Στην τελική ευθεία μπαίνει η ευρωπαϊκή παρέμβαση για να μπει «φρένο» στη διαρροή σκραπ αλουμινίου εκτός ΕΕ, μια κίνηση που μετατρέπει τη διαχείριση των δευτερογενών μετάλλων από τεχνικό ζήτημα ανακύκλωσης σε κεντρικό πεδίο βιομηχανικής πολιτικής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζεται να επαναφέρει τον φάκελο του σκραπ αλουμινίου αμέσως μετά το καλοκαίρι, μεταθέτοντας για τις 9 Σεπτεμβρίου 2026 την παρουσίαση της τελικής πρότασης για την επιβολή εξαγωγικού τέλους. Το μέτρο, που αρχικά αναμενόταν την άνοιξη, φαίνεται πλέον να κινείται σε πιο μετριοπαθή γραμμή από εκείνη που ζητούσε η βιομηχανία: οι τελευταίες πληροφορίες τοποθετούν το τέλος στο 15%, έναντι του 30% που διεκδικούσε η European Aluminium για να περιοριστεί η διαρροή κρίσιμων ποσοτήτων εκτός ΕΕ.

Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερο βάρος για τις ελληνικές βιομηχανίες, καθώς τόσο η ElvalHalcor όσο και η Metlen τοποθετούν το ζήτημα στην καρδιά της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας και της ασφάλειας εφοδιασμού. Το σκραπ αλουμινίου και χαλκού δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως απλό απόβλητο ή εμπορεύσιμο υλικό, αλλά ως κρίσιμη δευτερογενής πρώτη ύλη, απαραίτητη για τη διατήρηση παραγωγής, τεχνογνωσίας και προστιθέμενης αξίας εντός Ευρώπης. Το πρόβλημα, όπως το περιγράφει η βιομηχανία, είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, η Ευρώπη έχει θέσει ως στόχο την κυκλική οικονομία, τη μείωση των εξαρτήσεων από τρίτες χώρες και την ενίσχυση της στρατηγικής της αυτονομίας. Από την άλλη, εξακολουθεί να εξάγει μεγάλες ποσότητες δευτερογενών πρώτων υλών προς αγορές που τις αξιοποιούν για να στηρίξουν τη δική τους παραγωγική βάση. Το αποτέλεσμα είναι ότι υλικό με υψηλή βιομηχανική, ενεργειακή και περιβαλλοντική αξία εγκαταλείπει την ευρωπαϊκή αγορά τη στιγμή που η ίδια η ΕΕ αναζητεί τρόπους να ενισχύσει τις κρίσιμες αλυσίδες αξίας της.

Οι αριθμοί πίσω από τη «διαρροή» σκραπ

Η ευρωπαϊκή βιομηχανία υποστηρίζει ότι η παρέμβαση είναι αναγκαία, καθώς η ΕΕ αντιμετωπίζει πλέον δομική διαρροή πολύτιμων δευτερογενών πρώτων υλών προς την Ασία και την Αμερική, σε μια περίοδο κατά την οποία η δική της πρωτογενής παραγωγή αλουμινίου έχει συρρικνωθεί κατά 60% τα τελευταία 20 χρόνια λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους. Η Ευρώπη παράγει ετησίως περίπου 7 έως 8 εκατομμύρια τόνους σκραπ αλουμινίου και καταφέρνει να συλλέγει το 81%, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά παγκοσμίως. Παρά ταύτα, 1,2 έως 1,4 εκατομμύρια τόνοι εξάγονται κάθε χρόνο, δηλαδή περίπου το 15% έως 20% της συνολικής εγχώριας συλλογής. Το 2024 οι εξαγωγές σκραπ αλουμινίου της ΕΕ ανήλθαν σε περίπου 1,2 εκατομμύρια τόνους, αυξημένες κατά 66% σε σχέση με το 2014 και κατά 50% σε σχέση με το 2019.

Η γεωγραφία αυτών των ροών εξηγεί και την ένταση της συζήτησης. Περίπου το 70% έως 75% των ευρωπαϊκών εξαγωγών κατευθύνεται προς ασιατικές χώρες. Η Ινδία παραμένει ο κορυφαίος εισαγωγέας ευρωπαϊκού σκραπ, έχοντας απορροφήσει μόνο το πρώτο τρίμηνο του 2026 περίπου 88.205 τόνους, καθώς διαθέτει παραγωγική ικανότητα δευτερογενούς αλουμινίου άνω των 2 εκατομμυρίων τόνων, αλλά δεν έχει ακόμη αναπτύξει ώριμο εγχώριο δίκτυο συλλογής. Ακολουθούν η Κίνα και η Ταϊλάνδη, που απορροφούν σημαντικό μέρος του υπόλοιπου όγκου.

