Η Αττική επιστρέφει στο υπέδαφος της Βοιωτίας αναζητώντας εφεδρείες νερού που είχαν αξιοποιηθεί στην κρίση λειψυδρίας της δεκαετίας του 1990, αλλά αυτή τη φορά με διαφορετικούς όρους, μεγαλύτερη ζήτηση και αυστηρότερα ερωτήματα για την αντοχή των υδροφορέων. Η ΕΥΔΑΠ και η ΕΑΓΜΕ βρίσκονται σε διαδικασία επανεκτίμησης των γεωτρήσεων της περιοχής, ενώ στην Κωπαΐδα έχουν ήδη πραγματοποιηθεί δοκιμαστικές γεωτρήσεις και αντλήσεις, με τα πρώτα στοιχεία να δείχνουν ότι υπάρχει διαθέσιμο υπόγειο νερό.

Η συζήτηση δεν αφορά, προς το παρόν, ένα έτοιμο έργο μεταφοράς νερού προς την Αθήνα ούτε την άμεση ενεργοποίηση ενός νέου δικτύου γεωτρήσεων. Αφορά την επαναχαρτογράφηση μιας παλιάς εφεδρείας, η σημασία της οποίας έχει αλλάξει δραστικά από τη δεκαετία του 1990. Τότε, όπως ανέφερε ο προϊστάμενος του Τμήματος Υδρογεωλογίας και Υδρολογίας της ΕΑΓΜΕ, Βασίλειος Ζόραπας, οι ανάγκες στην περιοχή εξυπηρέτησης της ΕΥΔΑΠ ήταν περίπου οι μισές από τις σημερινές και οι γεωτρήσεις της Βοιωτίας είχαν καλύψει πάνω από το 50% των αναγκών. Σήμερα, ακόμη και εάν μπορούσαν να αποδώσουν αντίστοιχες ποσότητες, η συμβολή τους θα αντιστοιχούσε περίπου στο 25% των τρεχουσών αναγκών.

Αυτό το στοιχείο εξηγεί γιατί η Βοιωτία επιστρέφει στο επίκεντρο όχι ως εύκολη λύση, αλλά ως πεδίο νέας επιστημονικής αποτίμησης. Η Αττική καταναλώνει πλέον πολύ περισσότερες ποσότητες νερού, ενώ οι πιέσεις στους διαθέσιμους πόρους έχουν ενταθεί από την αύξηση της κατανάλωσης, τον τουρισμό, τις αρδευτικές ανάγκες και την κλιματική αστάθεια. Η παλιά συνταγή του 1990 δεν μπορεί να εφαρμοστεί μηχανικά, καθώς το ερώτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχουν υδροφόροι ορίζοντες, αλλά πόσο νερό μπορούν να δώσουν, για πόσο διάστημα, με ποια ποιότητα και χωρίς να διαταραχθεί η ισορροπία των τοπικών οικοσυστημάτων και των άλλων χρήσεων.

Ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΥΔΑΠ, Χαράλαμπος Σαχίνης, περιέγραψε την Κωπαΐδα ως μία από τις περιοχές που εξετάζονται στο πλαίσιο της ενεργητικής διαχείρισης του συστήματος. Κάτω από την πρώην λίμνη, όπως ανέφερε, υπάρχουν υπόγεια νερά σε μικρό βάθος, ενώ έχουν γίνει δοκιμαστικές γεωτρήσεις και αντλήσεις. Το αποτέλεσμα αυτών των ερευνών, κατά την ΕΥΔΑΠ, είναι ότι καταγράφεται διαθέσιμο νερό. Η αξιολόγηση, όμως, δεν σταματά σε αυτή τη διαπίστωση. Χρειάζεται συνέχεια στις δοκιμές, ώστε να αποτυπωθεί η πραγματική δυναμικότητα του υδροφορέα και να υπάρχει ασφάλεια ως προς τη μακροχρόνια αξιοποίησή του.

Ο παράγοντας του κόστους

Η οικονομική διάσταση των επιλογών αυτών παραμένει καθοριστική. Στη συζήτηση αναφέρθηκε ενδεικτικά ότι η αφαλάτωση μπορεί να κινείται κοντά στο ένα ευρώ ανά κυβικό μέτρο, ενώ άλλες μακροπρόθεσμες λύσεις εκτιμάται ότι μπορούν να έχουν σημαντικά χαμηλότερο κόστος, στην περιοχή των 20 λεπτών ανά κυβικό. Για αυτό και οι γεωτρήσεις, η αξιοποίηση των υφιστάμενων ταμιευτήρων και η επαναχρησιμοποίηση νερού εξετάζονται όχι μόνο ως τεχνικές λύσεις, αλλά και ως επιλογές που μπορούν να επηρεάσουν τη μελλοντική τιμή του νερού.

