Ένα νέο «διαβατήριο» ενεργειακής και υδατικής απόδοσης αποκτούν τα data centers στην Ευρώπη, καθώς η Κομισιόν βάζει για πρώτη φορά κοινή βαθμολογία στις εγκαταστάσεις άνω των 500 kW, σε μια περίοδο που η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης εκτοξεύει τις ανάγκες τους σε ηλεκτρισμό και νερό. Το νέο ευρωπαϊκό σήμα θα κατατάσσει τα κέντρα δεδομένων σε κλίμακα από το Α έως το G, θα συνοδεύεται από QR code και θα επιτρέπει ουσιαστικά να φαίνεται με μια ματιά πόσο αποτελεσματικά μια εγκατάσταση χρησιμοποιεί δύο από τους πολυτιμότερους πόρους που χρειάζεται για να λειτουργήσει: την ενέργεια και το νερό.

Και κάπου εδώ η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία αποκτά ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον. Την ώρα που στη χώρα έχουν συσσωρευτεί αιτήματα σύνδεσης για data centers συνολικής ισχύος περίπου 5 GW, ενώ στη Δυτική Μακεδονία βρίσκεται στο τραπέζι η ανάπτυξη μιας υποδομής 300 MW με προοπτική να φτάσει ακόμη και το 1 GW στο πλαίσιο της συνεργασίας ΔΕΗ και Amazon Web Services, αλλάζει σταδιακά και ο τρόπος με τον οποίο θα κρίνονται αυτές οι επενδύσεις. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσα δισεκατομμύρια φέρνουν και πόσα MW ηλεκτρικού χώρου ζητούν, αλλά πόσο αποδοτικά χρησιμοποιούν αυτή την ενέργεια, από πού την προμηθεύονται, πόσο νερό χρειάζονται, τι επιστρέφουν στο ενεργειακό σύστημα και πόσο επιβαρύνουν τις υποδομές που τις φιλοξενούν.

Αυτό ακριβώς επιχειρεί να κάνει ο νέος μηχανισμός των Βρυξελλών μετρήσιμο και συγκρίσιμο. Το ευρωπαϊκό σήμα δεν θα αποτελεί μια γενική «πράσινη» πιστοποίηση, αλλά θα παράγεται ηλεκτρονικά από τα στοιχεία που δηλώνουν οι φορείς εκμετάλλευσης των data centers στην ευρωπαϊκή βάση δεδομένων. Θα αναγράφει, μεταξύ άλλων, την εγκατάσταση, τον φορέα λειτουργίας της, την τοποθεσία και το μέγεθός της, την περίοδο στην οποία αναφέρονται τα δεδομένα και την ενεργειακή και υδατική της επίδοση, ενώ μέσω QR code θα είναι δυνατή η πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες.

Από το Α έως το G για ρεύμα και νερό

Η βαθμολογία θα πατά πάνω σε συγκεκριμένους αριθμούς. Στην ενεργειακή απόδοση, βασικό μέτρο είναι ο δείκτης PUE (Power Usage Effectiveness), ο οποίος δείχνει πόση συνολική ενέργεια απαιτείται για κάθε μονάδα ενέργειας που καταλήγει στον ίδιο τον υπολογιστικό εξοπλισμό, σύμφωνα με δημοσίευμα της LES ECHOS.

Όσο πιο κοντά βρίσκεται ο δείκτης στο 1 τόσο αποδοτικότερο είναι το data center. Ως εκ τούτου, στην ευρωπαϊκή κλίμακα, εγκαταστάσεις με PUE έως 1,15 παίρνουν ενεργειακή κλάση Α, από 1,15 έως 1,25 κλάση Β, από 1,25 έως 1,35 κλάση C, ενώ στο άλλο άκρο όσα ξεπερνούν το 1,9 κατατάσσονται στην κλάση G.

Η εικόνα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο ευρωπαϊκός μέσος όρος PUE για το 2024 διαμορφώθηκε στο 1,36. Υπάρχουν όμως μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών, με τις εθνικές επιδόσεις να κινούνται από 1,15 έως 1,66. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι τα μικρότερα data centers, ισχύος 500 έως 1.000 kW, εμφάνισαν μέσο PUE 1,64, ενώ οι μεγαλύτερες και συνήθως νεότερες εγκαταστάσεις τείνουν να είναι αποδοτικότερες.

