Το αλουμίνιο έχει γίνει σημαντικά ακριβότερο στην Ευρώπη, επιβαρύνοντας το κόστος παραγωγής για τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν το μέταλλο. Το άλμα στις τιμές ενισχύθηκε από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τις ανησυχίες για τις προμήθειες, όμως πίσω από την κρίση κρύβεται ένα μεγαλύτερο πρόβλημα, καθώς οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες πληρώνουν ακριβότερα την πρώτη ύλη, την ώρα που ανταγωνίζονται παραγωγούς με χαμηλότερο κόστος.

Όπως αναφέρει η Handelsblatt, η τιμή του μετάλλου στο Χρηματιστήριο Μετάλλων του Λονδίνου (LME) έφτασε τον Μάρτιο, σε ορισμένες περιόδους, σχεδόν τα 3.500 δολάρια ανά τόνο, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων περίπου τεσσάρων ετών.

Η Μέση Ανατολή έχει άλλωστε σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια αγορά αλουμινίου, καθώς παράγει περίπου το 9% του πρωτογενούς μετάλλου παγκοσμίως. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, αρκετά χυτήρια περιόρισαν την παραγωγή τους, ενώ οι δυσκολίες στις μεταφορές επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την αγορά. Παράλληλα, η διακοπή λειτουργίας του χυτηρίου Mozal στη Μοζαμβίκη αφαίρεσε από την ευρωπαϊκή αγορά έναν ακόμη σημαντικό προμηθευτή.

Ωστόσο, για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις η τελική τιμή δεν καθορίζεται μόνο από τη διεθνή χρηματιστηριακή αξία. Στην Ευρώπη προστίθεται και το λεγόμενο περιφερειακό πριμ, το οποίο αντανακλά το κόστος εισαγωγής, τους δασμούς, την αποθήκευση και τη μεταφορά του μετάλλου. Σύμφωνα με στοιχεία της Aluminium Deutschland, το συγκεκριμένο πριμ διαμορφώνεται περίπου στα 500 δολάρια ανά τόνο, δηλαδή περίπου 430 ευρώ, και προστίθεται στην παγκόσμια τιμή του αλουμινίου. Για ορισμένα προϊόντα, μάλιστα, η επιβάρυνση είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Οι επιπτώσεις για τη βιομηχανία

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των μπιγιετών, δηλαδή των κυλίνδρων αλουμινίου που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή προϊόντων όπως εξαρτήματα αυτοκινήτων, μηχανήματα, κουφώματα και προσόψεις. Σύμφωνα με την Aluminiumwerk Unna, η επιπλέον επιβάρυνση στην τιμή τους αυξήθηκε από 483 ευρώ ανά τόνο τον Φεβρουάριο σε 1.070 ευρώ τον Ιούνιο, ενώ σήμερα διαμορφώνεται περίπου στα 950 ευρώ. Η διαφορά αυτή μπορεί να μεταφραστεί σε πολύ υψηλό κόστος για μια επιχείρηση μεσαίου μεγέθους. Για έναν παραγωγό που επεξεργάζεται περίπου 1.000 τόνους τον μήνα, η αύξηση μπορεί να σημαίνει σχεδόν ένα εκατομμύριο ευρώ επιπλέον κόστος παραγωγής σε μηνιαία βάση. Και αυτό σε έναν κλάδο όπου τα περιθώρια κέρδους παραμένουν περιορισμένα.

Η κατάσταση στην αγορά έχει βελτιωθεί σε σχέση με τις πιο έντονες φάσεις της κρίσης, αλλά παραμένει δύσκολη, καθώς η παραγωγή στην περιοχή του Κόλπου εξακολουθεί να βρίσκεται περίπου στα δύο τρίτα των επιπέδων πριν από τον πόλεμο, αναγκάζοντας τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αναζητήσουν νέους προμηθευτές και να αναδιαμορφώσουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους. Ταυτόχρονα όμως, εμφανίζεται ένα δεύτερο πρόβλημα: ο ανταγωνισμός από χώρες που μπορούν να προμηθεύονται αλουμίνιο με χαμηλότερο κόστος.

Η Τουρκία κερδίζει έδαφος

Η Κίνα έχει αυξήσει σημαντικά τις εξαγωγές κραμάτων και ημικατεργασμένων προϊόντων αλουμινίου, συμβάλλοντας στην κάλυψη μέρους των ελλείψεων. Αυτό, όμως, δημιουργεί μια νέα ανισορροπία, καθώς μεγαλύτερο μέρος της επεξεργασίας μεταφέρεται εκτός Ευρώπης.

Για τη Γερμανία το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο λόγω της Τουρκίας. Οι τουρκικές εισαγωγές αλουμινίου και προϊόντων αλουμινίου από τη Ρωσία αυξήθηκαν κατά περίπου 62% το πρώτο τρίμηνο του 2026 σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα. Μόνο τον Μάρτιο ήταν τριπλάσιες. Η εξέλιξη αυτή έχει άμεσο αντίκτυπο για τους Γερμανούς παραγωγούς. Περίπου το 75% των εισαγωγών προφίλ αλουμινίου από χώρες εκτός ΕΕ προέρχεται από την Τουρκία. Σύμφωνα με στοιχεία του κλάδου, που επικαλείται η Handelsblatt, τα τουρκικά προφίλ έχουν ήδη φτάσει να κατέχουν μερίδιο περίπου 9,5% στη γερμανική αγορά.

Εντείνεται ο «φθηνότερος ανταγωνισμός», οι λύσεις

Το επιχείρημα των Ευρωπαίων παραγωγών είναι ότι δημιουργούνται άνισοι όροι ανταγωνισμού. Εάν μια επιχείρηση μπορεί να αγοράζει φθηνότερη πρώτη ύλη, έχει τη δυνατότητα να προσφέρει τα προϊόντα της σε χαμηλότερες τιμές, την ώρα που οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες επιβαρύνονται όχι μόνο από το αλουμίνιο, αλλά και από το υψηλό ενεργειακό κόστος.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ευρωπαϊκή βιομηχανία αναζητά λύσεις σε μια πρώτη ύλη που ήδη διαθέτει σε μεγάλες ποσότητες: το χρησιμοποιημένο αλουμίνιο. Το scrap μπορεί να ανακυκλωθεί και να επιστρέψει στην παραγωγική διαδικασία, περιορίζοντας την ανάγκη για πρωτογενές αλουμίνιο και, κατ’ επέκταση, την εξάρτηση από εισαγωγές. Το πρόβλημα είναι ότι σημαντικές ποσότητες εγκαταλείπουν την Ευρώπη.

Μόνο το 2024, η ΕΕ εξήγαγε περίπου 1,2 εκατ. τόνους scrap αλουμινίου, με σχεδόν το 80% να κατευθύνεται στην Ασία. Την ίδια στιγμή, ευρωπαϊκές μονάδες ανακύκλωσης δεν μπορούν να λειτουργήσουν σε πλήρη δυναμικότητα, επειδή δεν διαθέτουν αρκετό υλικό. Γι’ αυτό και οι «φωνές» για περιορισμό των εξαγωγών ολοένα και πληθαίνουν. Η Norsk Hydro ζητά την επιβολή εξαγωγικού δασμού 30% στο scrap, ενώ η Aluminium Deutschland τάσσεται επίσης υπέρ περιορισμών.

Διαβάστε ακόμη