Την ώρα που ο ενεργειακός κολοσσός BP δρομολογεί την πώληση των δραστηριοτήτων του στη Βόρεια Θάλασσα, πραγματοποιώντας μια ιστορική έξοδο, μετά από περίπου 60 χρόνια παρουσίας, η κυβέρνηση του νέου Βρετανού πρωθυπουργού Andy Burnham εμφανίζεται διατεθειμένη να επανεξετάσει τη στάση της απέναντι στην αξιοποίηση των κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου που εξακολουθούν να υπάρχουν στη βρετανική πλευρά της Βόρειας Θάλασσας.

Για το Αμπερντίν, το κέντρο της βρετανικής πετρελαϊκής δραστηριότητας, η πιθανή αποχώρηση της BP έχει έντονο συμβολισμό, καθώς η εταιρεία δραστηριοποιείται στην περιοχή εδώ και περίπου έξι δεκαετίες και σήμερα διαχειρίζεται πέντε εγκαταστάσεις, με περίπου 1.100 εργαζομένους. Παράλληλα, η παραγωγή από τα περιουσιακά της στοιχεία ανέρχεται σε περίπου 117.000 βαρέλια πετρελαίου και φυσικού αερίου ημερησίως, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το δημοσίευμα της Les Echos.

Τι γίνεται με τα κοιτάσματα Rosebank και Jackdaw

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, το Λονδίνο φαίνεται να ανοίγει ξανά τη συζήτηση για το μέλλον των εγχώριων υδρογονανθράκων. Ο νέος πρωθυπουργός έχει ήδη κάνει λόγο για μια «ρεαλιστική προσέγγιση» απέναντι στη Βόρεια Θάλασσα, ενώ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι τα έσοδα από την παραγωγή πετρελαίου θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη χρηματοδότηση της ενεργειακής μετάβασης. Το επόμενο κρίσιμο τεστ για αυτή τη στάση αναμένεται να έρθει με τις αποφάσεις για τα κοιτάσματα Rosebank και Jackdaw. Πρόκειται για δύο έργα που έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης μεταξύ της ενεργειακής ασφάλειας και των περιβαλλοντικών δεσμεύσεων της Βρετανίας. Το Rosebank, που βρίσκεται περίπου 130 χιλιόμετρα βορειοδυτικά των Σέτλαντ, θεωρείται το μεγαλύτερο ανεκμετάλλευτο κοίτασμα της χώρας. Η δυνητική παραγωγή του υπολογίζεται σε έως και 69.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, μαζί με φυσικό αέριο. Το Jackdaw, περίπου 240 χιλιόμετρα ανατολικά του Αμπερντίν, διαθέτει αποθέματα φυσικού αερίου που θα μπορούσαν να αντιστοιχούν στο 6,5% της βρετανικής παραγωγής. Παρότι τα δύο projects είχαν λάβει άδειες ανάπτυξης το 2022 και το 2023, η πορεία τους περιπλέχθηκε μετά τη δικαστική υπόθεση της ακτιβίστριας Sarah Finch. Η σχετική απόφαση έθεσε στο επίκεντρο όχι μόνο τις εκπομπές που προκαλούνται κατά την εξόρυξη, αλλά και εκείνες που προκύπτουν όταν το παραγόμενο πετρέλαιο καταναλώνεται. Οι δημόσιες διαβουλεύσεις για την επανέγκριση των έργων ολοκληρώθηκαν αυτόν τον μήνα, με τις τελικές αποφάσεις να αναμένονται το επόμενο διάστημα.

Εάν το Λονδίνο δώσει το «πράσινο φως», είναι πιθανό να αναζωπυρωθούν οι επενδυτικές προσδοκίες και για άλλα έργα στη Βόρεια Θάλασσα. Οι εταιρείες του κλάδου ζητούν εδώ και καιρό αλλαγές στο φορολογικό και αδειοδοτικό πλαίσιο, καθώς ο φορολογικός συντελεστής στα κέρδη από το πετρέλαιο φτάνει το 78%.

Η συνέχιση της παραγωγής στη Βόρεια Θάλασσα μπορεί να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια και να προσφέρει φορολογικά έσοδα, ενώ η εγχώρια παραγωγή θεωρείται λιγότερο επιβαρυντική από ορισμένες εισαγωγές. Από την άλλη, η επέκταση της χρήσης υδρογονανθράκων δυσκολεύει την επίτευξη των στόχων για μείωση των εκπομπών και την πορεία προς μια net zero κοινωνία.

Εν τω μεταξύ, η πώληση των assets της Βόρειας Θάλασσας, τα οποία εκτιμάται ότι αξίζουν περίπου 2 δισ. λίρες, θα μπορούσε να αλλάξει τα χέρια μιας μεγάλης μερίδας της βρετανικής παραγωγής. Μεταξύ των πιθανών ενδιαφερομένων έχουν αναφερθεί η Neo Next+, κοινοπραξία των TotalEnergies, HitecVision και Repsol, καθώς και η Ithaca Energy. Το παράδοξο, γύρω από τις εξελίξεις, είναι εμφανές: την ώρα που ένας από τους ιστορικότερους παίκτες της βρετανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας ετοιμάζεται να αποχωρήσει, το Λονδίνο εξετάζει εάν θα δώσει νέα πνοή στην εγχώρια εξερεύνηση. Η επόμενη απόφαση για Rosebank και Jackdaw θα δείξει αν πρόκειται για πραγματική αλλαγή πορείας ή απλώς για μια προσπάθεια να διατηρηθεί ζωντανή η παραγωγή της Βόρειας Θάλασσας για όσο ακόμη είναι οικονομικά και πολιτικά εφικτό.

Διαβάστε ακόμη