Στη διεθνή αγορά, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας σκραπ αλουμινίου, με περίπου 2.053.050 τόνους ετησίως και αξία εξαγωγών 3,98 δισ. δολαρίων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως σύνολο, εξάγει περίπου 1.257.620 τόνους, αξίας 2,34 δισ. δολαρίων. Η Γερμανία, εντός της ΕΕ, εμφανίζει εξαγωγές περίπου 1.215.000 τόνων, αξίας 2,21 δισ. δολαρίων, ενώ ο Καναδάς εξάγει περίπου 632.478 τόνους, αξίας 1,27 δισ. δολαρίων, και το Ηνωμένο Βασίλειο περίπου 612.417 τόνους, αξίας 1,12 δισ. δολαρίων. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη, εξάγει περίπου 35.155 τόνους σκραπ αλουμινίου ετησίως, αξίας περίπου 70,2 εκατ. δολαρίων.

Η άνοδος των εξαγωγών τροφοδοτείται και από την έντονη αύξηση των τιμών. Το σκραπ αλουμινίου έχει σημειώσει ράλι, ξεπερνώντας σε ρυθμό ανόδου ακόμη και το πρωτογενές αλουμίνιο, καθώς αυτοκινητοβιομηχανίες και κατασκευαστές αναζητούν ανακυκλωμένο μέταλλο για να μειώσουν το ανθρακικό αποτύπωμα των προϊόντων τους και να προσαρμοστούν στα όρια εκπομπών CO₂ και στα χρονοδιαγράμματα του CBAM. Στην Ευρώπη, η τιμή ανά τόνο σκραπ αλουμινίου αυξήθηκε, σύμφωνα με τα στοιχεία της αγοράς, από περίπου 1.500 ευρώ σε 2.240 ευρώ. Το πρώτο τρίμηνο του 2026, οι διεθνείς τιμές κινούνταν στα 2.156 δολάρια ανά τόνο στη Γερμανία, στα 2.394 δολάρια στην Ινδία και στα 2.427 δολάρια στην Κίνα, επίπεδα που δείχνουν γιατί οι ασιατικοί αγοραστές μπορούν να προσφέρουν συστηματικά υψηλότερες τιμές από τους ευρωπαίους παραγωγούς και ανακυκλωτές.

Πηγές της ElvalHalcor επισημαίνουν πως η διαρροή σκραπ αλουμινίου και χαλκού εκτός ΕΕ υπονομεύει άμεσα την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής και ευρωπαϊκής μεταποίησης. Η εταιρεία αναφέρει ότι οι κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες, στις οποίες περιλαμβάνονται το αλουμίνιο και ο χαλκός, βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο του παγκόσμιου ανταγωνισμού, λόγω της σημασίας τους για την ηλεκτροκίνηση, τις ψηφιακές τεχνολογίες, την προηγμένη μεταποίηση, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την αμυντική βιομηχανία και τις υποδομές. Σε αυτό το πλαίσιο, η καλύτερη αξιοποίηση των δευτερογενών κρίσιμων πρώτων υλών αποτελεί, κατά την εταιρεία, βασική παράμετρο για τη μείωση των εξαρτήσεων από τρίτες χώρες και την επίτευξη των στόχων της κυκλικής οικονομίας.

Για την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι επίσης σημαντικό. Η ElvalHalcor υπενθυμίζει ότι ο κλάδος μεταποίησης χαλκού και αλουμινίου συγκαταλέγεται στους δυναμικότερους εξαγωγικούς κλάδους της χώρας, με προϊόντα υψηλής τεχνογνωσίας και προστιθέμενης αξίας. Η ίδια είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός σωλήνων χαλκού στην ΕΜΕΑ και η δεύτερη μεγαλύτερη βιομηχανία έλασης αλουμινίου σε δυναμικότητα θερμής έλασης στην Ευρώπη. Οι εξαγωγές της το 2024 άγγιξαν το 71% της αξίας των ελληνικών εξαγωγών πολύτιμων και μη σιδηρούχων μετάλλων, ενώ, σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ που επικαλείται η εταιρεία, η συνολική της επίδραση στην ελληνική οικονομία ανέρχεται σε 1,04 δισ. ευρώ, με συμβολή 388 εκατ. ευρώ στα δημόσια έσοδα, 714 εκατ. ευρώ κοινωνικό προϊόν και στήριξη περίπου 18.000 θέσεων εργασίας, άμεσα και έμμεσα.