Ο καθηγητής Υδρογεωλογίας του ΑΠΘ, Κωνσταντίνος Βουδούρης, τοποθέτησε το ζήτημα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διαχείρισης. Χρησιμοποίησε τον όρο «υδατική χρεοκοπία» για να περιγράψει την κατάσταση στην οποία η ζήτηση υπερβαίνει τη διαθέσιμη ποσότητα νερού και δημιουργούνται ελλειμματικά υδατικά ισοζύγια. Για τον ίδιο, η απάντηση στη λειψυδρία συνοψίζεται σε τρεις άξονες: εξοικονόμηση, αποθήκευση και επαναχρησιμοποίηση.

Η πρώτη προτεραιότητα, σύμφωνα με τον καθηγητή, πρέπει να είναι ο περιορισμός της σπατάλης. Υποστήριξε ότι έως και το 30% των σημερινών ποσοτήτων θα μπορούσε να εξοικονομηθεί μέσω περιορισμού των διαρροών στα δίκτυα, αναβάθμισης των αρδευτικών υποδομών, περιορισμού των ανοιχτών αγωγών και αποτελεσματικότερης χρήσης του νερού στη γεωργία. Η συζήτηση για νέες γεωτρήσεις, επομένως, δεν μπορεί να αποκοπεί από την ανάγκη να περιοριστούν οι απώλειες και να βελτιωθεί η αποδοτικότητα των υφιστάμενων συστημάτων.

Η δεύτερη προτεραιότητα είναι η αποθήκευση. Η αλλαγή στο μοτίβο των βροχοπτώσεων δεν σημαίνει μόνο λιγότερη βροχή, αλλά συχνά συγκέντρωση μεγάλων ποσοτήτων σε μικρό χρονικό διάστημα. Όταν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές αποθήκευσης, μεγάλο μέρος του νερού καταλήγει γρήγορα στη θάλασσα και δεν είναι διαθέσιμο κατά την ξηρή περίοδο, όταν αυξάνονται οι ανάγκες λόγω άρδευσης και τουρισμού. Σε αυτή τη βάση, η αξιοποίηση επιφανειακών ταμιευτήρων και η καλύτερη διαχείριση των χειμερινών απορροών αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

Η παράμετρος της ποιότητας

Η συνεργασία ΕΥΔΑΠ και ΕΑΓΜΕ αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αξιολόγηση των γεωτρήσεων δεν αφορά μόνο τον εντοπισμό νέων σημείων άντλησης, αλλά και την αποτίμηση των διαθέσιμων ποσοτήτων και της κατάστασης των υδροφορέων. Όπως ανέφερε ο γενικός γραμματέας Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων, Πέτρος Βαρελίδης, η ΕΑΓΜΕ συνεργάζεται ήδη με δήμους, ΔΕΥΑ και το ΥΠΕΝ για την αναζήτηση και αξιοποίηση υπόγειων υδατικών πόρων, ενώ έχει ενεργή συνεργασία και με την ΕΥΔΑΠ.

Η νέα αποτίμηση στη Βοιωτία είναι κρίσιμη και για ποιοτικούς λόγους. Παλαιές γεωτρήσεις μπορεί να έχουν επηρεαστεί από υπεραντλήσεις, πτώση παροχής ή υφαλμύρινση, γεγονός που σημαίνει ότι η εξέταση δεν περιορίζεται στο πόσο νερό υπάρχει, αλλά επεκτείνεται στους όρους βιώσιμης αξιοποίησής του.

Η περιοχή συνδέεται, άλλωστε, άμεσα με το υδροδοτικό σύστημα της Αττικής και τις αρδευτικές ανάγκες της Κωπαΐδας. Ο Χαράλαμπος Σαχίνης ανέφερε ότι, όταν υποχώρησε η στάθμη της Υλίκης, η ΕΥΔΑΠ ολοκλήρωσε μέσα σε 40 ημέρες έργο που επέτρεψε στους αγρότες της περιοχής να εξασφαλίσουν νερό από τον ταμιευτήρα. Η Βοιωτία, επομένως, δεν εξετάζεται μόνο ως πιθανή εφεδρεία για την Αθήνα, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου συστήματος όπου συνδέονται ύδρευση, άρδευση και προστασία των υπόγειων αποθεμάτων.

Στο συνολικό σχέδιο της ΕΥΔΑΠ περιλαμβάνονται η αξιοποίηση της Υλίκης, παρά το υψηλότερο ενεργειακό κόστος, οι προσαρμογές στη διαχείριση του Εύηνου, αντλήσεις από τη Μαυροσουβάλα και τη Βοιωτία, λύσεις αφαλάτωσης και μακροπρόθεσμες παρεμβάσεις, όπως ο Εύρυτος. Στόχος είναι ένα μείγμα πηγών και έργων που θα ενισχύει την ασφάλεια υδροδότησης με το χαμηλότερο δυνατό κόστος για τον καταναλωτή.