Ξεχωριστή βαθμολογία θα υπάρχει και για το νερό. Εδώ το «θερμόμετρο» είναι ο δείκτης WUE (Water Usage Effectiveness), δηλαδή πόσο νερό χρησιμοποιεί η εγκατάσταση σε σχέση με την ενέργεια που καταναλώνει ο υπολογιστικός της εξοπλισμός. Κλάση Α παίρνουν εγκαταστάσεις με WUE έως 0,1, ενώ όσες ξεπερνούν το 1 καταλήγουν στην κλάση G. Η μέση ευρωπαϊκή επίδοση το 2024 ήταν 0,58, αλλά οι διαφορές μεταξύ των χωρών ήταν τεράστιες, από 0,07 έως 1,28, καθώς η κατανάλωση εξαρτάται τόσο από την τεχνολογία ψύξης όσο και από τις κλιματικές συνθήκες.

Το τελευταίο έχει προφανές ενδιαφέρον και για την Ελλάδα. Ένα data center που λειτουργεί σε θερμότερο κλίμα καλείται να λύσει διαφορετική εξίσωση ψύξης από μια αντίστοιχη εγκατάσταση στη Φινλανδία ή στη Σουηδία. Επομένως, η υδατική αποδοτικότητα παύει να αποτελεί μια δευτερεύουσα περιβαλλοντική παράμετρο και γίνεται μετρήσιμο χαρακτηριστικό της ίδιας της επένδυσης.

Δεν μετρά μόνο πόσο ρεύμα καίει

Η ευρωπαϊκή αξιολόγηση, ωστόσο, δεν σταματά στους δύο αυτούς δείκτες. Η Κομισιόν εξετάζει συνολικά τέσσερις βασικές μετρήσεις: τον PUE για την ενεργειακή απόδοση, τον WUE για το νερό, τον Energy Reuse Factor (ERF) για την επαναχρησιμοποίηση ενέργειας και τον Renewable Energy Factor (REF) για τη συμμετοχή ανανεώσιμης ενέργειας στην τροφοδοσία.

Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη αλλαγή φιλοσοφίας. Ένα data center δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως ένα μεγάλο, αδιάλειπτο φορτίο που συνδέεται στο δίκτυο. Η Ευρώπη θέλει να γνωρίζει αν μπορεί να ενσωματωθεί καλύτερα σε αυτό, αν χρησιμοποιεί καθαρή παραγωγή, αν μπορεί να προσαρμόζει μέρος της κατανάλωσής του στις συνθήκες του συστήματος και αν αξιοποιεί τη θερμότητα που διαφορετικά θα χανόταν.

Η τελευταία παράμετρος κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι. Σύμφωνα με την Κομισιόν, εάν επαναχρησιμοποιούνταν περίπου το μισό της συνολικής απορριπτόμενης θερμότητας των ευρωπαϊκών data centers, η ποσότητα αυτή θα μπορούσε να αντιστοιχεί στις ανάγκες θέρμανσης περίπου τεσσάρων εκατομμυρίων νοικοκυριών. Τα πρώτα ευρωπαϊκά sustainability labels αναμένονται μέσα στο 2027, αφού προηγηθεί η δίμηνη περίοδος ελέγχου της σχετικής πράξης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Και μετά το σήμα έρχονται τα ελάχιστα όρια

Το πραγματικό βάρος της πρωτοβουλίας, πάντως, βρίσκεται ίσως σε αυτό που ακολουθεί. Η Κομισιόν έχει ήδη ανοίξει δημόσια διαβούλευση, έως τις 14 Δεκεμβρίου 2026, για τη θέσπιση minimum performance standards, δηλαδή ελάχιστων προτύπων απόδοσης για τα data centers που λειτουργούν στην Ευρώπη. Η νομοθετική πρόταση προγραμματίζεται για το δεύτερο τρίμηνο του 2027. Να σημειωθεί πως η Les Echos αναφέρει ότι το 2024, τα ευρωπαϊκά κέντρα δεδομένων κατανάλωσαν 68 TWh ηλεκτρικής ενέργειας, ένας αριθμός που αναμένεται σχεδόν να διπλασιαστεί έως το 2030, στις 114 TWh, δηλαδή πάνω από το 3% της συνολικής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας.

Επομένως, η βαθμολογία Α έως G λειτουργεί ως το πρώτο βήμα: κάνει ορατές και συγκρίσιμες τις επιδόσεις. Το επόμενο μπορεί να είναι πολύ πιο ουσιαστικό, καθώς η ΕΕ εξετάζει ελάχιστες απαιτήσεις που θα πρέπει να πληρούν νέες και υφιστάμενες εγκαταστάσεις.