Η εταιρεία συνδέει το θέμα και με την ενεργειακή αποδοτικότητα. Η ανακύκλωση αλουμινίου και χαλκού εξοικονομεί, σύμφωνα με το δελτίο Τύπου, 95% και 85% αντίστοιχα της ενέργειας που απαιτείται για την πρωτογενή παραγωγή. Αυτό σημαίνει ότι η απώλεια σκραπ δεν είναι μόνο απώλεια πρώτης ύλης, αλλά και απώλεια ενεργειακού πλεονεκτήματος σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή μεταλλουργία πιέζεται από υψηλό κόστος ενέργειας και διεθνή ανταγωνισμό. Η εταιρεία προειδοποιεί, μάλιστα, ότι οι διαρροές ευρωπαϊκού σκραπ μέσω εξαγωγών αυξάνονται πλέον όχι μόνο προς ασιατικές χώρες αλλά και προς τις ΗΠΑ, ως συνέπεια της εφαρμογής δασμού 50% του άρθρου 232, και ότι χωρίς ταχεία λήψη μέτρων αναμένεται να τετραπλασιαστούν έως το 2030 από τα σημερινά επίπεδα.

Οι προτάσεις για το σκραπ χαλκού είναι συγκεκριμένες: προσωρινός και στοχευμένος περιορισμός εξαγωγών, ώστε να διασφαλιστεί η επάρκεια για τις ευρωπαϊκές παραγωγικές μονάδες, επιβολή δασμού εξαγωγής προς χώρες με χαμηλότερα περιβαλλοντικά ή κοινωνικά πρότυπα, εναρμόνιση και αυστηροποίηση των κανόνων End-of-Waste και εφαρμογή της αρχής της αμοιβαιότητας, όπως προβλέπει και η Έκθεση Ντράγκι. Στα απτά αποτελέσματα της πρωτοβουλίας συγκαταλέγεται και η απόφαση της European Metals, στις αρχές του 2026, να συγκροτήσει υποεπιτροπή για το σκραπ χαλκού, με αντικείμενο τη σύνταξη αναθεωρημένου position paper.

Μυτιληναίος: Μέτρα χωρίς άλλη καθυστέρηση

Την ίδια στρατηγική ανάγνωση δίνει ο Ευάγγελος Μυτιληναίος. Στην ομιλία του ως απερχόμενος πρόεδρος της European Metals, υπογραμμίζει ότι τα μέταλλα δεν είναι ένας ακόμη βιομηχανικός κλάδος, αλλά το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζονται σχεδόν όλες οι στρατηγικές φιλοδοξίες της Ευρώπης. Χωρίς μέταλλα, όπως αναφέρει, δεν υπάρχει βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, τεχνολογική ηγεσία ή οικονομική ασφάλεια. Το επιχείρημα αυτό εντάσσει τη συζήτηση για το σκραπ αλουμινίου στο ευρύτερο ερώτημα αν η Ευρώπη μπορεί να κρατήσει εντός των συνόρων της τους πόρους που χρειάζεται για την άμυνα, τον εξηλεκτρισμό, τους ημιαγωγούς, τις μπαταρίες, τις ΑΠΕ και την τεχνητή νοημοσύνη.

Ο κ. Μυτιληναίος επισημαίνει πως η Ευρώπη εξακολουθεί να εξάγει ποσότητες-ρεκόρ σκραπ αλουμινίου, παρότι το έχει αναγνωρίσει ως στρατηγικό πόρο. Χαιρετίζει την προσπάθεια της Κομισιόν να αντιμετωπίσει το πρόβλημα μέσω του μέτρου κατά του scrap leakage, αλλά ζητεί να προχωρήσει χωρίς άλλη καθυστέρηση, επειδή ο διεθνής ανταγωνισμός για δευτερογενείς πρώτες ύλες εντείνεται. Η αναφορά του στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είναι χαρακτηριστική: η απαγόρευση εξαγωγών σκραπ αλουμινίου από τα ΗΑΕ, όπως επισημαίνει, θα αυξήσει την πίεση στους ευρωπαίους παραγωγούς και ανακυκλωτές, καθώς χώρες όπως η Ινδία, που προμηθεύονταν σημαντικές ποσότητες από τον Κόλπο, θα αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού.

