Μία αρκετά αντιφατική εικόνα για τις επιδόσεις των ελληνικών data centers αποτυπώνει η νέα έκθεση της Κομισιόν για την ενεργειακή αποδοτικότητα και τη βιωσιμότητα των κέντρων δεδομένων στη ΕΕ. Τα στοιχεία αφορούν την πρώτη περίοδο υποβολής δεδομένων, το 2024, και επομένως δεν συνιστούν πλήρη απογραφή της αγοράς: σε επίπεδο ΕΕ, στοιχεία υπέβαλαν 770 data centers, περίπου το 36% των υποδομών που εκτιμάται ότι υπάγονται στην υποχρέωση αναφοράς.

Το βασικό αδύναμο σημείο της Ελλάδας είναι η ενεργειακή αποδοτικότητα. Ο δείκτης PUE, ο οποίος δείχνει πόση συνολική ενέργεια απαιτείται σε σχέση με αυτήν που καταναλώνει ο υπολογιστικός εξοπλισμός -και επομένως όσο χαμηλότερος είναι ο δείκτης τόσο καλύτερα- διαμορφώνεται στα ελληνικά κέντρα δεδομένων στο 1,63, έναντι 1,36 κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Πρόκειται για απόκλιση περίπου 20%, ενώ η ελληνική επίδοση συγκαταλέγεται στις υψηλότερες, άρα λιγότερο αποδοτικές, μεταξύ των χωρών για τις οποίες υπάρχουν επαρκή στοιχεία. Η Κομισιόν θεωρεί τιμές άνω του 1,5 ως ένδειξη ότι υπάρχει περιθώριο βελτίωσης.

Στον αντίποδα, εντυπωσιακά καλύτερη είναι η εικόνα στην κατανάλωση νερού. Ο ελληνικός δείκτης WUE βρίσκεται μόλις στα 0,20 κυβικά μέτρα ανά Μεγαβατώρα, έναντι 0,58 στην ΕΕ, δηλαδή περίπου 65% χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Καθώς και εδώ χαμηλότερη τιμή σημαίνει μεγαλύτερη αποδοτικότητα, η Ελλάδα εμφανίζει σαφές πλεονέκτημα.

Ακόμη ισχυρότερη είναι η επίδοση στις ΑΠΕ. Ο Renewable Energy Factor των ελληνικών data centers φτάνει το 1,00 ή 100%, έναντι 86% στην ΕΕ. Η ίδια η Κομισιόν πάντως επισημαίνει ότι μεγάλο μέρος αυτής της «πράσινης» κατανάλωσης εξασφαλίζεται μέσω PPAs και εγγυήσεων προέλευσης και δεν συνεπάγεται απαραίτητα τοπική ή νέα παραγωγή ΑΠΕ.

Διαβάστε ακόμη