Η υδατική βαθμολογία αποκτά ξεχωριστό βάρος για την Ελλάδα, αφού η ανάπτυξη των data centers συμπίπτει με μια περίοδο αυξανόμενης πίεσης στους υδατικούς πόρους. Και εδώ οι αριθμοί δείχνουν γιατί η τεχνολογία της κάθε εγκατάστασης μπορεί να κάνει τεράστια διαφορά. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση για την κατανάλωση νερού από τα κέντρα δεδομένων στην Ελλάδα, ένα υποθετικό data center ισχύος 100 MW και με συντελεστή χρήσης 90% μπορεί, ανάλογα με τον δείκτη WUE και την τεχνολογία ψύξης, να καταναλώνει από περίπου 240.000 έως 1,5 εκατ. κυβικά μέτρα νερού ετησίως. Πρόκειται για διαφορά μεγαλύτερη των έξι φορών για την ίδια ακριβώς ισχύ.

Τα data centers δεν είναι εξ ορισμού «υδροβόρα» στον ίδιο βαθμό. Η αερόψυξη μπορεί να περιορίσει δραστικά ή ακόμη και να μηδενίσει την επιτόπια χρήση νερού, με τίμημα όμως μεγαλύτερη ενεργειακή κατανάλωση, ενώ η υδρόψυξη μειώνει τις ενεργειακές ανάγκες ψύξης αλλά αυξάνει τη χρήση νερού. Ο WUE έρχεται ακριβώς να αποτυπώσει αυτή τη διαφορά, μετρώντας τα λίτρα νερού που καταναλώνονται ανά kWh ενέργειας του εξοπλισμού IT.

Για την Ελλάδα, μάλιστα, η πραγματική πρόκληση δεν βρίσκεται τόσο στο εθνικό ισοζύγιο όσο στον χάρτη. Η έκθεση υπολογίζει ότι ακόμη και ένα μεγάλο υδρόψυκτο data center με κατανάλωση 1 εκατ. κυβικών μέτρων ετησίως αντιστοιχεί μόλις περίπου στο 0,01%-0,014% των συνολικών απολήψεων νερού της χώρας. Σε τοπικό επίπεδο, όμως, η ίδια ποσότητα ισοδυναμεί ενδεικτικά με το νερό που απαιτείται για την άρδευση περίπου 1.670 στρεμμάτων. Σε περιοχές όπου η ύδρευση, η γεωργία και νέες βιομηχανικές χρήσεις συναντώνται πάνω στον ίδιο περιορισμένο υδατικό πόρο, η εικόνα αλλάζει αισθητά.

Η αλλαγή έρχεται ενώ η κατανάλωση του κλάδου ανεβαίνει απότομα. Τα data centers στην Ευρώπη κατανάλωσαν περίπου 68 TWh ηλεκτρικής ενέργειας το 2024 και έως το 2030 εκτιμάται ότι θα φτάσουν τις 114 TWh, ξεπερνώντας το 3% της συνολικής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ. Ταυτόχρονα, η Ευρώπη θέλει να τριπλασιάσει τη δυναμικότητά της σε data centers μέσα στα επόμενα πέντε έως επτά χρόνια, καθώς η υπολογιστική ισχύς μετατρέπεται σε κρίσιμη υποδομή για την τεχνητή νοημοσύνη και την ψηφιακή κυριαρχία.

Το ελληνικό φίλτρο στα 5 GW αιτημάτων

Η ευρωπαϊκή στροφή συναντά την Ελλάδα σε μια στιγμή κατά την οποία και η εγχώρια αγορά αναζητεί τους δικούς της κανόνες για να ξεχωρίσει τα πραγματικά projects από τα σχέδια που δεσμεύουν ηλεκτρικό χώρο χωρίς να έχουν φτάσει σε επαρκές επίπεδο ωρίμανσης.

Μάλιστα, βρίσκεται στην τελική ευθεία το νέο ελληνικό πλαίσιο για τα data centers, με κριτήρια που αφορούν τόσο την οικονομική φερεγγυότητα των επενδυτών όσο και την προεργασία που έχει γίνει για την υλοποίηση κάθε επένδυσης. Στη συζήτηση έχουν μπει αυξημένες εγγυητικές επιστολές, περιβαλλοντικές εγκρίσεις και στοιχεία που αποδεικνύουν ότι έχει εξασφαλιστεί η γη όπου πρόκειται να αναπτυχθεί η εγκατάσταση.

