλεκτρική αντλία θερμότητας μπορεί να μειώσει την τελική κατανάλωση ενέργειας έως και κατά 77%, ενώ η μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα μπορεί να φτάσει περίπου το 72%.
Η τελική εξοικονόμηση, ωστόσο, δεν είναι ίδια για όλα τα κτίρια. Εξαρτάται από:
- το επίπεδο θερμομόνωσης,
- την ενεργειακή κατηγορία του κτιρίου,
- την ποιότητα εγκατάστασης,
- την απόδοση της αντλίας,
- τις συνήθειες των χρηστών.
Στην Ελλάδα η μέση τελική ενεργειακή κατανάλωση για θέρμανση χώρων υπολογίζεται περίπου στις 54 kWh ανά τετραγωνικό μέτρο ετησίως, γεγονός που δείχνει ότι υπάρχει σημαντικό περιθώριο βελτίωσης μέσα από ενεργειακές αναβαθμίσεις.
Το μεγάλο στοίχημα των παλιών κτιρίων
Η μετάβαση στις αντλίες θερμότητας συνδέεται άμεσα με την κατάσταση του ελληνικού κτιριακού αποθέματος. Περίπου το 83% των ελληνικών κτιρίων κατασκευάστηκε πριν από το 2000, δηλαδή πριν εφαρμοστούν αυστηρότερες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος των κατοικιών χρειάζεται πρώτα παρεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης ώστε οι νέες τεχνολογίες θέρμανσης να αποδώσουν στο μέγιστο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στόχο τον διπλασιασμό των ρυθμών ενεργειακής ανακαίνισης των κτιρίων έως το 2030, καθώς η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας θεωρείται εξίσου σημαντική με την αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων.
Η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει ιδιαίτερες ιδιαιτερότητες:
- οι βαθμοημέρες θέρμανσης είναι περίπου 51% χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ,
- οι βαθμοημέρες ψύξης είναι περίπου 299% υψηλότερες.
Με απλά λόγια, η χώρα χρειάζεται λιγότερη ενέργεια για θέρμανση σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά πολύ περισσότερη για κλιματισμό λόγω του θερμότερου κλίματος.
Το οικονομικό δίλημμα: ηλεκτρικό ρεύμα ή φυσικό αέριο;
Η οικονομική ανταγωνιστικότητα των αντλιών θερμότητας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη σχέση μεταξύ της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου.
Στην Ελλάδα, ο λόγος τιμής ηλεκτρικής ενέργειας προς φυσικό αέριο διαμορφώθηκε στο 2,62 για τα νοικοκυριά κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, ενώ για τους μη οικιακούς καταναλωτές έφτασε το 3,61.
Οι αντλίες θερμότητας θεωρούνται οικονομικά ανταγωνιστικές όταν η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας δεν υπερβαίνει περίπου το τριπλάσιο της τιμής του φυσικού αερίου, λόγω της πολύ υψηλότερης απόδοσής τους.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και σε περιόδους υψηλών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, η τεχνολογία μπορεί να παραμένει συμφέρουσα, καθώς για κάθε μονάδα ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνει μπορεί να αποδώσει πολλαπλάσια θερμική ενέργεια.
Καταλύτης το πρόγραμμα Αλλάζω Σύστημα Θέρμανσης και Θερμοσίφωνα
Η μεγάλη επιτάχυνση της αγοράς αντλιών θερμότητας στην Ελλάδα που καταγράφεται τη φετινή χρονιά δεν οφείλεται μόνο στις αλλαγές στις ενεργειακές τιμές ή στους ευρωπαϊκούς στόχους. Καθοριστικό ρόλο έχει διαδραματίσει η ενεργοποίηση προγραμμάτων οικονομικής στήριξης που μειώνουν το αρχικό κόστος επένδυσης για τα νοικοκυριά.
Το κόστος εγκατάστασης μιας αντλίας θερμότητας παραμένει ένας από τους βασικούς ανασταλτικούς παράγοντες για τους καταναλωτές, καθώς η αρχική δαπάνη είναι σημαντικά υψηλότερη σε σχέση με την αντικατάσταση ενός συμβατικού συστήματος θέρμανσης.
Μέσω των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων, η επιδότηση μπορεί να καλύψει έως και το 50% του κόστους εγκατάστασης, μειώνοντας σημαντικά τον χρόνο απόσβεσης της επένδυσης.
Το πρόγραμμα Αλλάζω Σύστημα Θέρμανσης και Θερμοσίφωνα αποτέλεσε τον βασικό μοχλό της φετινής εκρηκτικής ανόδου. Η ανταπόκριση των καταναλωτών ξεπέρασε τις αρχικές εκτιμήσεις, καθώς χιλιάδες νοικοκυριά έσπευσαν να αντικαταστήσουν παλαιότερα ενεργειακά συστήματα με πιο αποδοτικές λύσεις.
‘Οπως έγραφε το energygame.gr, ολοκληρώθηκαν περισσότερες από 29.000 εγκαταστάσεις αντλιών θερμότητας στο πλαίσιο του προγράμματος, ενώ σημαντικός αριθμός εγκεκριμένων επιταγών βρίσκεται σε διαδικασία υλοποίησης.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια αλλαγή συμπεριφοράς των καταναλωτών. Ενώ τα προηγούμενα χρόνια πολλοί ιδιοκτήτες ανέβαλαν την επένδυση περιμένοντας καλύτερες οικονομικές συνθήκες, σήμερα η ενεργειακή αβεβαιότητα και η ανάγκη περιορισμού των λογαριασμών οδηγούν σε ταχύτερες αποφάσεις.
2026: Χρονιά ρεκόρ για την ελληνική αγορά αντλιών θερμότητας
Με δεδομένη την ώθηση που έδωσε το Αλλάζω Σύστημα Θέρμανσης και Θερμοσίφωνα, η εγχώρια αγορά οδηγείται σε νέο ιστορικό υψηλό το 2026, καθώς οι πωλήσεις παρουσιάζουν έντονη άνοδο ήδη από τους πρώτους μήνες του έτους.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, ήδη από τους πρώτους μήνες του έτους καταγράφηκε άνοδος στις πωλήσεις κυρίως λόγω του προγράμματος επιδότησης. Είναι ενδεικτικό ότι ήδη μόνο στους πρώτους μήνες του έτους οι εκτιμήσεις έκαναν λόγο για πωλήσεις περί των 20.000–25.000 αντλιών θερμότητας, Πρόκειται για μία αύξηση περίπου 50% συγκριτικά με την ίδια περίοδο του περασμένου έτους γεγονός που δείχνει ότι η τεχνολογία περνά πλέον από τη φάση της σταδιακής υιοθέτησης στη φάση της μαζικότερης διάδοσης.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με γνώστες της αγοράς, έως σήμερα, η ελληνική αγορά αντλιών θερμότητας κινούνταν σε επίπεδα περίπου 22.000–25.000 πωλήσεων ετησίως. Η καλύτερη επίδοση που έχει καταγραφεί έως τώρα ήταν περίπου 25.000–28.000 μονάδες. Για το 2026, οι εκτιμήσεις της αγοράς κάνουν λόγο για νέο ρεκόρ, με τις συνολικές πωλήσεις να μπορούν να προσεγγίσουν τις 30.000 αντλίες θερμότητας.
Ωστόσο, η τελική εικόνα θα εξαρτηθεί από την πορεία του δεύτερου εξαμήνου που αναμένεται να καταγραφεί επιβράδυνση των ρυθμών πωλήσεων μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος επιδότησης.
Διαβάστε ακόμα
