Με σημαντική αποκλιμάκωση μπαίνει η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στο Σαββατοκύριακο, χωρίς ωστόσο να υποχωρεί η έντονη μεταβλητότητα που χαρακτηρίζει τον φετινό Αύγουστο. Για αύριο, Σάββατο 22 Αυγούστου, η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώνεται στα 125,11 ευρώ ανά μεγαβατώρα, μειωμένη κατά 23,12% σε σχέση με τα 162,73 ευρώ/MWh της Παρασκευής.
Τα στοιχεία του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας δείχνουν, πάντως, ότι πίσω από τη σημαντική πτώση της μέσης τιμής εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες ενδοημερήσιες διακυμάνσεις. Η ελάχιστη τιμή για τις 22 Αυγούστου υποχωρεί στα 2,58 ευρώ/MWh, ενώ η μέγιστη φτάνει τα 205,24 ευρώ/MWh, αποτυπώνοντας για ακόμη μία φορά την απόσταση που μπορεί να χωρίζει τις ώρες υψηλής παραγωγής από ΑΠΕ από τις περιόδους κατά τις οποίες το σύστημα χρειάζεται ακριβότερες μονάδες για να καλύψει τη ζήτηση.
Στο προγραμματισμένο ενεργειακό ισοζύγιο της Αγοράς Επόμενης Ημέρας για το Σάββατο, οι ΑΠΕ αποτελούν τη μεγαλύτερη επιμέρους κατηγορία με μερίδιο 43,07%, ενώ το φυσικό αέριο ακολουθεί με 33,63%. Οι εισαγωγές αντιστοιχούν στο 10,74%, τα μεγάλα υδροηλεκτρικά στο 5,96% και ο λιγνίτης στο 5,25%. Μικρότερη είναι η συμμετοχή της αποθήκευσης, στο 0,69%, ενώ χωριστά καταγράφονται οι ΑΠΕ της Κρήτης με 0,66%.
Η αυριανή αποκλιμάκωση έρχεται έπειτα από μια εβδομάδα κατά την οποία η ελληνική χονδρεμπορική αγορά κινήθηκε σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα. Η μέση τιμή είχε ανέβει στα 153,42 ευρώ/MWh στις 17 Αυγούστου, στα 153,72 ευρώ στις 18 Αυγούστου και στα 159,88 ευρώ στις 19 Αυγούστου, πριν υποχωρήσει στα 146,57 ευρώ στις 20 Αυγούστου και εκτιναχθεί εκ νέου στα 162,73 ευρώ στις 21 Αυγούστου.
Η άνοδος των τελευταίων ημερών, ωστόσο, δεν αναιρεί τη διαφορετική εικόνα που προκύπτει όταν εξετάζεται συνολικά ο μήνας.
Η Ελλάδα στα 126 ευρώ/MWh τον Αύγουστο
Στο διάστημα 1-21 Αυγούστου, η μέση τιμή της ελληνικής αγοράς επόμενης ημέρας διαμορφώνεται περίπου στα 126 ευρώ/MWh, σύμφωνα με τον συγκριτικό χάρτη τιμών που βασίζεται σε στοιχεία των ENTSO-E και GME. Το επίπεδο αυτό τοποθετεί την Ελλάδα χαμηλότερα από πολλές αγορές της Κεντρικής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, παρά τις έντονες ανοδικές πιέσεις των τελευταίων ημερών.
Ενδεικτικά, την ίδια περίοδο η μέση τιμή διαμορφώνεται περίπου στα 140 ευρώ/MWh στη Βουλγαρία, στα 151 ευρώ στη Ρουμανία, στα 149 ευρώ στην Αυστρία, στα 153 ευρώ στην Ουγγαρία και την Κροατία και στα 177 ευρώ στην Ιταλία. Η Γερμανία βρίσκεται στα 132 ευρώ/MWh και η Γαλλία στα 129 ευρώ/MWh, δηλαδή επίσης υψηλότερα από την Ελλάδα.
Η εικόνα χρειάζεται, πάντως, μια σημαντική διευκρίνιση. Η Ελλάδα δεν είναι συνολικά μία από τις απολύτως φθηνότερες αγορές ολόκληρης της Ευρώπης, καθώς οι σκανδιναβικές αγορές κινούνται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα, από περίπου 14 έως 69 ευρώ/MWh σε αρκετές ζώνες, ενώ χαμηλότερες τιμές καταγράφονται και στις χώρες της Βαλτικής. Ακόμη και η Ισπανία βρίσκεται οριακά χαμηλότερα, περίπου στα 125 ευρώ/MWh. Εκεί όπου ξεχωρίζει η ελληνική αγορά είναι κυρίως σε σύγκριση με τη Νοτιοανατολική και μεγάλο μέρος της Κεντρικής Ευρώπης, μια περιοχή στην οποία παραδοσιακά οι τιμές ηλεκτρισμού εμφανίζουν αυξημένες πιέσεις.
Σε αυτή την εικόνα αναφέρθηκε τις προηγούμενες ημέρες και ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, αποδίδοντας σημαντικό μέρος της σχετικής βελτίωσης της ελληνικής θέσης στην αυξημένη παραγωγή από ΑΠΕ και ιδιαίτερα στην αιολική παραγωγή. Ο ίδιος είχε επισημάνει ότι, παρά το δυσμενές διεθνές ενεργειακό περιβάλλον, η Ελλάδα κινείται χαμηλότερα από σειρά ευρωπαϊκών αγορών.