Η Ψυτάλλεια στο επίκεντρο του σχεδιασμού – Πράσινο φως από το ΔΣ για τη μελέτη

Ο τρίτος άξονας είναι η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων. Ο κ. Βουδούρης ανέφερε ότι η Ελλάδα αξιοποιεί σήμερα περιορισμένο ποσοστό των συγκεκριμένων ποσοτήτων, το οποίο τοποθέτησε γύρω στο 5%. Υπογράμμισε ότι περίπου ένα εκατομμύριο κυβικά μέτρα επεξεργασμένου νερού ημερησίως από την Ψυττάλεια καταλήγουν στη θάλασσα, ενώ περίπου 250.000 κυβικά μέτρα την ημέρα καταλήγουν στον Θερμαϊκό από τις εγκαταστάσεις της Θεσσαλονίκης. Κατά την εκτίμησή του, η αξιοποίηση μέρους αυτών των ποσοτήτων για αρδευτικές χρήσεις θα μπορούσε να αποδεσμεύσει υπόγειους πόρους για την ύδρευση.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται ο σχεδιασμός της ΕΥΔΑΠ για την Ψυττάλεια. Ο κ. Σαχίνης ανακοίνωσε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας είχε εγκρίνει μελέτη ύψους 10 εκατ. ευρώ για την τρίτη φάση αναβάθμισης της εγκατάστασης, την «Ψυττάλεια 3». Η μελέτη προβλέπει τεταρτοβάθμια επεξεργασία, ώστε το νερό να μπορεί να αξιοποιηθεί για ευρύτερες ανάγκες, και ενεργειακή ουδετερότητα της εγκατάστασης. Παράλληλα, στο Ελληνικό κατασκευάζεται μονάδα επαναχρησιμοποίησης νερού για την άρδευση του πάρκου και του γηπέδου γκολφ, ενώ στα νέα Κέντρα Επεξεργασίας Λυμάτων σε Ραφήνα και Μαραθώνα έχει ενσωματωθεί πρόβλεψη για δίκτυα αξιοποίησης ανακτημένου νερού στις γύρω περιοχές.

Η επαναχρησιμοποίηση, ωστόσο, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ποιότητα. Η καθηγήτρια Υδρογεωλογίας–Υδροχημείας του Πανεπιστημίου Πατρών, Ελένη Ζαγγανά, υπογράμμισε ότι η λειψυδρία επιβαρύνει τόσο τους υπόγειους όσο και τους επιφανειακούς υδατικούς πόρους. Η πτώση της στάθμης των υπόγειων υδροφορέων, ιδίως στις παράκτιες περιοχές, μπορεί να επιταχύνει τη διείσδυση θαλασσινού νερού και την υφαλμύρινση. Ένα υφάλμυρο νερό δεν είναι κατάλληλο για ύδρευση, άρδευση ή τουριστικές χρήσεις, ενώ το φαινόμενο καταγράφεται ήδη σε πολλά νησιά.

Για τα επιφανειακά ύδατα, η μειωμένη ανανέωση σε περιόδους ξηρασίας οδηγεί σε υψηλότερες συγκεντρώσεις διαλυμένων ουσιών και ρύπων. Σε συνδυασμό με τις υψηλές θερμοκρασίες, αυξάνεται ο κίνδυνος ευτροφισμού, δηλαδή ενίσχυσης των συγκεντρώσεων θρεπτικών στοιχείων, δημιουργίας ανοξικών ζωνών και ανάπτυξης φυκών και αλγών. Στη συζήτηση τέθηκε, παράλληλα, η ανάγκη αυστηρού ελέγχου των ανακτημένων νερών για φαρμακευτικές ουσίες, μικρορύπους και ενώσεις όπως οι PFAS, ώστε η επαναχρησιμοποίηση να μη μεταφέρει νέα προβλήματα στους υδροφορείς και στα εδάφη.

Ο Βασίλειος Ζόραπας έδωσε το τεχνικό πλαίσιο της λειψυδρίας, υπογραμμίζοντας ότι καθορίζεται από τρεις βασικούς παράγοντες: τις κλιματικές συνθήκες, τα υδρογεωλογικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής και τις ανθρωπογενείς πιέσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι υπεραντλήσεις, η υφαλμύρινση, οι λανθασμένες πρακτικές χρήσης νερού και η αδυναμία των υποδομών να ανταποκριθούν στη ζήτηση.

Διαβάστε ακόμη