Σε αυτή τη νέα διεθνή πραγματικότητα, η θέση του είναι ότι η Ευρώπη πρέπει να κρατήσει τις στρατηγικές δευτερογενείς πρώτες ύλες που χρειάζεται για να ενισχύσει τη δική της βιομηχανική βάση. Η πιο χαρακτηριστική του διατύπωση είναι ότι κάθε τόνος σκραπ αλουμινίου που φεύγει από την Ευρώπη είναι ένας τόνος που δεν μπορεί να συμβάλει στην ευρωπαϊκή κυκλική οικονομία. Με αυτό τον τρόπο, το σκραπ μετατρέπεται από αντικείμενο εμπορίου σε κρίσιμο κρίκο της βιομηχανικής ανθεκτικότητας.

Ο Μυτιληναίος δεν περιορίζει τη συζήτηση στην κλασική ανακύκλωση. Μιλά για «Circular Metals», δηλαδή για ανάκτηση πολύτιμων υλικών από βιομηχανικά κατάλοιπα, σκωρίες, τέλματα και προϊόντα στο τέλος του κύκλου ζωής τους. Αυτή η διαδικασία, όπως υποστηρίζει, δεν είναι απλώς ανακύκλωση, αλλά προηγμένη μεταλλουργία. Διευρύνει τη βάση πόρων της Ευρώπης, ενισχύει την ανθεκτικότητα και μειώνει στρατηγικές εξαρτήσεις, αξιοποιώντας υλικά που βρίσκονται ήδη στην ευρωπαϊκή οικονομία. Το επερχόμενο Circular Economy Act, κατά τον ίδιο, είναι ευκαιρία όχι μόνο για την προώθηση της κυκλικότητας, αλλά για τη διαμόρφωση ενός πραγματικού βιομηχανικού πλαισίου για τα κυκλικά μέταλλα.

Η διεθνής στροφή προς τον προστατευτισμό στα κρίσιμα μέταλλα ενισχύει το επιχείρημα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν ήδη κινηθεί προς την απαγόρευση εξαγωγών σκραπ αλουμινίου, προκειμένου να τροφοδοτήσουν τη δική τους βιομηχανία. Άλλες αγορές, όπως η Κίνα και η Ινδία, χρησιμοποιούν ποιοτικούς ελέγχους, πρότυπα ή τεχνικούς περιορισμούς για να διαμορφώνουν τις ροές δευτερογενών μετάλλων προς όφελος της εγχώριας παραγωγής τους. Η λογική πίσω από αυτές τις παρεμβάσεις είναι σαφής: οι χώρες δεν θέλουν να λειτουργούν απλώς ως προμηθευτές πρώτων υλών, αλλά να κρατούν την προστιθέμενη αξία της ανακύκλωσης και της μεταποίησης εντός των συνόρων τους.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η Ευρώπη επιχειρεί να καλύψει ένα κενό βιομηχανικής πολιτικής. Η πρωτογενής παραγωγή αλουμινίου στην ΕΕ έχει συρρικνωθεί σημαντικά λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους, ενώ η ζήτηση για χαμηλότερου ανθρακικού αποτυπώματος μέταλλο αυξάνεται. Η παραγωγή αλουμινίου από σκραπ απαιτεί περίπου 95% λιγότερη ενέργεια από την παραγωγή από βωξίτη, γεγονός που καθιστά το σκραπ όχι μόνο κλιματικό αλλά και ενεργειακό πόρο. Αν η Ευρώπη χάνει αυτό το υλικό, χάνει ταυτόχρονα και ένα από τα βασικά εργαλεία για να μειώσει το κόστος, τις εκπομπές και τις εξαρτήσεις της.

Η συζήτηση, πάντως, δεν είναι χωρίς αντιδράσεις. Οι έμποροι και οι επιχειρήσεις ανακύκλωσης αντιτείνουν ότι οι περιορισμοί στις εξαγωγές μπορεί να πιέσουν τις τιμές που εισπράττουν οι συλλέκτες, να επηρεάσουν θέσεις εργασίας και να δημιουργήσουν προβλήματα σε ποιότητες μεικτού ή χαμηλότερης αξίας σκραπ που η Ευρώπη δεν έχει ακόμη επαρκή δυνατότητα να επεξεργαστεί. Η Ινδία, ως μεγάλος αγοραστής ευρωπαϊκού σκραπ, έχει επίσης κινηθεί διπλωματικά, ζητώντας εξαιρέσεις ή εναλλακτικά σχήματα, όπως ποσοστώσεις εξαγωγών. Αυτές οι αντιδράσεις εξηγούν γιατί το μέτρο καθυστέρησε και γιατί η Κομισιόν φαίνεται να κινείται προς πιο μετριοπαθή επιβάρυνση 15% αντί για το 30% που ζητούσε η βιομηχανία.

Διαβάστε επίσης