Πώς οι ΑΠΕ αλλάζουν την καμπύλη των τιμών
Η σχέση ανάμεσα στην παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές και στη χονδρεμπορική τιμή αποτυπώνεται αρκετά καθαρά στην ημερήσια εικόνα του Αυγούστου. Όταν η πράσινη παραγωγή είναι υψηλή, οι μονάδες με πολύ χαμηλό οριακό κόστος καλύπτουν μεγαλύτερο τμήμα της ζήτησης και περιορίζουν την ανάγκη ένταξης ακριβότερων θερμικών μονάδων. Αντίστροφα, όταν περιορίζεται κυρίως η αιολική παραγωγή, αυξάνεται η συμμετοχή του φυσικού αερίου και η τιμή που απαιτείται για την κάλυψη της τελευταίας μεγαβατώρας της ζήτησης.
Το μοτίβο είναι ιδιαίτερα εμφανές μέσα στον Αύγουστο. Σε ημέρες με παραγωγή ΑΠΕ της τάξης των 140-160 GWh, η χονδρική τιμή έχει κινηθεί σε αρκετές περιπτώσεις κοντά ή ακόμη και κάτω από τα 100 ευρώ/MWh. Αντίθετα, κατά το δεύτερο μισό του μήνα, όταν η πράσινη παραγωγή περιορίστηκε αισθητά, οι ημερήσιες τιμές ανέβηκαν προς τα 150-160 ευρώ/MWh. Σε ορισμένες από αυτές τις συγκρίσεις, η διαφορά στην τιμή προσεγγίζει το 40%.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η πορεία της χονδρικής εξαρτάται αποκλειστικά από τις ΑΠΕ. Η ζήτηση, η τιμή του φυσικού αερίου, η διαθεσιμότητα υδροηλεκτρικών και θερμικών μονάδων, οι εισαγωγές και εξαγωγές, καθώς και η διαθέσιμη δυναμικότητα των διασυνδέσεων επηρεάζουν επίσης το τελικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, η αυξημένη παραγωγή από ΑΠΕ έχει πλέον αποκτήσει κρίσιμο βάρος στη διαμόρφωση της ελληνικής τιμής, ιδιαίτερα τις ώρες υψηλής παραγωγής.
Καθαρός εξαγωγέας και τον Αύγουστο
Παράλληλα, η εικόνα των διασυνοριακών φυσικών ροών επιβεβαιώνει τη μεταβολή της θέσης της Ελλάδας στον περιφερειακό ηλεκτρικό χάρτη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Energy-Charts για τον Αύγουστο, η Ελλάδα εμφανίζει μέχρι την τελευταία διαθέσιμη ενημέρωση θετικό καθαρό ισοζύγιο φυσικών ροών περίπου 588 GWh, ενώ αντίστοιχα η Βουλγαρία καταγράφει περίπου 601 GWh καθαρών εξαγωγών.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περιοχή όπου οι ανάγκες των αγορών μεταβάλλονται από ώρα σε ώρα. Η Ελλάδα μπορεί πλέον να εξάγει σημαντικές ποσότητες όταν η εγχώρια παραγωγή είναι υψηλή, ενώ οι διασυνδέσεις εξακολουθούν να επιτρέπουν εισαγωγές όταν οι συνθήκες αντιστρέφονται.
Οι φυσικές ροές δεν πρέπει να συγχέονται με το εμπορικό ισοζύγιο της ηλεκτρικής ενέργειας, ωστόσο και εκεί η μεταβολή των τελευταίων ετών είναι εντυπωσιακή. Με βάση τα στοιχεία της Eurostat που είχε παρουσιάσει τον Ιούλιο ο Νίκος Τσάφος, το εμπορικό πλεόνασμα ηλεκτρικής ενέργειας είχε φτάσει τα 395 εκατ. ευρώ ήδη στο πρώτο πεντάμηνο του 2026, έναντι ελλείμματος περίπου 575 εκατ. ευρώ το 2023. Πρόκειται για ανατροπή σχεδόν 1 δισ. ευρώ μέσα σε λιγότερο από τρία χρόνια.
Η εικόνα του Αυγούστου δείχνει επομένως δύο όψεις της ίδιας μεταβολής. Από τη μία πλευρά, η ελληνική αγορά εξακολουθεί να είναι εκτεθειμένη σε ισχυρές ημερήσιες διακυμάνσεις και σε αιχμές άνω των 160 ευρώ/MWh. Από την άλλη, σε επίπεδο μήνα η θέση της έναντι πολλών γειτονικών και μεγάλων ευρωπαϊκών αγορών έχει βελτιωθεί σημαντικά, με τις ΑΠΕ και τις αυξημένες εξαγωγικές δυνατότητες να λειτουργούν ως βασικοί παράγοντες αυτής της αλλαγής.
Το επόμενο στοίχημα είναι αυτή η βελτίωση να αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια. Η ανάπτυξη της αποθήκευσης, οι ισχυρότερες ηλεκτρικές διασυνδέσεις και η αναβάθμιση των δικτύων είναι οι παράγοντες που μπορούν να περιορίσουν την απόσταση ανάμεσα στις πολύ φθηνές ώρες υψηλής παραγωγής ΑΠΕ και στις ακριβές βραδινές αιχμές. Και αυτό έχει σημασία διότι η χαμηλότερη χονδρική τιμή, αν και αποτελεί βασική προϋπόθεση για χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, δεν μεταφέρεται αυτόματα και στον ίδιο χρόνο στα τιμολόγια λιανικής, όπου παρεμβάλλονται οι μηχανισμοί τιμολόγησης και αντιστάθμισης κινδύνου των προμηθευτών.
Διαβάστε ακόμη