Ο λόγος είναι πρακτικός. Τα αιτήματα σύνδεσης για data centers έχουν φτάσει σε έργα συνολικής ισχύος περίπου 5 GW, ένα μέγεθος που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απλή σειρά φακέλων, ιδιαίτερα σε ένα ηλεκτρικό σύστημα όπου ο διαθέσιμος χώρος δεν είναι ανεξάντλητος.

Στο ίδιο πλαίσιο έχει ανοίξει η συζήτηση για αλλαγές στη χρονική προτεραιότητα εξέτασης των αιτημάτων. Σήμερα ένα παλαιότερο project μπορεί να βρίσκεται σε περιοχή όπου το δίκτυο αδυνατεί να το εξυπηρετήσει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Διαχειριστής μπορεί αυτομάτως να το παρακάμψει για να εξετάσει ένα επόμενο έργο σε περιοχή με πραγματικά διαθέσιμη ισχύ. Το αποτέλεσμα είναι ότι η «ουρά» μπορεί να μπλοκάρει ακόμη και επενδύσεις με μεγαλύτερες πιθανότητες να προχωρήσουν.

Το μεγάλο τεστ της Δυτικής Μακεδονίας

Και ενώ το ελληνικό πλαίσιο επιχειρεί να ξεκαθαρίσει ποια projects είναι ώριμα, η συνεργασία ΔΕΗ και Amazon Web Services στη Δυτική Μακεδονία ανεβάζει απότομα την κλίμακα της συζήτησης.

Το σχέδιο αφορά σε πρώτη φάση data center ισχύος 300 MW στον Άγιο Δημήτριο Κοζάνης, με προοπτική να εξελιχθεί, εφόσον ενεργοποιηθεί η επόμενη φάση, σε AI campus έως 1 GW. Σε αυτή την κλίμακα, η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο την αξία της επένδυσης ή την είσοδο της Δυτικής Μακεδονίας στον χάρτη της τεχνητής νοημοσύνης.

Αφορά το πώς τροφοδοτείται επί 24ώρου βάσεως ένα φορτίο εκατοντάδων MW, πόση νέα παραγωγή χρειάζεται γύρω του, ποιος είναι ο ρόλος των ΑΠΕ και των PPAs, ποιες ενισχύσεις απαιτούνται στο ηλεκτρικό σύστημα και, με τα νέα ευρωπαϊκά δεδομένα, πόσο αποτελεσματικά χρησιμοποιούνται η ενέργεια και το νερό.

Εκεί ακριβώς «συναντώνται» το ελληνικό και το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Το πρώτο επιχειρεί να απαντήσει ποια data centers είναι αρκετά ώριμα ώστε να πάρουν ηλεκτρικό χώρο. Το δεύτερο αρχίζει να απαντά τι είδους data centers θέλει τελικά η Ευρώπη να φιλοξενεί.

Η Ισπανία ανεβάζει ήδη τον πήχη

Το πόσο γρήγορα μπορεί να περάσει η Ευρώπη από τη μέτρηση της κατανάλωσης σε αυστηρότερους όρους για τις νέες επενδύσεις αποτυπώνεται ήδη στην Ισπανία. Η Μαδρίτη έχει θέσει σε διαβούλευση σχέδιο που προβλέπει αυστηρότερες απαιτήσεις ενεργειακής και υδατικής απόδοσης για τα data centers, ενώ προβλέπει ότι οι εγκαταστάσεις θα πρέπει να μπορούν να καλύπτουν το 80% της κατανάλωσής τους από νέα παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας.

Ο κλάδος υπολογίζει ότι οι επενδύσεις σε data centers στην Ισπανία μπορούν να φτάσουν τα 67 δισ. ευρώ έως το 2030, την ώρα που οι εκπρόσωποί του προειδοποιούν ότι το νέο πλαίσιο μπορεί να θέσει σε κίνδυνο μέρος των σχεδιαζόμενων projects. Στη χώρα καταγράφονται ήδη 219 τοποθεσίες data centers, με 85 γύρω από τη Μαδρίτη και 35 στη Βαρκελώνη, ενώ η Αραγονία αναδεικνύεται σε νέο πόλο ανάπτυξης, με 22 κέντρα στον σχεδιασμό και ισχυρή παρουσία εταιρειών όπως AWS και Microsoft.

Διαβάστε ακόμη